Δευτέρα, 9 Σεπτεμβρίου 2013

3560 - Ένα επεισόδιο ξυλοδαρμού και συγχώρησης στην Αθωνίτικη Βίγλα



Στην περιοχή της Βίγλας, σε γειτονικές καλύβες, ασκήτευαν οι δύο ησυχαστές Γερο-Γαβριήλ και παπα-Ιάκωβος. Ο γερο-Γαβριήλ καταγόταν από την Εύβοια. Ήταν ευλαβής, σοβαρός, νηφάλιος, λιγόλογος, με το κομποσχοίνι στο χέρι και την προσευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού ελέησόν με» στην καρδιά και στα χείλη. Σε όλη την περιοχή εκείνη οι ερημίτες τον αγαπούσαν και τον φοβόντουσαν, γιατί στον λόγο του δεν δεχόταν αντίρρηση.
Ο παπα-Ιάκωβος ήταν Ηπειρώτης, ψηλός και γεροδεμένος, ειλικρινής και άδολος Ιερομόναχος και Πνευματικός. Ήθελε πάντα να συμβουλεύει και με κάθε τρόπο να βοηθά τον συνάνθρωπό του. Γι΄αυτό έπαιρνε τον ντορβά στον ώμο του και όποιον συναντούσε στον δρόμο, κληρικό ή λαϊκό, έπιανε συζήτηση μαζί του. Τους μιλούσε για την μεγάλη αξία του Μυστηρίου της Εξομολογήσεως και καλούσε, όποιον ήθελε, να εξομολογηθεί σε αυτόν. Με τον τρόπο αυτό είχε βοηθήσει πολύ κόσμο, διόρθωνε και στήριζε πολλούς αδύνατους και τους έκανε να αλλάξουν τακτική και να έρθουν πιο κοντά στον Σωτήρα Χριστό.
Κάποτε όμως από συνέργεια και φθόνο του διαβόλου, αυτοί οι δύο και καλοί γείτονες και εργάτες των εντολών του Χριστού σκανδαλίστηκαν από το εξής γεγονός.
Κάποιο καλοκαίρι είχε μεγάλη ξηρασία. Τα φυτά του μικρού κήπου των ερημιτών είχαν μαραθεί και απελπισμένα οι μοναχοί ζητούσαν λίγη δροσιά. Παρακαλούσαν το Θεό να δώσει την ευλογία του με μια καλή βροχή. Έφτιαχναν και ξανάνοιγαν τα χωματένια αυλάκια για να είναι καθαρά και έτοιμα, άμα βρέξει, το ευλογημένο νεράκι να πάει κατευθείαν στα κηπουρικά τους.
Δεν άργησε ο Κύριος του ελέους και της φιλανθρωπίας να εισακούσει την προσευχή των εκλεκτών δούλων Του και άρχισε σιγά-σιγά να βρέχει. Η βροχή δυνάμωσε τόσο που παρέσυρε κάτω τα μικρά αυλάκια και το περισσότερο νερό πήγε στον κήπο του Γερο-Γαβριήλ, ενώ στον κήπο του παπα-Ιακώβου δεν έφτασε καθόλου.
Ο παπα-Ιάκωβος πήρε το τσαπί του και πήγε και διόρθωσε  το αυλάκι του, ώστε όλο το νερό να πηγαίνει στον δικό του κήπο.
