Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2013

3696 - Ένας μεγάλος ασκητής. Ο όσιος Ευθύμιος ο Νέος (824-898) και η συμβολή του στην ανασυγκρότηση και στη διαμόρφωση του μοναχικού βίου κατά τον 9ο αιώνα.


Ο ναός του Αγίου Ανδρέα στην Περιστερά κτίσμα του οσίου Ευθυμίου 9ος αι.

Μετά την κατάπαυση της εικονομαχίας (843) οι μοναχοί άρχισαν να οργανώνονται πάλι σε μικρές αρχικά ομάδες και έπειτα σε μεγαλύτερες. Ο μοναχισμός προϋπήρχε στον χώρο του Άθωνος ήδη από τον5ο αι. αλλά επλήγη και ταλαιπωρήθηκε από τις αραβικές πειρατικές επιδρομές στα τέλη του 7ου αι. και αργότερα τον 8ο αι. από την εικονομαχία. Μετά την λήξη της πρώτης εικονομαχίας, αναδιοργανωμένος πλέον, εισήλθε σε ακμή τον 9ο αιώνα. Βέβαια κατά την περίοδο αυτή της αναβιώσεως, η ακμή του μοναχισμού στο Όρος δεν υπήρξε ραγδαία. Η άφιξη ασκητών πύκνωσε μόνο, αφού το Όρος σταθεροποίησε τη θέση του μεταξύ των σπουδαίων μοναστικών κέντρων της Ανατολικής Εκκλησίας και την απαλλαγή του Αιγαίου από την πειρατεία, μετά την ανάκτηση της Κρήτης από τον Νικηφόρο Φωκά το 961.
Κατά την πρώιμη αυτή εποχή ο μοναχικός βίος στον Άθω δεν είχε ακόμα οργανωθεί σε μονές, υπήρχαν όμως πολυάριθμοι ασκητές που ζούσαν είτε τελείως απομονωμένοι σε σπηλιές και σκηνές είτε σε «λαύρες»,συγκροτήματα δηλαδή από μοναστικές καλύβες με υποτυπώδη κοινοτική οργάνωση. Τέτοιες λαύρες δημιουργήθηκαν κυρίως στην περιοχή της Ιερισσού και του λαιμού της χερσονήσου. Όπως είναι φυσικό ο μοναχικός εποικισμός άρχισε από το λαιμό της χερσονήσου και σε πλησιέστερες προς τον κόσμο περιοχές και σιγά σιγά προχώρησε προς το Όρος σε βάθος έως το άκρο. Εκείνη την στιγμή με το τέλος της εικονομαχίας ο μοναχισμός του Άθωνος εισέρχεται από την άδηλη στην ιστορική του φάση.
Την ίδια περίπου εποχή, λίγο πριν ή λίγο αργότερα, εμφανίζονται στον Άθωνα δύο φημισμένες προσωπικότητες. Πρώτος είναι ο Πέτρος Αθωνίτης, για τον οποίο σώζεται ένας Βίος γραμμένος στα τέλη του 10ου αι. από τον Νικόλαο Αθωνίτη. Δεύτερος είναι ο Ευθύμιος ο Νέος, του οποίου τον Βίο συνέγραψε ο μαθητής του Βασίλειος, ο μετέπειτα αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης και αποτελεί υπόδειγμα της αγιολογικής γραμματείας.
Καταγόμενος από ένα χωριό κοντά στην Άγκυρα, όπου γεννήθηκε το 824, έλαβε το όνομα Νικήτας. Επτά ετών ορφάνεψε από πατέρα και τον ανέθρεψε η μητέρα του, η οποία τον κατήχησε στην ορθόδοξη πίστη και στην προσκύνηση των εικόνων. Παρ’ ότι από παιδί ποθούσε να γίνει μοναχός ενέδωσε στις παρακλήσεις της ευλαβούς μητέρας του, παντρεύτηκε και απέκτησε μια κόρη. Μια μέρα με πρόφαση ότι πήγαινε να βρει τα άλογά του που χάθηκαν αποχαιρέτησε την