Δευτέρα, 27 Μαΐου 2013

3175 - Δημόσια εξομολόγηση ενός ταλαιπωρημένου Χριστιανού…



Κάτι δεν έμαθα καλά. Κάτι δε μου δίδαξαν σωστά. Ή κάτι δεν κατάλαβα;  Κάτι πήγε στραβά σε μένα ή κάτι είναι στραβό; Προσπάθησαν να με μυήσουν λόγω της αγάπης τους; Ή εξ’ αιτίας της αδυναμίας τους να συνειδητοποιήσουν τη δική τους αδυναμία, επέβαλλαν σε μένα την «τελειότητα» της χριστιανικής τους πίστης; Είμαι Χριστιανός ή έτυχε επειδή γεννήθηκα στην Ελλάδα; Είμαι Χριστιανός ή αυθυποβλήθηκα ώστε να νοιώθω κάτι ξεχωριστό; Είμαι Χριστιανός γιατί το επέλεξα ή γιατί μου το «επιβάλλανε»; Είμαι Χριστιανός γιατί το δέχθηκα και το πίστεψα ή επειδή ψυχαναγκάστηκα να στήνομαι και να φορώ το προσωπείο μιας ανύπαρκτης ευσέβειας και να τηρώ τις εντολές του Θεού χωρίς να χαίρομαι γι’ αυτό! Είμαι Χριστιανός ή είμαι ένα ευσεβιστικό υβρίδιο; Τα ευσεβιστικά υβρίδια είναι χριστιανισμός ή ο χριστιανισμός είναι τελικά ένας άκρατος ευσεβισμός; Κι αν ο Χριστός που είναι ο Θεός του κόσμου είναι η αγάπη, γιατί ο κόσμος της Εκκλησίας Του ή που λέει ότι είναι η εκκλησία Του, δεν ξέρει να αγαπά; Κι αν οι άνθρωποι που τελικά αγαπούν είναι θεωρητικά εκτός Εκκλησίας, επειδή δεν τηρούν το savoir vivre (sic!) της ευσέβειας και του εκκλησιαστικού τύπου, μήπως εκείνοι είναι η Εκκλησία του Χριστού; Κι αν μου πεις ότι η εκκλησία είναι ένα νοσοκομείο με αρρώστους και ότι έτσι θα πρέπει να βλέπουμε και τον εαυτό μας και τους άλλους, εγώ λέω ότι οι άρρωστοι θα πρέπει να έχουν επίγνωση της αρρώστιας τους και να συμπεριφέρονται και στους άλλους αρρώστους με επίγνωση της δικής τους αρρώστιας! Γιατί αν δεν έχουν επίγνωση, τότε αυτό δεν είναι νοσοκομείο αλλά τρελάδικο! Μόνο οι ψυχασθενείς δεν κατανοούν την ασθένεια τους. Κι αν δεν αποτελεί ένα πολυτελές ψυχιατρείο, τότε είναι μια οργάνωση που κρύβει μεγαλειώδη ψυχασθένεια και υποκρισία. Ένας χώρος καθαρά κοσμικός που βρίθει «πνευματικής» κατάστασης, κρύβοντας εξουσιαστικές τάσεις, συμπλέγματα κατωτερότητας, ψυχολογικές ανάγκες προσώπων να ανήκουν κάπου, να αποκτήσουν μια προσωπικότητα ή μια ταμπέλα πνευματική που θα πρέπει να διατηρείται με κάθε κόστος, σαν τον «καθηγητή» που ποτέ δεν πρέπει να αμφισβητηθεί από τους μαθητές του. Δηλαδή γεμάτο ψεύτικες συμπεριφορές και συνεχόμενα ψέματα! Αυτό είναι η Εκκλησία;
Θα πει κάποιος, ποιος είσαι εσύ που θα κρίνεις τον Θεό και τους ανθρώπους Του; Ποιος είσαι εσύ που κρίνεις και κατακρίνεις τους άλλους; Έστω κι αν είναι υποκριτές, έστω και αν είναι ψεύτες, δικαιούσαι να τους κατακρίνεις; Όχι. Αλλά όλοι οι άνθρωποι διαμορφώνονται μέσα από τις εμπειρίες τους. Και οι δικές μου, μου δημιουργούν πλέον την ανάγκη να αποτινάξει οτιδήποτε έχει σχέση με αυτό τον ψεύτικο πνευματικό κόσμο, το κουτί με τις ευσεβιστικές ατάκες, το προσωπείο της πνευματικότητας, των συμπλεγμάτων και της υποκρισίας. Να λοιπόν, όπως όλοι οι υπόδουλοι λαοί, μετά από χρόνια δουλείας και κατοχής ξεσηκώνονται για την ελευθερία τους, επαναστατώ ενάντια στην «αγάπη» μιας κατοχικής δύναμης. Που μου «συμβουλεύει» να σηκώσω τα βάρη και τις δουλειές του, να εναρμονιστώ με τις νομοθετικές διαταγές και εντολές του «κατακτητή», για να μην κολασθώ! Να είμαι «καλό παιδί» για να έχω το σπαθί του τιμωρού μακριά από το κεφάλι μου. Έτσι μου παρουσιάστηκε ο Θεός ή έτσι μου τον παρουσιάσανε; Αυτό είναι ο χριστιανισμός;
Την αγάπη του άλλου, όταν υπάρχει, τη νοιώθεις και την ανταποδίδεις με το φιλότιμο σου! Με την ελευθερία σου!!! Όχι με ψυχαναγκασμό και απειλές. Αυτό είναι ο Χριστός; Έχω ελευθερία ή ουσιαστικά είμαι ελεύθερος μονάχα αν υποδουλωθώ εν ελευθερία; Και πια ελευθερία θα δεχόταν υποδούλωση; Και πώς να αγαπήσεις πραγματικά τον Θεό όταν σου προβάλλεται κυρίως η τιμωρία και η κόλαση Του;
Θέλω να βρω την ελευθερία μου και να βρω τον Θεό μου που είναι όλος αγάπη! Και μη μου πείτε ότι είναι και δικαιοσύνη. Ναι μου το είπαν. Εγώ την αγάπη Του θέλω. Το έλεος Του. Την πατρική Του φιγούρα. Και τους ανθρώπους Του, από τους καρπούς τους, τους αναγνωρίζεις! Όχι από τα σχήματα ευσεβείας τους, τα λόγια τους ή τα ράσα τους! Να αγαπηθεί έχει ανάγκη ο άνθρωπος, όχι να κριθεί! Να βοηθηθεί, όχι να καταδικαστεί.