Ο γερο-Γαβριήλ, όταν διαπίστωσε πως το νερό δεν πήγαινε στον δικό του κήπο, βγήκε στο δρόμο, είδε διορθωμένα τα αυλάκια και το νερό να πηγαίνει στον κήπο του Πνευματικού παπα-Ιακώβου, πήγε στην Καλύβη του γείτονα, χτύπησε αλλά δεν βρήκε τον Πνευματικό. Εν τω μεταξύ η βροχή είχε σταματήσει, αφού δρόσισε αρκετά την περιοχή. Ο γερο-Γαβριήλ δεν πείραξε τα αυλάκια, τα άφησε όπως τα είχε φτιάξει ο παπα-Ιάκωβος, ο οποίος γύριζε από κάποια επίσκεψη στο Μοναστήρι της Λαύρας. Όταν είδε τον πνευματικό να πλησιάζει, πήγε κοντά του, του έβαλε μετάνοια και του φίλησε το χέρι να πάρει την ευλογία του. Ο παπα-Ιάκωβος τον ευλόγησε και συγχρόνως άρχισε να του κάνει παράπονα, γιατί του έκοψε το αυλάκι και πήγαινε όλο το νερό στον δικό του κήπο. Ανταλλάξανε μερικά λόγια και ο γερο-Γαβριήλ δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί. Άρπαξε τον Πνευματικό και αφού του έδωσε μερικές….τον έβαλε κάτω και του τις έβρεξε καλά-καλά.
Στην συνέχεια του είπε:
«Βρε Πνευματικέ, τι σου χρώσταγα να με φέρεις σε αυτό το σημείο, για τα ψεύτικα αυτά παραμικρά κηπουρικά σου, να με κάνεις να σε δείρω; Αφού ξέρεις πόσο σε αγαπώ».
Ταυτόχρονα τον σήκωσε από την γη, που τον είχε ρίξει, και του είπε επιτακτικά:
«Τώρα Πνευματικέ, βγάλε από τον ντορβά σου το πετραχήλι και διάβασέ μου αμέσως συγχωρητική ευχή, γιατί εγώ σε συγχώρησα για την σύγχυση που μου προξένησες, και άλλη φορά να μην το ξανακάνεις αυτό που έκανες!».
Ο Πνευματικός ο καημένος, αφού τις είχε φάει, υπάκουσε στον κατά πολύ μεγαλύτερό του στην ηλικία γέροντα Γαβριήλ και του διάβασε συγχωρητική ευχή, αλλά το παράπονο το είχε. Έφαγε ξύλο ενώ δεν έφταιγε.
Το γεγονός έγινε γνωστό στην κυρίαρχη Μονή Μεγίστης Λαύρας, η οποία κάλεσε τον γέρο –Γαβριήλ για να δώσει εξηγήσεις. Στην ερώτηση γιατί έδειρε τον Πνευματικό, ενώ στην αρχή τους είπε ότι δεν ξέρει τίποτα, στην συνέχεια μετά από σχετικές πιέσεις των Γερόντων ο Γερο-Γαβριήλ τους είπε:
«Εμείς σεβαστοί μας Γέροντες, κάναμε ό,τι κάναμε με τον γείτονά μου Πνευματικό, συγχωρεθήκαμε και τώρα είμαστε αγαπημένοι, όπως και πρώτα».
Οι προϊστάμενοι της Λαύρας, που εκτιμούσαν την ειλικρίνεια και το ακέραιο του χαρακτήρα του γέρο-Γαβριήλ, τον συγχώρεσαν και του έδωσαν κανόνα να κάνει ιδιαίτερη προσευχή για τον Πνευματικό παπα-Ιάκωβο για να τον συγχωρέσει κι ο Θεός, επειδή, του είπαν, δεν είναι αρκετό να σε συγχωρέσει μόνο ο Πνευματικός, αλλά θα πρέπει να συγχωρέσει και ο Θεός.
Έτσι έληξε αυτό το επεισόδιο, με την χάρη της ακακίας και παιδικής απάθειας που διέκρινε τους δύο αυτούς πνευματικούς γείτονες, οι οποίοι ζούσαν αγαπημένοι μέχρι τέλους της ζωής τους, προσευχόμενοι ο ένας για τον άλλο, προς δόξα Θεού και ψυχική  σωτηρία.