οικογένειά του και κατέφυγε στην έρημο. Έφτασε σε ηλικία 18 ετών στο όρος Όλυμπος της Βιθυνίας, το οποίο, χάρη σε μορφές όπως οι άγιοι Ιωαννίκιος, Πέτρος της Ατρώας και Θεοφάνης ο Ομολογητής, ήταν την εποχή εκείνη το πιο σημαντικό μοναστικό κέντρο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ο Νικήτας αρχικά εγκαταβίωσε κοντά στον άγιο Ιωαννίκιο και μετά πήγε υποτακτικός στον Θεόδωρο, έναν γέροντα που ζούσε στην ερημία. Εκεί εκάρη μοναχός (842) και έλαβε το όνομα Ευθύμιος. Έπειτα, αφού πέρασε δεκαπέντε ακόμη χρόνια στο πλησιέστερο κοινόβιο, τη Μονή των Πισσαδηνών, για να ολοκληρώσει την ασκητική διαπαιδαγώγησή του, φεύγει για να εγκατασταθεί στον Άθωνα στις αρχές του 859.Εκεί συνδέθηκε με τον Αρμένιο μοναχό Ιωσήφ και έζησε σε αυστηρά άσκηση μέσα σ’ ένα σπήλαιο για τρία χρόνια. Ήταν το έτος 862 όταν εξήλθε από το σπήλαιο και είδε συγκεντρωμένους έξω απ’ αυτό πολλούς μοναχούς. Αυτοί θα αποτελέσουν και τον πυρήνα των πρώτων μαθητών του. Σε λίγο όμως εγκατέλειψε το Όρος (863) και μετέβη στον Όλυμπο για να παραλάβει και να γηροκομήσει τον γέροντά του Θεόδωρο που ήταν ασθενής. Η υγεία του Θεόδωρου χειροτέρευε, σε σημείο που δεν ήταν πια δυνατόν να του παρασχεθεί η απαιτούμενη ιατρική βοήθεια και τότε ο Ευθύμιος μετέφερε τον γέροντά του έξω από το Όρος σε κελλί στα Μακρόσινα, τοποθεσία πλησίον των Βραστάμων. Η κατάσταση του Θεοδώρου όμως χειροτέρεψε και μεταφέρθηκε στην Θεσσαλονίκη.
Η σπηλιά - ασκητήριο του οσίου Ευθυμίου στα Βράσταμα
Ο Ευθύμιος δεν τον ακολούθησε αλλά επέστρεψε στο Όρος και συνέχισε την σκληρή άσκηση. Μόλις πληροφορήθηκε τον θάνατο του γέροντός του μετέβηκε στην Θεσσαλονίκη γύρω στο 865 για να προσκυνήσει τον τάφο του και επεδίωξε την ασκητική του «τελείωση» ζώντας για ένα διάστημα πάνω σ’ ένα στύλο στα περίχωρα της Θεσσαλονίκης. Μην αντέχοντας το πλήθος που συνωστίζονταν στην βάση του στύλου του, επιστρέφει για τρίτη φορά στον Άθωνα, έχοντας χειροτονηθεί όμως τώρα ιερέας. Δεν έμεινε όμως αυτή τη φορά περισσότερο από ένα χρόνο. Η φήμη του ονόματός του ήταν πλέον τόσο μεγάλη, τόσο εντός όσο και εκτός του Άθωνος, χάρη στα ασκητικά του κατορθώματα, ώστε μεγάλος αριθμός μοναχών προσέρχονταν κοντά του και επιδίωκε να υποταχθεί στην σοφή του καθοδήγηση.
Θέλοντας λοιπόν να αποφύγει την φήμη του και επιδιώκοντας την ησυχία, ο Ευθύμιος αναχώρησε για την «νήσο των Νέων»(σημερινός Άγιος Ευστράτιος), που ήταν ακατοίκητη, χάριν ασκήσεως, έχοντας μαζί του μόνο δύο συντρόφους, τον Ιωάννη Κολοβό και τον Συμεών.Μια επιδρομή όμως αράβων πειρατών δεν του επέτρεψε να παραμείνει στο νησί παρά μόνο για λίγους μήνες και τον ανάγκασε να επιστρέψει στο Όρος. Στον Άθωνα ξανακινδύνευσε από τους πειρατές και αποφάσισε να πάρει τους μαθητές του (866)και να εγκατασταθούν στου Βραστάμου (σημερινά Βραστά) της Χαλκιδικής.