Πέσανε τα κάστρα της παιδικής μου ηλικίας. Πέσανε.
Πολλοί παράγοντες με επηρέασαν να φλερτάρω με την αθεΐα, μα ούτε εκείνοι αλλά ούτε κι ο ορθολογισμός μου κατάφερε να με πείσει για την ανυπαρξία του Θεού. Επιμένω για κάποιο λόγο να πιστεύω στο Χριστό ως αληθινό Θεό του κόσμου, χωρίς ωστόσο να είμαι βέβαιος. Δεν είδα ούτε τον Χριστό, ούτε την Ανάσταση Του. Αλλά θέλω να το πιστεύω. Δεν ξέρω γιατί. Απλά θέλω. Κάτι μέσα μου…
Αλλά ενώ πιστεύω, κάτι μέσα μου, μου λέει ότι κάτι πάει στραβά με την πραγμάτωση της αλήθειας του Χριστού στην κατεξοχήν οριοθέτηση της δόκιμης και αποδεκτής πνευματικότητας των σύγχρονων και περισσοτέρων χριστιανών. Κάτι που βίωσα από μικρό παιδί και αξιολόγησα μεγαλώνοντας. Άρχισα να διαπιστώνω μια άρρωστη κατάσταση που φωτογραφίζονταν ως αρετή και μια υποκρισία που υποδυόταν την ευσέβεια.  
Αυτοί και ο τρόπος που βίωναν τη ζωή και σχεδόν την επέβαλλαν και στα παιδιά τους, με ώθησαν να έχω λογισμούς αμφιβολίας και ερωτηματικά για τον ίδιο χώρο της Εκκλησίας. Και εννοώ την πλειοψηφία των ανθρώπων που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, αυτοπροσδιορίζονται  ως χριστιανοί και προσδιορίζονται από την κοινωνία. Μιλώ για Επισκόπους, μοναχούς, ανθρώπους με χριστιανικές «περγαμηνές», λαϊκούς ή γέροντες κλπ.
Αν λοιπόν όπως είπε ο Θεός, τους ανθρώπους μου θα τους καταλάβετε από τα έργα τους, πείτε μου, τι δουλειά έχει ο Χριστός σε αυτή την οργάνωση που κατήντησε και που ονομάστηκε Εκκλησία και αποτελείται από μικρότερες χριστιανικές ομάδες, με προσωποληψίες και πνευματικούς «Σούπερμαν» λαϊκούς ή κληρικούς, που δραστηριοποιούνται πνευματικά στο χώρο της και αποτελούν κανονικές σέκτες, με αρχηγούς, βοηθούς, συμβούλους, στρατηγούς και στρατιώτες, με εμφανής την παντελή  έλλειψη αγάπης, που υπηρετούν μονάχα και αποκλειστικά τα συμφέροντα που θεωρούν ότι έχουν, κρύβοντας με πνευματικά προσωπεία, την σεκτοποίηση των ανθρώπων, και που κανένα αληθινό παράδειγμα δεν δίνουν για την αλήθεια του Χριστού;  Άνθρωποι τελικά, κοσμικής επιρροής, που με προσωποληψίες και χειραγώγηση των ανθρώπων, οδηγούν  σε τέτοιο βαθμό ανελευθερίας, που αγγίζουν τα όρια του αισχρού. Ψυχαναγκασμός και όχι ελεύθερη βούληση.
Όχι οι κοσμικοί! Οι πνευματικοί. Οι άνθρωποι της Εκκλησίας. Όχι οι αμαρτωλοί άνθρωποι του ονομαζόμενου «κόσμου», που στην τελική ψάχνουν να βρουν την ευτυχία και τη χαρά, τη γαλήνη και την ηρεμία σε λιμνάζοντα ίσως νερά, αλλά ο κόσμος τους δείχνει να είναι πιο αγνός και πιο ανεκτικός από την υποκρισία που υπάρχει στις ταμπέλες μας, των ανθρώπων της Εκκλησίας. Είναι τόση η απόγνωση και η απογοήτευση που νοιώθω, που δεν θέλω να ανήκω στους ανθρώπους που τους θεωρούν πνευματικούς, γιατί πραγματικά δεν είμαι. Προτιμώ να ανήκω στον «κόσμο».
Δεν μπορώ να μην κρίνω το εργοστάσιο των υποκριτών στο οποίο μεγάλωσα και στην κατασκευή θαυμάτων που αποσκοπούσε στην ενδυνάμωση μιας, ουσιαστικά, ανύπαρκτης πίστης. Στη βαριά βιομηχανία της «πνευματικής» κατάκρισης που βαπτίζονταν διάκριση και στη χρησιμοποίηση της Εκκλησίας από ανθρώπους για προσωπικούς σκοπούς!
Εύχομαι κάποια στιγμή να καταφέρω να συγχωρήσω την αδυναμία τους, να αντιληφθούν πόσο μικροί είναι πλέον στα μάτια μου, και πόσο κακό έκαναν και κάνουν. Μας μάθανε να κατακρίνουμε και όχι να αγαπούμε! Όχι να δικαιολογούμε ΤΟΥΣ ΠΑΝΤΕΣ μα να τους χαρακτηρίζουμε. Να κοιτάμε πλάγια τους άλλους. Να είμαστε καχύποπτοι και γεμάτοι κακούς λογισμούς. Μας έκαναν δάσκαλους και σημαιοφόρους της πίστης και της ορθοπραξίας. Αρχίσαμε να βάζουμε στο μικροσκόπιο τις ζωές των άλλων, συγκρίνοντας τις πράξεις τους με όλα αυτά που μας δόθηκαν ως γνώση, χάσαμε την απλότητα και την αλήθεια και υποκρινόμασταν τους αγίους ο ένας προς τον άλλον.