Aπόσπασμα από την εργασία: Άγνωστες διηγήσεις για τους ασκητές της Αθωνίτικης Βίγλας
Επιμέλεια κειμένου:πρωτ. Δημήτριος Αθανασίου

3559 - Τρεις μέρες στην έρημο του Αγίου Όρους (video)



3558 - Η απλότητα του π. Παϊσίου ήταν σαν μικρού παιδιού



Με χαρά επικοινωνούμε, στο ασκητήριό του, με έναν Αγιορείτη Γέροντα, ο οποίος μας εδέσμευσε με την τήρηση της ανωνυμίας. Εγνώρισεν όσον ολίγοι τον Γέροντα Παΐσιον και πρόθυμα απαντά στις πολυποίκιλες ερωτήσεις μας.
-Μ.Μ.: Την Ιεροσύνη, Γέροντα, προφανώς ο π. Παΐσιος δεν τη δέχθηκε από γνήσια ταπείνωση…
-Γέρων Αν.: Ναι, έτσι νομίζω· έν’ αυτό και, δεύτερον, επειδή αγαπούσε πολύ την ησυχία, την απόλυτη αφοσίωση στον Κύριο, την ανεπηρέαστη προσευχή. Σκεπτόταν ότι ως ιερεύς θα δεσμευόταν, γιατι σου λέει; Ως μοναχός, και να μην ανοίξω την πόρτα, δεν έγινε τίποτα· ενώ ο ιερεύς, ο Πνευματικός, οφείλει ανά πάσαν στιγμήν να έχει την πόρτα του ανοικτή… Μάλιστα· αυτοί είναι οι δύο λόγου. Επειδή αγαπούσε πολύ την ησυχία και από ταπείνωση!
-Μ.Μ.: Γέροντα, μετά το Σινά όπου έμεινε δύο χρόνια, πού οδηγήθηκε;
-Γέρων Αν.: Ήλθε στο Όρος και πήγε στη Σκήτη των Ιβήρων κι έμεινε. Κατοίκησε στην Καλύβη των Αρχαγγέλων. Προχθές μάλιστα πήγα να την επισκεφθώ, για να ξαναδώ εκείνα τα μέρη… Δυστυχώς έχει γκρεμισθεί αρκετά. Βέβαια, τότε ο π. Παΐσιος, επειδή δεν αναπαυόταν σε ολόκληρη… καλύβη να μένει, είχε χτίσει ένα μικρό καλυβάκι, ίσα ίσα που χωρούσε! Είναι πολύ όμορφα εκεί. Μία παράγκα είναι, αλλά αν και την έκανε το 1964-65 είναι κατάγερη!
-Μ.Μ.: Μόνος του την έφτιαξε;
-Γέρων Αν.: Μόνος του· ήταν και τεχνίτης, μάστορας πολύ καλός!
-Μ.Μ.: Με πέτρα, Γέροντα, ή με ξύλα;
-Γέρων Αν. όχι· από μέσα χονδρό χαρτόνι και απ’ έξω φλούδες από καστανιές και λίγα ξύλα. Εκεί κάτω κοιμόταν, χαμαικοιτία.
Εξω από την Καλύβη των Αρχαγγέλων είχε γράψει «Απουσιάζω» κι ήταν στο καλυβάκι αυτό και ζούσε έτσι, απολαμβάνοντας τη θεία τρυφή!…
Εκεί τον γνωρίσαμε, και ο π. Βασίλειος -ηγούμενος της Ιβήρων- και ο π. Γρηγόριος Χατζηεμμανουήλ -Γέροντας στο Κελί του Αγίου Θεολόγου με τη συνοδεία του-κι εγώ. Εκεί τον γνωρίσαμε, στη Σκήτη των Ιβήρων.
Μετά τον παρεκάλεσαν Σταυρονικητιανοί να πάει και στη Σταυρονικήτα. Α, εν τω μεταξύ πήγε κι ένα διάστημα στα Κατουνάκια, στην έρημο, διότι άρχισαν να μαζεύονται στη Σκήτη των Ιβήρων πολλοί που ήθελαν να τον δουν. Από τότε άρχισαν να μαζεύονται· να… μαζευόμαστε, πιο σωστά!
