Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου 2015

7617 - Μοναχός Αρσένιος Καυσοκαλυβίτης (1866 - 19 Δεκεμβρίου 1956)

Κατά κόσμον ονομαζόταν Απόστολος Κόντος του Στυλιανού και της Αμερσούδας. Η καταγωγή του ήταν από το χωριό Βρυσσί Μυ­τιλήνης. Το 1885 ήλθε στη σκήτη των Καυσοκαλυβίων και υποτάχθηκε στον Γέροντα Νικόδημο (†1907) της Καλύβης των Αγίων Πάντων, από τον οποίο έμαθε και την τέχνη της αγιογραφίας. Αργότερα όμως έμαθε το εργόχειρο της ξυλογλυπτικής, στην οποία σύντομα προόδευσε κατα­πληκτικά. Εκάρη μοναχός το 1887.
Τα ξυλογλυπτικά έργα του, με πολύπλοκες παραστάσεις, πολυπρόσωπα, λεπτότατα και αριστοτεχνικά τον έκαναν φημισμένο και μακριά από τον Άθωνα. Επί 15 χρόνια σκάλιζε περίτεχνα μία «Δευτέρα Παρουσία» και επί 10 χρόνια μια αριστουργηματική «Σταύρωση», που βρίσκεται στην Αμερική, και άλλη, που φυλάγεται στο συνοδικό της Μ. Λαύρας. Έργα του κοσμούν αίθουσες ανακτόρων. Η λεπτή του τέχνη είχε κάτι από τη λεπτότητα, υπομονή και ευγένεια της καθαρής καρδιάς του.

7616 - Αρχιμ. Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης, περί μνησικακίας

(...) Η μνησικακία έχει εσωτέρα έννοια· όχι απλώς ρίχνομαι επάνω σου, αλλά το κακό που νομίζω ότι μου έκανες το βάζω μέσα μου, το κλειδώνω και περιμένω την ώρα που θα μπορέσω οριστικά να σε εξοντώσω. Θυμάμαι το κακό και ευκαίρως ακαίρως σε χτυπάω. Μνησίκακος είναι αυτός που καθιστά μόνιμη την κατάστασι της αντιθέσεως του προς τον άλλον, που καθιστά παράμονο το πείσμα του να κάνη αυτό που νομίζει, ή αυτό που πιστεύει, ή αυτό που τον συγκινεί, αυτό που τον κάνει να νοιώθη πληρότητα μέσα του. 
Μνησικακία είναι ο οριστικός χωρισμός μου από τον άλλον. Γι' αυτό όποιος μνησικακεί είναι αδύνατον να νοιώθη αγάπη, ευτυχία, συμπάθεια· νομίζει πως δεν τον αγαπούν, πως τον παρακολουθούν, πως τα βάζουν μαζί του, πως σκέφτονται εναντίον του, ότι μιλάνε γι' αυτόν: Αυτό το είπε για μένα οπωσδήποτε, αυτό υπονοούσε εμένα, φαίνεται το έμαθε εκείνο. Ο μνησίκακος είναι ο άνθρωπος ο φυλακισμένος μέσα σε μύριους τοίχους.