Θέλω να εμέσω όταν σκέφτομαι τα λόγια τους που ποτέ δεν πίστεψαν! Φοβάμαι μήπως μείνω στον ψυχαναγκασμό και τη φοβία που προσπαθώντας να με σώσουν, μου ενέσπειραν στην ψυχή, καταστρέφοντας την ανάγκη για ειλικρινή αναζήτηση της Θεότητας και την συνειδητοποίηση της αδιανόητης και ατελείωτης αγάπη Της για μένα! Μου μάθανε λάθος το Θεό που μου αποκαλύφθηκε μέσα στις πτώσεις μου, δείχνοντας το αληθινό Του πρόσωπο!
Πάμε λοιπόν πάλι απ’ την αρχή. Σαν να γεννήθηκα σήμερα. Το πρώτο κλάμα του μωρού ακούστηκε μες στο δωμάτιο ενός νοσοκομείου, χωρίς να υπάρχει καμιά μητέρα. Όπως και τότε… Μα και ο πατέρας έκανε λίγο στην άκρη να μη φαίνεται. Και ο μικρός άρχισε να ρωτά για τη ζωή και το θάνατο. Για την αρχή, για το σύμπαν για το Θεό. Πάμε λοιπόν από τη αρχή, με πραγματικό ενδιαφέρον και όχι επιβολή του Θεού στην ύπαρξη μου. Μια ειλικρινή και βαθειά αναζήτηση της αλήθειας. Όχι αναπαραγωγή των κασετών και των ομιλιών. Βίωμα! Αν έχεις βίωμα μίλα μου! Θα ακούσω! Θα αγαπώ! Θα καταλάβω! Θα σε νοιώσω! Μα αν άνοιξες το κουτάκι με τις ατάκες, το βιβλίο με τις λύσεις, αν αντιγράφεις από τους αριστούχους και μου το προσφέρεις για να πειστώ για την αγάπη σου, τίποτα δε θα με κάνει να σε πιστέψω. Τίποτα! Μονάχα βίωμα! Πτώσεις! Αμαρτία. Μετάνοια! Ζωή! Αγάπη! Βίωμα! Αν είσαι εκεί και μπορείς, αν μ’ ακούς μίλα μου! Θα σε «ακούσει» η ψυχή μου…
Που απευθύνεσαι; Ποιος νομίζεις ότι είσαι; Σε ενοχλεί αυτή η έκφραση; Κι όμως δε θα έπρεπε! Ποιος νομίζεις ότι είσαι; Έχεις την επιγραφή του πνευματικού ανθρώπου στο μέτωπο σου! Το έχεις  όπως ο Κάιν είχε το σημάδι του κακού, εσύ έχεις το σημάδι της αγάπης; Γιατί δεν αγαπάς λοιπόν; Με διώχνεις. Το κάνεις εσκεμμένα; Το καταλαβαίνεις ή με διώχνεις ακούσια; Σου το είπε κανείς ότι με διώχνεις; Ποιος είναι ο Πατέρας σου που σε δίδαξε;
Πώς να σου μιλήσω όταν συνεχώς δαιμονοποιείς τη ζωή μου! Δαιμονοποιείς τις ανάγκες μου! Πώς να σε εμπιστευτώ που με κάνεις να νοιώθω βρώμικος όταν την ερωτική έλξη και την ανθρώπινη ανάγκη την ονομάζεις πορνεία.
Αν ένοιωθες όπως ένοιωθα θα καταλάβαινες. Αλλά δεν ένοιωσες ποτέ! Αυτή είναι η αλήθεια. Και ποτέ δεν προσπάθησες να κατανοήσεις. Αλλά σε δικαιολογώ. Πως άλλωστε; Αφού για σένα είναι απαντημένα όλα τα ερωτήματα και η γνωμάτευση της πνευματικής ιατρικής αδιαμφισβήτητη. Δαίμονας! Παρασυρμός. Πειρασμός. Αμαρτία. Τώρα πρέπει να μετανοιώσεις. Να τιμωρηθείς και να απειληθείς με κόλαση ή ένδικη μισθαποδοσία ξεθαμένη από τον παλαιό νόμο, επικαλυμμένη  με την δικαιοσύνη του Θεού και την τιμωρία Του ή πιο «μαλακά» παιδαγωγία Του. Σύνελθε γιατί ο Θεός θα τιμωρήσει εσένα ή ό,τι αγαπάς πιο πολύ. Ακόμη και τα παιδιά σου! Ή τους γονείς σου ή τον άνδρα σου ή την γυναίκα σου! Τρέμε την οργή του για τις αμαρτίες σου. Φώλιασε το φόβο μέσα σου μήπως και «σωθείς». Κι εγώ ο εξουσιαστής σου, ο οδηγός σου, θα σου απαγορεύσω το δέντρο της ζωής. Μακριά από τη Θεία κοινωνία! Θα καείς ανάξιε δούλε που δε φόρεσες το ένδυμα του γάμου. Φύγε πριν σε βγάλει ο ίδιος ο Κύριος. Φύγε μακριά από αυτό που πραγματικά μπορεί να αλλάξει τον άνθρωπο, να τον αλλοιώσει και να τον φωτίσει!!! Σου απαγορεύεται η Ζωή και το Φως, ενώ εσύ, μπορείς να απολαμβάνεις το προνόμιο της αρετής σου.;;!!;;  Πως αγγίζουν τα χείλη τα δικά σου το φρικτό μυστήριο; Η αξιοσύνη σου σε οδηγεί άραγε ή η οικονομία του Θεού προς τον άνθρωπο; Κι αν ο Θεός οικονομεί για σένα, εσύ γιατί δεν οικονομείς για τους άλλους; Σε μοναχούς απευθύνεσαι; Ή προορίζεται μονάχα για τους Αγίους; Και ποιος είναι Άγιος; Ποιος είναι άξιος ενώπιον Του; Γιατί λοιπόν ενώ δε μ’αγαπάς υποκρίνεσαι ότι νοιάζεσαι για μένα;