-Μ.Μ.: Πού το αποδίδετε εσείς; Τι «έβλεπαν», τι «βλέπατε» από τότε στον π. Παΐσιο και αρχίσατε να μαζεύεσθε;
-Γέρων Αν.: Τη χάρη του Θεού. Ε, να, φαίνεται ο Άνθρωπος… Εμείς, όταν τον είδαμε, κάτι μας ετράβηξε!
-Μ.Μ.: Πότε επικοινωνήσατε, το πρώτον, μαζί του;
-Γέρων Αν.: Το 1970. Ακου τι συνέβη: Ήμουν σε μεταλυκειακήν ηλικία τότε και άκουσα από μερικούς άλλους που εγνώριζαν να λένε πολύ καλά λόγια. Κάτι ένιωσα μέσα μου και συλλογίσθηκα πως πρεπει να παω κι εγω να τον γνωρίσω. Ετσι ήλθα στο Όρος το 1970. Τότε ήτο στον Τίμιο Σταυρό πια, γιατί από τη Σκήτη των Ιβήρων πήγε για λίγο στα Κατουνάκια, στο Κελί του Υπατίου, ψηλά. Σχεδόν στη μέση, ανάμεσα σε Κατουνάκια – Κερασιά. Εκεί έμεινε ένα μικρό διάστημα, ούτε χρόνο. Μετά είναι που τον παρεκάλεσε ο πατήρ Βασίλειος να πάει στη Σταυρονικήτα να τους βοηθήσει, διότι τότε υπήρχε λειψανδρία στο μοναστήρι αυτό, και συνεννοήθηκαν με την Ιερά Κοινότητα να το αναλάβουν εκείνοι. Ετσι κατέβηκε ο π. Παΐσιος από τα Κατουνάκια και ήλθε στη Σταυρονικήτα. Αφού έμεινε μερικούς μήνες μέσα στο μοναστήρι και τους βοήθησε, έπειτα από λίγο κοιμήθηκε ο περίφημος παπα-Τύχων κι έτσι ο Γ έρων Παΐσιος πήγε στον Τίμιο Σταυρόν…
Εκεί τον εγνώρισα, έπειτα από έναν χρόνο. Πήγε αρχές του 1969 στον Τίμιο Σταυρό κι εγώ το 1970 ήλθα και τον εγνώρισα.
-Μ.Μ.: Μοναχός πότ’ εκάρητε; Πείτε μας, Γέροντα, παρακαλώ.
-Γέρων Αν.: Το 1975 ήλθα κι έγινα μοναχός.
-Μ.Μ.: Γέροντα, όταν πρωτοείδατε τον π. Παΐσιο, πώς σας φάνηκε; Το ρωτώ, γιατί πολλοί εμπιστεύονται τη φαντασία τους και η πραγματικότητα διαφοροποιεί.. Υπερβάλλουν στην σκέψιν ή υστερούν.
-Γέρων Αν.: Ετσι ακριβώς και σε μένα· η εικόνα που είχα σχηματίσει ήτο διαφορετική.
-Μ.Μ.: Δηλαδή, Γέροντα;
-Γέρων Αν.: Ε, όταν ακούς τόσα και τόσα για έναν άνθρωπο, τον νομίζεις… ψηλό, με μακριά γενειάδα κ.λπ. Εγώ είδα έναν απλό άνθρωπο, αδύνατο σαν παιδάκι! Πραγματικά, η εικόνα που είχα δει τότε ήταν σαν να είχα δει μικρό παιδί! Μάλιστα απόρησα όταν τον είδα και του λέω αυθόρμητα:
-Εσείς είσθε ο π. Παΐσιος;!
Χαμογελώντας, εκείνος – αντί απαντήσεως- μου λέει χαρακτηριστικά:
-Ε, κάθισε εδώ.