Εκεί «εις τα Βραστάμου» ίδρυσε μια μικρή μοναστική κοινότητα – Λαύρα, διότι διέθετε ατομικά κελλιά για τους μοναχούς,ανεξάρτητα, αλλά το ένα κοντά στο άλλο και δύο κελλιά απομακρυσμένα για τον Ευθύμιο και τον Ονούφριο - μαζί με τον φίλο του Ιωσήφ, ενώ οι άλλοι δύο συνοδοί και μαθητές του, ίδρυσαν σε διαφορετικό μέρος ο καθένας τους από μία «Λαύρα». Ο Ιωάννης Κολοβός στα Σιδηροκαύσια της Χαλκιδικής και ο Συμεών μετακινήθηκε στην Νότια Ελλάδα και θεωρείται κτήτωρ της Μονής του Μεγάλου Σπηλαίου στα Καλάβρυτα της Πελοποννήσου.
Φαίνεται ότι επεδίωκε την ίδρυση κοινοβιακής μονής στον Άθω αλλά εμποδίστηκε από τις πειρατικές επιδρομές και από τις αντιδράσεις των μοναχών, που επρόκειτο να αντιμετωπίσει και ο Άγιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης έναν αιώνα αργότερα.
Καθ’ όλο το διάστημα που μόναζε στα Βραστά, ο όσιος Ευθύμιος πήγαινε τακτικά στον Άθω και κατά την διάρκεια μιας παραμονής του εκεί, του αποκαλύφθηκε μέσω οράματος η εντολή να αναστηλώσει την εγκαταλειμμένη μονή Περιστερών (σημερινή Περιστερά)κοντά στη Θεσσαλονίκη. Μεταξύ 866-870ανοικοδομεί και ανασυγκροτεί μέσα από αναρίθμητες δυσκολίες την ερειπωμένη μονή, η οποία ήταν αφιερωμένηστον άγιο Απόστολο Ανδρέα. Μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα ήρθε πλήθος μοναχών από τη Θεσσαλονίκη και τις γύρω περιοχές για να υποταχθούν στον διάσημο ασκητή. Η μονή αυτή σε έγγραφο του 897αποκαλείται «βασιλική» (actes de Lavra αρ. 1) και τούτο σημαίνει ότι είχε πάρει αυτή την ιδιότητα πριν από το έτος αυτό. Αργότερα απέκτησε μετόχι στην περιοχή της Ιερισσού και άλλες πλούσιες χορηγίες. Το 964 ο αυτοκράτωρ Νικηφόρος Φωκάς την παραχωρεί στην νεοσυσταθείσα Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας μαζί με όλη την ακίνητη περιουσία της ως μετόχι του μεγάλου αθωνικού ιδρύματος.
Στο τέλος του βίου του τον Μάϊο του898, ο Ευθύμιος αφού πέρασε για άλλη μια φορά από τον Άθωνα, νιώθοντας νοσταλγία για την παλαιά ερημιτική ζωή, μετέβηκε κρυφά στην «νήσον Ιερά»,όπου και πέθανε μετά από ένα πεντάμηνο, στις 15 Οκτωβρίου του ίδιου έτους. Το λείψανο του Ευθυμίου μεταφέρθηκε από τη νήσο Ιερά (ίσως σημερινά Γιούρα) και αποτέθηκε στον ναό του Αγίου Ανδρέα.
Ο τάφος του οσίου
Ο Ευθύμιος με τη συνεχή κινητικότητά του συνετέλεσε αποφασιστικά στην αναζωογόνηση του μοναχικού βίου, όχι μόνο στον Άθωνα, αλλά και στον ευρύτερο χώρο της Μακεδονίας. Η μνήμη του τιμάται στις 15Οκτωβρίου.
ΚΛΕΑΝΘΗΣ ΔΗΜ. ΔΟΥΚΑΣ αρχαιολόγος Υ.ΠΑΙ.Θ.Π.Α.