Με έκανες να χάσω την απλότητα της σκέψης μου. Εγώ δεν είχα την εμπειρία να διαχειριστώ τόσες πνευματικές έννοιες και με άφησες στον κυκεώνα εκατομμυρίων λογισμών να βγάλω άκρη. Εσύ με μπέρδεψες! Και ο μίτος συνεχώς μπερδεύονταν γιατί κοιτούσα εσένα να σου μοιάσω. Έτσι όπως νόμιζα ότι σε έβλεπα. ΆΓΙΟ! Μα άλλη η ζωή του λιονταριού κι άλλη της κουκουβάγιας, Κι άλλο τα δάχτυλα του Κύκλωπα κι άλλα του Οδυσσέα. Γιατί δεν βλέπεις το προφανές και θέλεις να με κάνεις ένα ομοίωμα δικό σου; Να πιθηκίζει και να περιφέρεται σαν μούμια ή καλύτερα σαν μαριονέτα. Γιατί αυτό με έφτιαξες. Μου γέμισες με φόβο την ψυχή. Μου πήρες την απλότητα της σκέψης. Με έκανες να νοιώθω βρώμικός και ότι όλα είναι αμαρτία! Το φαγητό, η μουσική, ο έρωτας και τόσα άλλα ανθρώπινα που ο ίδιος ο Θεός έβαλε μέσα στις ανάγκες του ανθρώπου. Μου πήρες την ελευθερία και με πάτησες στον καλουπωτή σου, να γίνω το καλούπι του «αγίου», χωρίς να νοιώσω ότι θέλω ή ότι μπορώ! Δεν σεβάστηκες ούτε την «υπομονή» του χρόνου και απαίτησες άμεσα να αλλάξω ζωή και συνήθειες. Χωρίς να μου εξηγήσεις γιατί. Μονάχα με απειλές και ένα πηδάλιο που μου εμφάνιζες σαν επιχείρημα για να πειστώ και να δω πόσο «ελεήμων» και ανεκτικός είσαι ώστε να νοιώσω και ευγνωμοσύνη που μείωσες την ποινή μου και μετρίασες τον κανόνα μου.  Με γέμισες με «πρέπει». Με γέμισες με ενοχές και κόμπλεξ. Μου εξαφάνισες το δικαίωμα της επιλογής και με «ενεργοποίησες» με το «επιχείρημα» της επιβολής και της απειλής!  Με έκανες πονηρό ώστε να «αγοράζω» την αρετή και τη Βασιλεία του Θεού μέσα σε εξαναγκαστικές συμπεριφορές και τύπους και παραγωγή «καλών πράξεων και λογισμών»! Να ψάχνω να «αγοράσω» το εισιτήριο της σωτηρίας, χωρίς να μου μάθεις το πιο βασικό άνθρωπε μου. ΝΑ ΑΓΑΠΩ! Ούτε σε σένα βρήκα την αγάπη, πώς λοιπόν να τη διδαχθώ; Αυτό δεν έπρεπε πρώτα από όλα να μου διδάξεις;
Κι όταν κατάφερα να υποκριθώ στον εαυτό μου και σε σένα ότι μπήκα στο δρόμο του Θεού και τώρα προσπαθώ να γίνω άγιος, άρχισα να κάνω «ομολογία» πίστης παντού! Και κηρύγματα στους «χλιαρούς» και αδαείς. Και τελείωσα με αριστείο το πανεπιστήμιο του Ευσεβισμού. Και εντέλει, όλο και πιο πολύ βυθιζόμουνα στην πρακτική του, κρίνοντας τους άλλους οι οποίοι πλέον δεν ήταν αδέλφια μου αλλά κοσμικοί! Και εγώ τώρα διέφερα από τους ανθρώπους της απωλείας. Εγώ τώρα βάδιζα στην αρετή με τόσα που έμαθα και τόσες προσπάθειες που έκανα. Τώρα πρέπει να βοηθήσω να σωθούν και οι άλλοι! Νηστέψτε, μετανοείτε! Κάντε ότι κάνω εγώ για να σωθείτε! Ελάτε στον πνευματικό μου που είναι ο καλύτερος για να βοηθηθείτε! Κοίτα εμένα πως υποκρίνομαι τον Άγιο; Έτσι μπορείς και εσύ! Έλα όμως που δεν αγάπησα το πλάσμα σου Κύριε και πως θα μάθω τώρα να αγαπώ; Ευτυχώς που έφαγα τα μούτρα μου και κατάλαβα πόσο μακριά από την αλήθεια και την αρετή είμαι. Αλλά ελπίζω μονάχα το έλεος και δεν ψάχνω την αρετή που ποτέ δεν έρχεται σε μένα. Έστω κι έτσι, μου επιτρέπεις να ελπίζω;
Δεν νομίζω όμως να με νοιώσεις καλέ μου φίλε που μακάρι να ήσουνα. Θα με βαπτίσεις μπερδεμένο και πλανεμένο ή ακόμη και τρελό. Με δαιμονική επήρεια που επηρεάστηκε ίσως από τις παρέες του και τα αντίχριστα διαβάσματα του. Ίσως. Δεν νοιώθω όμως έτσι. Αλήθεια πονάω και προσπαθώ να απαλλαγώ από τις σκέψεις μου. Να βρω γαλήνη και ηρεμία. Να πάψει να με βασανίζει η σκέψη ότι… τελικά υπάρχει η πραγμάτωση ή είναι μόνο θεωρία;  Δεν το πιστεύω. Θέλω να πιστεύω και θα συνεχίσω με όλες μου τις δυνάμεις. Όχι για το φόβο μιας αιώνιας τιμωρίας. Αλλά με την ελπίδα μιας αναπάντεχης αιωνιότητας. Σε ευχαριστώ!
Αγιορείτης

3174 - Ξένο «πλοίο-φάντασμα», το 1941, έξω από το Άγιον Όρος!



ΘΡΥΛΟΣ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
 Τον Μεσαίωνα που τα ιστιοφόρα βγήκανε στους απέραντους Ωκεανούς, η αδυσώπητη πάλη με τα στοιχεία της φύσης, δημιούργησε στους ταλαιπωρημένους ναυτικούς, θρύλους για «Πλοία φαντάσματα» και στοιχειωμένα καράβια ...