Η απλότητα που είχε ήταν σαν μικρού παιδιού, όπως λέει ο Κύριος… Έβλεπες τη χάρη του Θεού στο πρόσωπό του και τα λόγια του μιλούσαν ίσια στην καρδιά σου…
-Μ.Μ.: Επειδή, Γέροντα, δεν θέλω να προσεγγίζω τα θέματα της διοράσεως -γιατί μερικοί τ’ απομονώνουν δυστυχώς κι εξετάζουν τους Γεροντάδες αυτού του βεληνεκούς μόνον απ’ αυτά τα χαρίσματα-, παρακαλώ να μας πείτε εσείς, ως πνευματικό τέκνο του Γέροντος, πώς νιώθατε κοντά του; Με άλλα λόγια, τι ξεχωρίζατε στον Γέροντα Παΐσιο;
-Γέρων Αν.: Είδαμε πολλά χαρίσματα σ’ εκείνον. Αυτά όμως που φαίνονταν από την πρώτη ματιά ήταν η απλότητα, η αγάπη και η ταπείνωση. Αυτά ήσαν τα κυριότερα χαρακτηριστικά του. Κι εγώ από την αρχή είδα ότι με περιέβαλε με πολλή αγάπη κι αυτό ασφαλώς θα ήταν που με τράβηξε. Ήταν ένας απλός άνθρωπος, ένας Ανθρωπος του Θεού!
-Μ.Μ.: Μοναχός πού εκάρητε;
-Γέρων Αν.: Εκάρην στη Μονή Σταυρονικήτα. Ο πατήρ Βασίλειος μ’ έκειρε. Ήμουν τότε εκεί, όπως και άλλοι πατέρες.
-Μ.Μ.: Εκεί ενταχθήκατε, το πρώτον;
-Γέρων Αν.: Ναι, επειδή ήταν ο π. Παΐσιος έξω από το μοναστήρι. Εμείς δεν γνωρίζαμε άλλον στη Σταυρονικήτα, κι εγώ προσωπικώς, αλλά και πολλοί άλλοι από τους πατέρες. Ο Γέροντας ήθελε ν’ασκείται μόνος του έξω κι εμείς, για να είμαστε κοντά του, μείναμε στη Σταυρονικήτα, αλλ’ αυτόν είχαμε από τότε Γέροντα. Μα και ο Γέροντας της Σταυρονικήτα εκείνον είχε Γέροντα…
Ήταν τόσο μεγάλη η αγάπη του Γέροντος Παϊσίου, που δεν περιγράφεται. Ούτε η μάνα μου δεν με αγαπούσε τόσο πολύ! Το ίδιο ακριβώς αισθάνονταν και οι άλλοι πατέρες. Έτσι ένιωθαν όλα τα καλογέρια του.
-Μ.Μ.: Το δείγμα της αγιότητος… Μάλιστα. Κι αυτά που «είδατε», Γέροντα, στην πορεία;
-Γέρων Αν.: Ε, στην πορεία βλέπαμε κι όλα τ’ άλλα χαρίσματά του… Όλα βέβαια είχαν ως συνισταμένη τους την αγάπη! Συνέπασχε με τους ανθρώπους. Θεωρούσε το κάθε πρόβλημα δικό του πως ήταν!
Να σας αναφέρω ένα περιστατικό:
Όταν ήμουν στην Αθωνιάδα, μου τηλεφώνησε μία άγνωστη κυρία από τον Πειραιά. Τότε μόλις που είχα γίνει μοναχός. Είχ’ ένα πολύ σοβαρό θέμα η καημένη. Ηταν μητέρα δύο παιδιών και είχε κάποιες φοβίες και τάσεις αυτοκτονίας.
-Μ.Μ.: Συνήθη τα φαινόμενα…
-Γέρων Αν.: Ναι, συνήθη τα φαινόμενα, δυστυχώς… Κάποιος κληρικός της είπε να πάρει εμένα στο τηλέφωνο, για να μεσολαβήσω στον Γέροντα. Ο κληρικός της είπε να μου ζητήσει να επισκεφθώ τον Γέροντα και μετά να με ξαναπάρει να της πω τι θα πει. Κάπως έτσι τη συνεβούλευσε κι έφθασε τηλεφωνικώς σε μένα. «Πάτερ», μου λέει, «έχω αυτά και αυτά…». Από τη φωνή της φαινόταν σαν να ήταν έτοιμη να πνιγεί η καημένη σε τέτοιον βαθμό… Κατενόησα τη σοβαρότητα του πράγματος και της υποσχέθηκα ότι το ίδιο κιόλας απόγευμα θα πήγαινα στον Γέροντα και να μ’ έπαιρνε στο τηλέφωνο πάλι την επομένη για να της διαβιβάσω ό,τι θα έλεγε ο π. Παϊσιος.