Βιβλιογραφία:
ΔΙΟΝΥΣΙΑ ΠΑΠΑΧΡΥΣΑΝΘΟΥ, Ο ΑΘΩΝΙΚΟΣ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ, ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΣΗ, ΑΘΗΝΑ 1992
ΓΕΡ. ΣΜΥΡΝΑΚΗ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ, ΑΘΗΝΑΙ 1903
Κ. ΒΛΑΧΟΥ ΔΙΑΚΟΝΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥΗ ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ ΑΘΩ και αι εν αυτή μοναί και μοναχοί πάλαι τε  και νυν , ΒΟΛΟΣ 1903 επανέκδοση ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2005
ΙΩΑΝΝΟΥ Π. ΜΑΜΑΛΑΚΗ, ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ (ΑΘΩΣ) ΔΙΑ ΜΕΣΩ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ, Θεσσαλονίκη 1971
Actes de Lavraαρ. 1
D. Papachrysanthou, La Vie de S. Euthyme le Jeune et la metropole
de Thessalonique, Rev. Et. Byz. 32(1974),

3695 - Η δύναμη της ανάγνωσης (Εφραίμ Κατουνακιώτης)







« νάγνωση καί μελέτη γιά τόν καλόγερο εναι σάν δεύτερη θεία Μετάληψη. χει τόση δύναμη νάγνωση, τρόπον τινά σάν νά μετάλαβες».
«ταν πμε στήν Λειτουργία καί κοινωνμε καί μετά καθόμαστε νά κεραστομε, πέφτουμε σέ ργολογία καί κατάκριση. Τότε εναι σάν νά ξερνμε τόν γιασμό πού πήραμε».
 Γέρων φραίμ Κατουνακιώτης

3694 - Ιστορίες αποκαλύψεων, επιμονής και αφοσίωσης από το Άγιον Όρος



Περισσότερα από 200 έργα ζωγραφικής, φωτογραφίες ιστορικές και νεότερες θα ταξιδέψουν στις γειτονιές της Θεσσαλονίκης στο πλαίσιο ενός προγράμματος συνεργασίας της Αγιορειτικής Εστίας με τις Δημοτικές Κοινότητες και τα Πνευματικά Κέντρα του Δήμου.
Στο πλαίσιο αυτό εγκαινιάζεται σήμερα η έκθεση με τίτλο: «Ιστορίες αποκαλύψεων, επιμονής και αφοσίωσης» στο Κέντρο Πολιτισμού Τριανδρίας. Οι εκδηλώσεις έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα των φετινών ΔΗΜΗΤΡΙΩΝ και πραγματοποιούνται σε συνεργασία με την αντιδημαρχία Πολιτισμού του Δήμου Θεσσαλονίκης.
Αρχιτέκτονες, αρχαιολόγοι, συντηρητές, ιστορικοί, ερευνητές, μηχανικοί, φωτογράφοι, σχεδιαστές, άνθρωποι επίμονοι, αφοσιωμένοι, φέρνουν στο φώς, συντηρούν, αποκαθιστούν, διασώζουν για τις επόμενες  πολλές γενεές και τους αιώνες, πολύτιμες ψηφίδες της μεγάλης πολιτιστικής, πνευματικής και ιστορικής μας κληρονομιάς.
Στο Άγιον Όρος, το κορυφαίο Μνημείο της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς, το έργο αυτό επαναλαμβάνεται καθημερινά από δεκάδες επιστήμονες κυρίως της αρμόδιας Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, της 10ης Εφορίας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, αλλά και του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, του Κέντρου Διαφύλαξης της Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς και φυσικά  από μεμονωμένους επιστήμονες, που εργάζονται εκεί, στα σκευοφυλάκια, στις βιβλιοθήκες, τα κτιριακά συγκροτήματα, τα Καθολικά και τις Τράπεζες.
Τα επιτεύγματα τους «διηγούνται ιστορίες» αφοσίωσης, μελέτης, μόχθου, υψηλής επαγγελματικής κατάρτισης και επιστημονικού ήθους. Δέκα «ιστορίες» με αυτά τα χαρακτηριστικά διηγείται η Έκθεση, παρουσιάζοντας τους πρωταγωνιστές και τα επιτεύγματα τους, γράφοντας, διορθώνοντας, συμπληρώνοντας την ιστορία της Πολιτιστικής μας  κληρονομιάς.
Βασίλειος Χάδος