Γνωστότερος, ο θρύλος του «Ιπτάμενου Ολλανδού», που ο παρανοϊκός του κυβερνήτης, Κορνέλιους Βαν ντερ Ντέκεν, προκάλεσε τη θεϊκή οργή και τιμωρήθηκε με την κατάρα της αιώνιας περιπλάνησης στους Ωκεανούς, σκορπίζοντας το θάνατο σ'όσους ναυτικούς τον συναντούσαν στην πορεία τους.
Επειδή η περιοχή του θρύλου ήτανε το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας στη Νότιο Αφρική, μελετητές από πραγματικά γεγονότα, εστιάσανε το πρόσωπο του πορτογάλου θαλασσοπόρου Βαρθολομαίου Ντιάζ. Γιατί αυτός ανακάλυψε το 1488 το παραπάνω ακρωτήριο και οι περιπέτειές του σ'εκείνες τις θάλασσες, είχανε πάρει τεράστειες διαστάσεις! Κι ακόμα, λένε, είχε τα ίδια αρχικά (Β-Ν), Βαρθολομαίος Ντιάζ, με τον καταραμένο καπετάνιο Βαν ντερ Ντέκεν! Η αλήθεια είναι, πως ο θρύλος του «Ιπτάμενου Ολλανδού» ενέπνευσε τους διάσημους ποιητές Λοvγκφέλλοου και Χάϊνε, τους συγγραφείς σερ Γουώλτερ Σκώτ και Ρούντγιαρ Κίπλινγκ και τον γερμανό συνθέτη Βάγκνερ, που έγραψε την όπερα "DER FLIEGENDE HOLLANDER".
Στους επόμενους αιώνες ο θρύλος έγινε πραγματικότητα, με «Πλοία - Φαντάσματα». Το αμερικάνικο ιστιοφόρο «ΜΑRY CELESTE» που βρέθηκε το 1872 να πλέει με όλα του τα πανιά ανοιγμένα κοντά στο Γιβραλτάρ, χωρίς επιβάτες και πλήρωμα, που δεν βρέθηκαν ποτέ! Το «MARLBOROUGH» που χάθηκε το 1890 σε ταξίδι από Αυστραλία για Αγγλία και λένε πως βρέθηκε ύστερα από 23 χρόνια στις ακτές της Χιλής!...
Στον 20ο αιώνα, που τα πανιά δώσανε τη θέση τους στον ατμό και τη μηχανή, είχαμε πολλά πλοία εγκαταλειμμένα από επιβάτες και πληρώματα, οι οποίοι βρέθηκαν να έχουν περισυλλεγεί από παραπλέοντα βαπόρια, διάφορα πλωτά μέσα, αεροπλάνα ή ελικόπτερα, και στη χειρότερη περίπτωση να έχουν πνιγεί.
Η πρόσφατη έρευνα του NATIONAL GEOGRAPHIC για τα «GHOST SHIPS», αναθέρμανε τους διάφορους μελετητές για να παραδώσουν το υλικό τους. Προσωπικά νομίζω πως, μόνο μια περίπτωση υπάρχει για «Πλοίο - Φάντασμα», που από έλλειψη πληροφόρησης, λόγω πολέμου, δεν γνωρίζουμε τίποτα από την τύχη του πλοίου αλλά κι ούτε από την τύχη 50 περίπου ανδρών, του πληρώματός του και των χειριστών των πυροβόλων του,> που το εγκατέλειψαν! Το περίεργο και το πιο ενδιαφέρον είναι πως το «Πλοίο - Φάντασμα» υπήρξε σΆ ελληνικά νερά, στο δικό μας Αιγαίο!
Μυστηριώδες, ακινητοποιημένο βαπόρι ...
Το περιστατικό δημοσιεύτηκε στο ναυτικό περιοδικό «ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΛΛΑΣ» τον Φεβρουάριο του 1946. Είναι επίσημο όργανο της Ε.Θ.Ε, που ανήκε στο Υπουργείο Ναυτικών. Ο τότε διευθυντής της, φίλος δημοσιογράφος, Επαμ. Μπαμπούρης, είχε επιμεληθεί από το 1945, σε συνέχειες, την ηρωϊκή πορεία των πολεμικών και ορισμένων εμπορικών πλοίων μας στη διάρκεια του Πολέμου. Ο τίτλος του δημοσιεύματος ήταν «Πλοία - Φαντάσματα - Ανεύρεση εγκαταλελειμμένου πλοίου - Ρόλος Μοναχών».
Η ιστορία ξεκίνησε στις 13 Ιουνίου 1941 τα χαράματα, όταν ο προϊστάμενος Μοναχός Αρτέμιος (κατά κόσμον Σταύρος Βλαδίμηρος του Φωτίου από το Αργυρόκαστρο) διέκρινε μέσα στην πρωϊνή ομίχλη, πάνω σε καλμαρισμένη θάλασσα, ένα ατμόπλοιο! Διαπίστωσε με τα κυάλια του από τον εξώστη του κελιού του, στη Σκήτη, στα Καψοκαλύβια, στο νότιο παραθαλάσσιο Αγιον Ορος, στον Αθω, πως ήτανε σχεδόν σταματημένο, σε μιαν απόσταση περίπου 5 μίλια. Η πλώρη του ήταν στραμμένη προς την απέναντι χερσόνησο της Σιθωνίας.
Είχανε περάσει περίπου 2 μήνες, που είχαν εισβάλλει στην Ελλάδα οι Γερμανοιταλικοβουλγάρικες δυνάμεις. Τα ελληνικά εμπορικά και πολεμικά πλοία, όσα δεν είχανε διαφύγει στη Μέση Ανατολή, είχανε βομβαρδιστεί και βυθιστεί από τον Απρίλιο 1941 από γερμανικά αεροπλάνα «στούκας».