-Μ.Μ.: Βλέπατε κάθε μέρα τον Γέροντα;
-Γέρων Αν.: Κάθε μέρα όχι, αλλά όποτε ήθελα κάθε μέρα αν έπρεπε…
-Μ.Μ.: Μπορούσατε δηλαδή ανά πάσα στιγμή να τον δείτε…
-Γέρων Αν.: Ναι πήγα λοιπόν το απόγευμα στον π. Παΐσιο και του είπα:
-Γέροντα, με πήρε στο τηλέφωνο μία πολύ στενοχωρημένη κυρία από τον Πειραιά. Έχει αυτό το πρόβλημα και σας παρακαλεί θερμότατα να κάνετε προσευχή. Δεν μπορούσε να κοιμηθεί η ταλαίπωρη και είχε όλ’ αυτά τα συμπτώματα…
Ο Γέροντας με άκουσε προσεκτικά και μου είπε:
-Αυτά δεν είναι τίποτε! Ολος ο κόσμος έχει τέτοια πράγματα, απλώς ο καθένας χρειάζεται ειδική αντιμετώπιση. Ο πόλεμος είναι ο ίδιος. Η αντιμετώπιση διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο.
Την άλλη μέρα ξαναπαίρνει τηλέφωνο η κυρία. Η φωνή της ζωντανή, σαν να πετούσε από τη χαρά της. Καμιά σχέση με το χθεσινό ύφος. Ήτο τελείως μα τελείως διαφορετική… Μου λέει αμέσως: «Να σας που, πάτερ, τι έγινε; Ηταν η πρώτη βραδιά -έπειτα από πολύ καιρό- που κοιμήθηκα!… Πέταξα και τα φάρμακα και ό,τι είχα πάνω μου και με βάραινε. Αισθάνομαι πολύ καλά. Τώρα, πείτε μου τι σας είπε». Ήδη η προσευχή που είχε κάνει ο π. Παϊσιος ετελεσφόρησε. Ε, της είπα κι εγώ ό,τι μου είχε πει ο Γέροντας και παρηγορήθηκε πάρα πολύ η καημένη.
Πέρασε χρόνος. Πήγαινε η γυναίκα μια χαρά. Είχε στείλει κι ένα γράμμα που περιέγραφε την καλή ζωή της. Οταν πέρασε και δεύτερος χρόνος, τηλεφωνεί ξανά, να πει πως είναι καλά. Αισθανόταν κάτι σαν υποχρέωση η ευγενική ψυχή! Πηγαίνω πάλι στον π. Παΐσιο και, καθώς αρχίζω να τον ενημερώνω για την περίπτωση αυτή που εκείνος είχε αντιμετωπίσει προ διετίας, μ’ έκοψε και μου είπε: «Ναι· της συνέβαινε τότε εκείνο, εκείνο κι εκείνο»! Εγώ, εν τω μεταξύ, είχα ξεχάσει τι ακριβώς είχε η κυρία. Μία υπόθεση όλη κι όλη μου είχαν αναθέσει και την είχα λησμονήσει· ενώ εκείνος εκατομμύρια περιπτώσεις χειριζόταν, εκατομμύρια περιπτώσεις… Κάθε μέρα είχε πάμπολλες δύσκολες περιπτώσεις. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση που την κάθε περίπτωση την αισθανόταν σαν δική του… Είχε απέραντη αγάπη και συμπόνοια ο Γέροντας.
του Μανώλη Μελινού Θεολόγου-Συγγραφέα
 Πηγή: Δημοκρατία και ορθοδοξία, Πείρα Αγιορειτών Πατέρων, Σάββατο 27 Ιουλίου 2013