3693 - Η αίσθηση του ελάχιστου αποτελεί ένα μεγάλο μάθημα



Από τον αρχιτέκτονα και αναστηλωτή Φαίδωνα Χατζηαντωνίου ζητήσαμε περισσότερες πληροφορίες για την εξαιρετική εργασία του για τα αναχωρητικά ασκηταριά

Μπορούμε να πούμε πως στην έρευνά σας αυτή ασχολείστε κυρίως με ενδιαιτήματα αναχωρητών, ερημιτών, ασκητών;
Ναι, κυρίως αυτό είναι το αντικείμενό μου στην παρούσα έρευνα, στο οποίο φτάνω μετά από μια σύντομη ιστορική αναδρομή του φαινομένου της μετανάστευσης του χριστιανικού αναχωρητισμού της Μέσης Ανατολής, ως παρεπόμενο της πλημμυρίδας των νέων αλλόθρησκων λαών που περίπου από τον 6ο αιώνα άρχισαν δυναμικά να διεκδικούν τη δική τους θέση στο προσκήνιο της ιστορίας. Στην ουσία πρόκειται για μεταφύτευση δυτικότερα του πνεύματος του αναχωρητισμού όπως εκφράστηκε από τους μεγάλους πατέρες της ερήμου: τον άγιο Αντώνιο τον Μέγα από την Αίγυπτο, τον άγιο Συμεών τον Στυλίτη από τη Συρία κ.ά. Καθώς τα παλαιά κέντρα των ερημητικών κοινοτήτων κατακλύζονταν από τους Πέρσες και τις αραβικές φυλές, οι χριστιανοί ασκητές άρχισαν να μετακινούνται σε ασφαλέστερες περιοχές, πιο κοντά στα μεγάλα βυζαντινά αστικά κέντρα, στη Βιθυνία, στη Μακεδονία. Η χερσόνησος του Άθω υπήρξε μία από τις νέες πατρίδες του αρχαίου χριστιανικού αναχωρητισμού.
Ως προς τον δομημένο χώρο, αυτό το πνεύμα εκφράζεται με τη χρήση φτωχών εφήμερων υλικών, συνηθέστατα ανακυκλωμένων, που εξυπηρετούν στοιχειώδεις ανθρώπινες ανάγκες και χαρακτηρίζονται ακριβώς από την έλλειψη οποιουδήποτε περιττού στοιχείου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι λείπει και η διάθεση καλλωπισμού του χώρου, που είναι επίσης μια ανθρώπινη ανάγκη.