Αναταραχή στο Αγιον Ορος
Ο Αρτέμιος γνώριζε πως οι Γερμανοί είχανε φυλάκιο στις Καρυές και ελέγχανε το Αγιον Ορος. Η προστασία είχε ζητηθεί από τις 29 Απριλίου 1941, προσωπικά από τον Χίτλερ, με εικοσασφράγιστη από όλες τις Μονές επιστολή, για να μην πέσει το Αγιον Ορος στα χέρια των Βουλγάρων. Η αίτηση είχε ικανοποιηθεί, άμεσα. Παρ'όλα αυτά, ο Αρτέμιος υπέθεσε πως το πλοίο ήτανε φορτωμένο με στρατιώτες που ερχότανε ν'αποβιβαστούν στο Αγιον Ορος. Το μεταγωγικό βαπόρι φαινόταν σχεδόν σταματημένο, ψάχνοντας για την κατάλληλη θέση εισβολής.
Ακολούθησε αγωνιώδης αναμονή μέχρι το μεσημέρι, χωρίς να υπάρξει ιδιαίτερη κίνηση στο κατάστρωμά του. Το απόγευμα πέρασε με υποθέσεις και σχόλια για το «Πλοίο Φάντασμα» κι όταν σκοτείνιασε αρκετά, αυτό παρέμεινε στη θέση του, χωρίς κανένα φως ή πλοηγικά φώτα. Θεώρησαν πως, για λόγους ασφαλείας, το πλοίο απέφευγε να είναι στόχος σε τυχόν συμμαχικά υποβρύχια, και τηρούσε «black out».
Τα χαράματα της Κυριακής, 14 Ιουνίου, ύστερα από ολονύκτιο συμβούλιο, ο προϊστάμενος του οίκου των Ιωσαφαίων, Αρτέμιος, έστειλε τους υποτακτικούς του μοναχούς Γαβριήλ και Ιωάννη (κατά κόσμον Κωνσταντίνο Μελέτη από τα Καμαραδέϊκα Σάμου) με μια μικρή ψαροπούλα να εξακριβώσουν τι συμβαίνει με το πλοίο.
Ιωασαφαίοι ζωγράφοι των Καυσοκαλυβίων.
Ο γέροντας μοναχός Αρτέμιος (1875-1955)
και πίσω στη μέση ο μοναχός Ιωάννης
(Φωτογραφία: Σπύρος Μελετζής, 1950)
Πάνω στο εξοπλισμένο «Πλοίο -Φάντασμα»
Κάποια ώρα η ψαροπούλα έφτασε κοντά στο πλοίο χωρίς να εμφανιστεί κανένας από το πλήρωμα. Στην πρύμη διαβάσανε τ' όνομά του, «ALBERTA», κι από κάτω 1933. (Ηταν η χρονολογία νηολόγησης του πλοίου). Σε κοντάρι, πίσω στην πρύμη, κρεμότανε τρίχρωμη σημαία.
Φέρανε βόλτα το βαπόρι, με φωνές. Δεν πήραν απάντηση. Στο πλωριό κατάρτι σηκωμένο κόκκινο παντιερόνι. Το θεώρησαν γερμανική σημαία με αγκυλωτό σταυρό, που δεν διακρινόταν, από την άπνοια. Στην αριστερή μπάντα είχε κατεβασμένη ανεμόσκαλα. Την ανέβηκαν με χτυποκάρδι και φωνές.
Στο κατάστρωμα του «ALBERTA» αντίκρυσαν μικρά κανόνια με τις μπούκες στραμμένες στη θάλασσα. Μαζέψανε πεταμένα μικροαντικείμενα από το κατάστρωμα και μια «ταυτότητα» στ'όνομα Εμίλ Ανρύ Λενορμάν, ινζενιέρ. Διαπίστωσαν πως οι βάρκες ήταν κατεβασμένες. Ανέβηκαν στη γέφυρα και δεν βρήκανε ούτε ημερολόγιο ούτε άλλα ναυτιλιακά έγγραφα. Στα σαλόνια και την τραπεζαρία, όλα στη θέση τους, μέχρι τ'αλατοπίπερα. Στις καμπίνες του πληρώματος διέκριναν σχετική ακαταστασία. Δεν υπήρχαν αποσκευές, τα πάντα λείπανε. Μόνο μια παρατημένη βαλίτσα βρήκανε με ρούχα και μια μικρότερη με είδη για ταξίδι. Στην πρύμη δεν κατεβήκανε, γιατί είχε στα διαμερίσματα νερά, χωρίς να γνωρίζουν την προέλευσή τους.
Όταν διαπιστώσανε πως δεν υπήρχε ανθρώπινη παρουσία, αποφάσισαν να επωφεληθούν από την τροφαποθήκη και την ιματιοθήκη για τις άσχημες ημέρες του πολέμου που θα επακολουθούσαν. Ανακάλυψαν μια βάρκα, την καθάρισαν και την φόρτωσαν. Πήρανε τρόφιμα, γαλλικά κρασιά, σαπούνια, σερβίτσια, μαχαιροπήρουνα, κουβέρτες, παπλώματα, πετσέτες, κουρτίνες από το σαλόνι, καθρέφτες από το καπνιστήριο, ανεμιστήρες, σωλήνες, κουβάδες, συσκευές τηλεφώνου, γλόμπους, φωτογραφικές μηχανές, φορητούς φακούς κι ένα βαρύ ασύρματο. Επέστρεψαν, αλλά για δεύτερο δρομολόγιο δεν είχανε περιθώριο χρόνου. Η εμφάνιση του πλοίου είχε μαθευτεί από τη Μονή Μεγίστης Λαύρας μέχρι τη Μονή Ξενοφώντος. Ετσι πρόλαβε να επισκεφθεί το «ΑLBERTA» το πετρελαιοκίνητο ψαράδικο του Σωτήρη Μαλεσιώτη από το Τρίκερι Βόλου. Είχε φτάσει μεσημέρι στη Σκήτη της Αγίας Αννης, ερχόμενος από το νησάκι Αμμουλιανή, που είναι απέναντι από την Ουρανούπολη.
Ο ψαράς ανέφερε στην επιστροφή του πως η σημαία του «ALBERTA» στη πρύμη ήτανε γαλλική. Το κόκκινο παντιερόνι που τόδε ξεδιπλωμένο από ελαφρό αεράκι, ήτανε σημαία τουρκική με την ημισέληνο. Ο ιδος, σύμφωνα με τις δικές του γνώσεις, υπολόγισε πως η «ALBERTA» ήτανε 6000 τόννοι.
