Πέμπτη, 13 Μαρτίου 2014

4458 - Η πρώτη αλησμόνητη συνάντηση του Γέροντος Σωφρονίου Σαχάρωφ με τον Άγιο Σιλουανό τον Αθωνίτη…



Ο Γέροντας Σωφρόνιος (1896–1993), έζησε περίπου πέντε χρόνια (Φθινόπωρο του 1925 – Πάσχα του 1930) στην Μονή του Αγίου Παντελεήμονος, πριν ακόμη γνωρίσει προσωπικά τον Άγιο Σιλουανό (1866–1938). Ο Γέροντας, χειροτονήθηκε διάκονος το 1930. Και, κάθε φορά που έβγαινε να θυμιάσει τους μοναχούς, αισθανόταν δέος και ντροπή, όταν περνούσε μπροστά από τον Άγιο. Μέχρι τότε όμως δεν έτυχε να συνομιλήσει μαζί του. Λίγο χρόνο μετά την χειροτονία του, ήλθε να τον επισκεφθεί ο ερημίτης μοναχός π. Βλαδίμηρος, με τον οποίον συζήτησαν διάφορα πνευματικά θέματα. Κατανυγμένος από την συζήτηση και από την όλη πνευματική ατμόσφαιρα της συνομιλίας, ο π. Βλαδίμηρος, απευθύνει ξαφνικά το ερώτημα στον τότε νεαρό ιεροδιάκονο:
–«Πάτερ Σωφρόνιε, πες μου ένα λόγο για την σωτηρία της ψυχής μου· πώς μπορώ να σωθώ;».
Την αφήγηση για την συνέχεια του λόγου την αφήνουμε εξ ολοκλήρου στον μακαριστό Γέροντα Σωφρόνιο:  «Η συνάντησή μου με τον Γέροντα Σιλουανό, συνέβη ως εξής: Ήμουν πολύ ντροπαλός και δεν μπορούσα να απευθυνθώ μόνος σε αυτόν. Μία ημέρα, με επισκέφθηκε ένας μοναχός που είχε σπουδάσει μηχανολόγος, ο π. Βλαδίμηρος. Αυτός, είχε πάει στον Άθωνα πριν από μένα. Και, να! Την δεύτερη –ίσως και την πρώτη– ημέρα του Πάσχα του 1930, έρχεται και μου λέει:
–Πάτερ Σωφρόνιε, πώς μπορώ να σωθώ;
Εγώ, μη γνωρίζοντας πώς έπρεπε ουσιαστικά να του απαντήσω, του είπα:

4457 - Αναζήτηση στο Άγιον Όρος



 (Πρώτο Βραβείο στον Πανελλήνιο Διαγωνισμό Λογοτεχνίας
που διοργάνωσε η Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών,
στην κατηγορία Νουβέλα, το 2012)


Του Βαγγέλη Ντελή (*)
Πήρα το Διαμονητήριο από το γραφείο της Ουρανούπολης. Ένα κίτρινο, σκληρό χαρτί με όμορφα, καλλιγραφικά γράμματα. Είναι το διαβατήριό μου. Γράφει το όνομά μου και ότι έχω δικαίωμα να μείνω μόνο τέσσερις μέρες στο Άγιον Όρος. Είναι ένα γλυκό πρωινό. Πλησιάζοντας στην Ουρανούπολη χάραζε η μέρα. Όμορφα χρώματα στην Ανατολή κι η θάλασσα ντυμένη στο βαθύ ροζ ως το βιολετί. Γαλήνη. Τα πεύκα αγγίζουν τη θάλασσα.
Έφυγα στις 3 νύχτα απ’ την Καρδίτσα. Ένα ταξίδι σιωπηλό μες στο σκοτάδι και τις σκέψεις. Την προηγούμενη μέρα έλαβα εκείνο το γράμμα. Όμορφα γράμματα, προσεκτικά σκαλισμένα, «σαν μικρές ζωγραφιές», που έλεγε η δασκάλα μας στο χωριό. Τον θυμόμουν στο σχολείο να λυγίζει το κορμί του δεξιά, να σκύβει λοξά πολύ χαμηλά και με το αριστερό του χέρι να γράφει προσεκτικά, για να μην αγγίξει τα γράμματα και λερώσει με την υγρή ακόμη μελάνη το χαρτί. «Η γραφή αυτή δεν είναι για αριστερόχειρες!», έλεγε συχνά θυμωμένος, όταν τελικά δεν τα κατάφερνε και μια μουτζούρα σαν συννεφιά σκέπαζε τις μικρές του ‘’ζωγραφιές’’.
«Τετάρτη πρωί κατά τις 8 να είσαι στην Ουρανούπολη. Θα βγάλεις διαμονητήριο. Θα πεις ότι είσαι προσκεκλημένος στη Μονή Αγίου Γρηγορίου. Τους έχω ήδη ειδοποιήσει. Θα πάρεις το πρωινό πλοίο. Στις 8. Δεν είναι ταξίδι, αδερφέ μου. Είναι αναζήτηση. Η δική μου αναζήτηση πριν δυόμισι χρόνια. Το δρόμο θα τον βρεις μόνος σου από κει κι ύστερα. Θα μείνεις τέσσερις μέρες. Μην πεις σε κανέναν ακόμη τίποτε. Θα σε περιμένω. Έχουμε τόσα να πούμε!»