Θα λέγατε πως η αυθόρμητη αρχιτεκτονική αντιστοιχεί και στην ιδιαιτερότητα του αναχωρητικού βίου, ο οποίος έχει ένα διαφορετικό πρόγραμμα από αυτόν των κοινοβιακών μοναστηριών με την «ομαδική» ζωή;
Στην ουσία δεν είναι διαφορετική η διαδικασία εξέλιξης ενός ασκηταριού από εκείνη ενός μοναστηριού. Ένα αίτημα παραμένει το ίδιο στη ρίζα αυτής της εξέλιξης: η ικανοποίηση των βασικών ανθρώπινων αναγκών, που δεν εκπορεύεται από τον σχεδιασμό βάσει των εκάστοτε κυρίαρχων αισθητικών ρευμάτων. Αυτά τα τελευταία έπονται, ανεξαρτήτως του αποτελέσματος, που μπορεί από την κατοίκηση ενός σπηλαίου να καταλήξει σε ένα παράπηγμα όπως και σε μια Σιμωνόπετρα.

Ποια είναι η πρωταρχική προσπάθεια των ασκητών και πολιστών της ευρύτερης αθωνικής ερήμου κατά την κατασκευή ή κατά την αναζήτηση αναχωρητικού τόπου κατοικίας;
Η προσπάθεια του αναχωρητή έγκειται στον έλεγχο και στην ελαχιστοποίηση των επιθυμιών του και στη συνειδητή στέρηση προϊόντων του πολιτισμού που θεωρούνται δεδομένα (αλλά βέβαια και η κάθε εποχή έχει τα δικά της μέτρα και σταθμά). Αυτό προϋποθέτει ότι τίθενται όρια που μπορεί να διαφέρουν από άτομο σε άτομο, και η όλη διαδικασία σεβασμού αυτών των ορίων, και η υπέρ βαση προς το αυστηρότερο, έχει έναν χαρακτήρα συγγενικό του αθλητικού πνεύματος και της ευγενούς άμιλλας.
Γι’ αυτό, παρεμπιπτόντως, και οι ωδές του Πινδάρου έχαιραν πάντα μεγάλης εκτίμησης μεταξύ των βυζαντινών μοναχών, ενώ λέξεις όπως αθλούμαι-άθληση, ασκούμαι-άσκηση-ασκητής, είναι τόσο δημοφιλείς σε όσους περιβάλλονται το μοναχικό σχήμα. Ως προς την επιλογή ενός τόπου για εγκατάσταση, επίσης οι πιθανότητες κυμαίνονται, όπως ισχύει και στην περίπτωση της αγιορείτικης «ερήμου». Για παράδειγμα, γνωρίζουμε ότι οι ανθρώπινες εγκαταστάσεις, από την αυγή της προϊστορίας, προϋπέθεταν την ύπαρξη νερού: ένα ποτάμι, μια πηγή, το υγρό στοιχείο. Αλλά στα Καρούλια δεν υπάρχει νερό, γι’ αυτό κάθε καλύβα, κάθε ξεροκάλυβο, κάθε κατοικημένη σπηλιά, διαθέτει ένα πρωτόγονο αλλά έξυπνο σύστημα συλλογής του βρόχινου νερού (που έτσι κιαλλιώς σπανίζει). Κι όμως, οι πρώτοι ασκητές που εγκαταστάθηκαν στα Καρούλια ασφαλώς γνώριζαν ότι μερικές εκατοντάδες μέτρα μακρύτερα υπήρχαν πηγές με πόσιμο νερό.