Στη συνέχεια, ο καιρός χάλασε. Σηκώθηκε ισχυρός άνεμος και παρέσυρε το πλοίο προς τη χερσόνησο της Σιθωνίας. Κάποια ώρα, μάλλον πρωϊνή, στις 15 Ιουνίου 1941, το «ALBERTA» προσάραξε ελαφρά σε αβαθή, στη θέση Καλαμίτσι, κοντά στον Κόλπο της Συκιάς, που διέθετε ΤΤΤ και σταθμό Χωροφυλακής.
Υπολόγισα πως το «Πλοίο-Φάντασμα» κάλυψε μοναχό του, χωρίς πλήρωμα, μια διαδρομή περίπου 9 μίλια. Πιθανόν την επομένη επιβιβάστηκαν Γερμανοί πάνω στο πλοίο. Απάντλησαν τα νερά από την πρύμη. Κινήσανε τις μηχανές. Αποκολλήσανε από τα αβαθή το, ελαφρά καθισμένο, «ALBERTA» κι αναχώρησαν προς άγνωστη διεύθυνση.
Οι πληροφορίες για την τύχη του πλοίου, λιγοστές στο Υπουργείο. Ο Μπαμπούρης αναφέρει πως του δώσανε νέο όνομα και χρησιμοποιήθηκε από τους Γερμανούς για μεταφορές στο Αιγαίο. Η πτώση της Γαλλίας είχε γίνει ένα χρόνο νωρίτερα, το 1940. Επομένως, η γαλλική σημαία έπρεπε να ανήκει σε πλοίο της κυβέρνησης του Βισύ και του στρατάρχη Πεταίν, βάσει της γερμανογγαλικής συμφωνίας. Η κυβέρνηση του Βισύ διατηρήθηκε μέχρι τον Αύγουστο του 1942 οπότε οι γερμανοί κατέλαβαν και την υπόλοιπη Γαλλία. Ετσι ο Μπαμπούρης εξηγεί πως η εγκατάλειψη του πλοίου από το πλήρωμα οφείλεται στην εισροή υδάτων, γιατί «επλήγη μπαίνοντας ή βγαίνοντας από τα Δαρδανέλια». Το συμπέρασμα του αείμνηστου δημοσιογράφου το θεωρώ απόλυτα εσφαλμένο.
Υποθέσεις για τη λύση του μυστηρίου!
Κατ'αρχήν κανένα εμπορικό πλοίο δεν θα τολμούσε να χωθεί σε στενά μέσα, στα Δαρδανέλια. Θα καταδιωκόταν αμέσως από ταχύτατα πολεμικά και θάχε συλληφθεί. Ούτε πάλι μπορούσε να βγεί. Όλα τα πλοία που κατέρχονται σταματάνε υποχρεωτικά στο Gelibolu (Καλλίπολη) για να πάρουν τούρκο πιλότο. Ακολουθούν τα στενά, μια απόσταση περίπου 40 μίλια, μέχρι την έξοδο, στο Chanakale. Δηλαδή χρειάζεται πλεύση 6-8 ώρες, χρόνος υπεραρκετός και μεγάλη απόσταση για να καταδιωχθεί και να συλληφθεί οποιοδήποτε σκάφος. Να θυμηθούμε ακόμα πως εκείνη την εποχή τα πλοία δεν είχανε ραντάρ και η πλεύση, τις νυχτερινές ιδίως ώρες, ήτανε πολύ πιο δύσκολη και αργή.
Επίσης πρέπει να εξετάσουμε το ρήγμα. Για να γίνει εισροή υδάτων, έπρεπε να υπάρξει ρήγμα είτε από ύφαλο είτε από οβίδα πυροβόλου. Και μάλιστα χαμηλά, κάτω από την ίσαλο γραμμή για να εισρέουν τα νερά. Για ρήγμα, ούτε οι δύο μοναχοί, που φέρανε βόλτα το «ALBERTA», ούτε ο ψαράς έκαναν μνεία. Αρα δεν ήταν ορατό ούτε στην περιοχή της πρύμης ούτε υπήρχε καμμία τρύπα επάνω στο κατάστρωμα από βολές πυροβόλου.
Η περίπτωση, για την εγκατάλειψη, συνοψίζεται σε τρία ερωτήματα:
- Mήπως το πλήρωμα διατάχτηκε να εγκαταλείψει το πλοίο και από ποιόν;
- Mήπως υπήρξε κάποιος άλλος κίνδυνος;
- Μήπως με τη θέλησή τους και γιατί;
Το βέβαιο είναι πως το πλοίο βγήκε νόμιμα από τα Δαρδανέλια. Σύμφωνα με τους διεθνείς κανονισμούς είχε σηκώσει στο πλωριό κατάρτι την τουρκική σημαία, δηλαδή τη σημαία του κράτους που έπλεε στα χωρικά του ύδατα. Είναι άγνωστο πώς έφτασε φορτωμένο στην Τουρκία, τι φορτίο είχε και πού το παρέδωσε. Αναχώρησε με τα ναυτιλιακά του έγγραφα με πρόθεση να επιστρέψει σε λιμάνι της μη κατεχόμενης Γαλλίας, στη Μεσόγειο.
Γερμανικά αεροπλάνα αποκλείεται να διέταξαν την εγκατάλειψη του πλοίου γιατί ίσχυε η Γαλλογερμανική συμφωνία με το Βισύ. Διαταγή από συμμαχικό υποβρύχιο, αποκλείεται σ'αυτή την περιοχή, σ'αυτή τη χρονική περίοδο. Αν πάλι το δεχτούμε, τότε το υποβρύχιο, μετά την εγκατάλειψη θάχε τορπιλίσει με άνεση το πλοίο. Αν πάλι, το υποβρύχιο είχε καταδυθεί από εμφάνιση γερμανικού αεροπλάνου, μπορούσε να αναδυθεί αργότερα και να τορπιλίσει τον ακίνητο πλέον στόχο.