Αποφύγατε να χαρακτηρίσετε την αρχιτεκτονική αυτή ως ναΐφ και πολύ περισσότερο ως λαϊκή με την έννοια της παραδοσιακής. Θα λέγατε πως υπάρχουν ανάμικτα τέτοια στοιχεία;
Το «ναΐφ» προϋποθέτει την επεξεργασία και εξέλιξη αισθητικών θεωριών και την αποδοχή ή την απόρριψη συγκεκριμένων προτύπων που δεν έχουν να κάνουν με την ικανοποίηση πρωταρχικών ανθρώπινων αναγκών. Όσο για τη «λαϊκή αρχιτεκτονική», όρος που στην καθημερινή χρήση του έχει καταλήξει να ορίζεται ή να ταυτίζεται με αυτό που λέμε «ανώνυμη αρχιτεκτονική», κατά τη γνώμη μου είναι ελάσσονος σημασίας, καθώς επιδιώκει απλώς να περιγράψει κάτι που ξεφεύγει από το αίτημα της παραγωγής επώνυμων προϊόντων της μετα-αναγεννησιακής εποχής. Αλλά η ανωνυμία στην τέχνη είναι χαρακτηριστικό κατ’ εξοχήν της βυζαντινής καλλιτεχνικής δημιουργίας, όσο και της δυτικής τέχνης του Μεσαίωνα. Πόσα ανυπόγραφα «λαϊκά» έργα δεν φανερώνουν έναν ιδιοφυή δημιουργό; Για να μην πω πόσα επώνυμα εμβληματικά έργα της εποχής μας είναι ανέμπνευστα προϊόντα πνευματικής ένδειας και αισθητικής κόπωσης.

Γίνεται αντιληπτή κάποια προσπάθεια απόδοσης της πιο επίσημης αγιορειτικής αρχιτεκτονικής στα ενδιαιτήματα αυτά; Υπάρχει κάποια ιδιαίτερη αγωνία να αποδοθεί αισθητική ιεροπρέπεια στην όλη κατασκευή; Ή η όλη αντίληψη είναι πιο ασκητική, δηλαδή πιο εσωτερικευμένη, και καθόλου κηρυγματική;
Κατ’ αρχήν, πρέπει να πούμε ότι η έννοια «επίσημη αγιορειτική αρχιτεκτονική» είναι κενή περιεχομένου, καθώς το Άγιον Όρος είναι μια υπερχιλιόχρονη πολυεθνική κοινωνία που έχει δεχτεί πλείστες αρχιτεκτονικές, καλλιτεχνικές και αισθητικές επιρροές.
Στα διάφορα ασκηταριά υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες διαπιστώνεται μια διάθεση αναπαραγωγής προτύπων, κυρίως διακοσμητικών, που συναντούμε και στα μεγάλα μοναστήρια. Όμως πρόκειται για «υγιείς» αναφορές και όχι για στείρα αναπαραγωγή «κλισαρισμένων» μοτίβων – άλλωστε στην αρχιτεκτονική, όπως και στην τέχνη, δεν υπάρχει παρθενογένεση. Πρόκειται λοιπόν, όταν συμβαίνει, για διακοσμητικές αναφορές που, κατά τη γνώμη μου, εκδηλώνονται συνηθέστερα όχι με ένα πνεύμα «ιεροπρέπειας»,αλλά με συμφραζόμενα αντλούμενα από τη δεξαμενή των πανάρχαιων συμβολισμών των επινοημένων κατά τον ρουν της ανθρώπινης ιστορίας. Απ’ αυτή την άποψη, πέρα από την αρχιτεκτονική, και η ανθρωπολογία θα είχε ευρύ πεδίο έρευνας εδώ.

Ένας αρχιτέκτονας μπορεί να διδαχθεί κάτι από την αρχιτεκτονική αυτή;
Πιστεύω πως η αίσθηση του ελάχιστου που έχει κανείς μελετώντας τα αγιορείτικα ασκηταριά αποτελεί ένα μεγάλο μάθημα για έναν σύγχρονο αρχιτέκτονα, καθώς σήμερα έχει επικρατήσει και πάλι ένας πληθωρισμός, και τελικά ένας ανορθολογισμός, στις χρηστικές και αισθητικές επιλογές του κτιστού περιβάλλοντος γύρω μας. Αυτό οφείλεται φυσικά στον χαρακτήρα και στις επιλογές της εποχής μας, και ο μεταμοντερνισμός είναι ένα ρεύμα ενδεικτικό αυτών των επιλογών. Κάνω απλώς μια «κλινική διάγνωση» ενός φαινομένου που, πιστεύω, έχει κιόλας ξεπεραστεί, επειδή οδηγεί σε αδιέξοδο. Η πορεία της ανθρώπινης δημιουργίας βρίθει παρόμοιων εναλλαγών, και το ξεπέρασμα κάθε «-ισμού» το ακολουθεί σε απόσταση ασφαλείας ένας ψύχραιμος απολογισμός που ξεχωρίζει την ήρα από το στάρι, δηλαδή κρατάει τα ωφέλιμα στοιχεία και αποβάλλει τα αρνητικά. Αυτή είναι νομοτέλεια της φύσης, ή πρόνοια του Θεού, όπως θέλετε πέστε το. Ως προς αυτή τη σοφή χρήση του χώρου και των πρωτογενών και ανακυκλωμένων υλικών σε ένα αγιορείτικο ασκηταριό, πιστεύω πως το μήνυμα είναι «ως εδώ και μη παρέκει», ας τελειώνουμε με τα μαλάματα που τρώνε το πρόσωπό μας και, σε ό,τι αφορά ειδικότερα την αρχιτεκτονική, ας αφήσουμε κατά μέρος το νεοπλουτίστικο σύνδρομο που μας πνίγει κι ας επιστρέψουμε σε πιο ρασιοναλιστικές λύσεις, αναλογιζόμενοι και το παράδειγμα του μεσοπολεμικού Bauhaus, στην οργάνωση και στα προϊόντα του οποίου άλλωστε διαπιστώνουμε πολλές αναλογίες με το πνεύμα του ασκητισμού.

Πού παρουσιάσατε μέχρι σήμερα την εργασία σας αυτή και ποιες ήταν οι αντιδράσεις;
Μια πρώτη μορφή αυτής της εργασίας παρουσιάστηκε, κατόπιν παραγγελίας, στην ετήσια απολογιστική συνάντηση των Φίλων του Αγίου Όρους της Βρετανίας, που έλαβε χώρα τον περασμένο Ιούνιο στο πανεπιστημιακό κολέγιο της Αγίας Άννης στην Οξφόρδη (St Anne‘s College).Το κοινό ήταν πολυπληθές, προερχόμενο και από άλλες περιοχές της
Αγγλίας, σε μεγάλο βαθμό μυημένο στα αγιορείτικα, καθώς πρόκειται για μια οργάνωση με μεγάλο και αξιόλογο εκδοτικό έργο γύρω από το Άγιον Όρος, θεολογικό, ιστορικό, καλλιτεχνικό, περιηγητικό. Το θέμα ωστόσο ήταν πρωτόγνωρο γι’ αυτούς, έγιναν πολλές ερωτήσεις ειδικές και γενικές, ενώ έχω την αίσθηση ότι ιδιαίτερο ενδιαφέρον έδειξαν οι θεολόγοι και οιανθρωπολόγοι.
Μια δεύτερη προσέγγιση έγινε στο πλαίσιο των μορφωτικών εκδηλώσεων του πρόσφατου Σεπτεμβρίου στον κήπο της Αγιορειτικής Εστίας, στη Θεσσαλονίκη, επίσης με πολυπληθές κοινό, που έχω την αίσθηση ότι δεν προερχόταν μόνο από εκείνο της Αγιορειτικής Εστίας.
Πηγή: Αφιέρωμα: «Αυθόρμητη Αρχιτεκτονική στο Άγιον Όρος», 
Εφημερίδα «Μακεδονία», 
Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2013, 
σελ. 41-48,

Σχετικό: 3691 - Αφιέρωμα της εφημερίδας ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ (13/10/2013): Αυθόρμητη αρχιτεκτονική στο Άγιον Όρος