Ερχόμαστε στη δεύτερη περίπτωση, να εγκαταλείφθηκε το «ALBERTA» λόγω κάποιου άλλου κινδύνου. Δηλαδή με εισροή υδάτων στη πρύμη του πλοίου από πιθανή πρόσκρουση σε ύφαλο. Προύποθέτει ότι, όλα τα διαθέσιμα μέσα για την απάντληση των νερών δεν επαρκούσαν. Τότε το πλοίο θάχε πάρει κλίση, με κίνδυνο να μεγαλώσει, να φτάσει στις 30 μοίρες, και το «ALBERTA» να κινδυνεύει να μπατάρει και να βυθιστεί. Η εγκατάλειψη σ'αυτή την περίπτωση γίνεται άμεσα! Δεν υπάρχει χρόνος για τον ναυτικό να πακετάρει τα πράγματά του, τα ρούχα του και τα ατομικά του είδη. Τότε, προσπαθούν όλοι να βολευτούνε στην πρώτη βάρκα και πολλοί πέφτουν στη θάλασσα και κολυμπάνε.
Το «ALBERTA», που άγνωστο πότε εγκαταλείφθηκε από το πλήρωμά του, παρέμεινε δύο ολόκληρα 24ωρα χωρίς να γίνει αντιληπτή η ελάχιστη κλίση. Επομένως, το πλήρωμα μάζεψε τις αποσκευές του, ύστερα από ομόφωνη συμφωνία, σταμάτησε τις μηχανές, κατέβασε τις βάρκες στη θάλασσα (τουλάχιστον δύο εικοσάρες ή σαραντάρες με 12 κουπιά η κάθε μία). Φορτώσανε τα πράγματά τους κι άρχισαν να κωπηλατούν, με «λιπαρά γαλήνη», προς την πλησιέστερη τουρκική ακτή, γιατί η Τουρκία στον Πόλεμο ήταν ουδέτερη. Η εγκατάλειψη πρέπει νάγινε κάποια ώρα που άρχισε να σκοτεινιάζει και φυσικά αφού είχαν περάσει την Ιμβρο και την Τένεδο.
Γεννιέται το ερώτημα, γιατί απέφυγαν να κάνουν το ίδιο όταν βρίσκονταν σε τουρκικό λιμάνι; Απλούστατο. Γνωρίζανε πως το πλοίο θα παρακρατιόταν μέχρι το τέλος του πολέμου κι οι ίδιοι θα παρέμεναν σε στρατόπεδο προσφύγων, όπως έμειναν οι Γερμανοί ναύτες του «θωρηκτού τσέπης», «Γκραφφον Σπέε», στην Αργεντινή, μέχρι το τέλος του Πολέμου.
Γι αυτό, σαν καλοί Γάλλοι πατριώτες, αποφάσισαν νΆ αλλάξουν στρατόπεδο! Να προωθηθούν στη Μέση Ανατολή μέσω Λιβάνου, Παλαιστίνης, στο στρατηγείο στην Αίγυπτο. Εκείνη την εποχή μάλιστα ο Λίβανος και η Συρία ήταν ένα κράτος, υπό γαλλική εντολή. (Ο χωρισμός τους έγινε το 1943). ΕξΆ άλλου η επιστροφή τους σε λιμάνι της κυβέρνησης του Βισύ είχε ως προϋπόθεση νΆ αντιμετωπίσουν συμμαχικά υποβρύχια στο Αιγαίο, πολεμικά και αεροπλάνα στη Μεσόγειο, πράγμα που δεν τους συνέφερε καθόλου να το κάνουν. Ετσι, μια πιθανή πρόσκρουση σε ύφαλο, που έφερε νερά μέσα στο κήτος ή που την προκάλεσαν οι ίδιοι τους έδωσε το δικαίωμα να «δηλώσουν ναυαγοί». Απέφυγαν νΆ αποβιβασθούν σε ελληνικό νησί (Λήμνος - Λέσβος) γιατί θα κατέληγαν στους Γερμανούς. Το «ALBERTA» αργά ή γρήγορα θα έπεφτε στα χέρια τους και φυσικά θα τους θεωρούσαν αιχμαλώτους πολέμου.
Απομένει μόνον η περίπτωση του μηχανικού Λενορμάν. Πιστεύω πως ήταν ο ίδιος που αποφάσισε να μην πάρει τις αποσκευές του και πέταξε το διαβατήριο ή το ναυτικό του φυλλάδιο. Πιθανόν να μην πήρε τίποτα μαζύ του, να έφυγε με άλλο όνομα ή να είχε διασυνδέσεις στην Τουρκία ή στον Λίβανο και να πήρε μία βαλίτσα με άλλο «περιεχόμενο». Ο Μπαμπούρης γράφει πως υπήρχαν μέσα στο πλοίο «ασημένια μαχαιροπήρουνα» και «πιάτα πορσελάνης». Μπορεί «κοινή συναινέσει» να κρατούσε το «ταμείο» του πληρώματος ...;
Το Γαλλικό Υπουργείο δε βρήκε τι απέγινε το πλήρωμα. Πιθανόν να κατασχέθηκαν τα αρχεία του Βισύ από τους Γερμανούς το 1942. Μπορεί να πρόλαβε και να τα κατέστρεψε η κυβέρνηση του Πεταίν, γι αυτό δεν βρέθηκαν στοιχεία.
Τι απέγινε το «ALBERTA»;
Το Γαλλικό Υπουργείο δεν γνωρίζει τι όνομα απέκτησε η «ALBERTA» ούτε με ποιό όνομα βυθίστηκε. Στον Πόλεμο, τα εμπορικά πλοία όπως και τα πολεμικά αλλάζανε συχνά ονόματα για να εμφανίζονται περισσότερα και να μπερδεύουν την κατασκοπεία.
Ένα πλοίο, που έκανε τακτικά δρομολόγια στην Κρήτη, μετά πό 2-3 ταξίδια άλλαζε όνομα και παρουσιαζόταν σαν «sistership» (= αδελφό πλοίο). Συχνά, με πρόχειρη ξύλινη ή λαμαρινένια κατασκευή, τροποποιούσαν την εμφάνισή του στα υπερστεγάσματα για να ξεγελάσουν τους πληροφοριοδότες των συμμάχων.
Τον Οκτώβριο του 1944, όλες οι Γερμανικές δυνάμεις από την Ελλάδα αποχώρησαν «δια ξηράς». Από το 1943 είχε λήξει ο πόλεμος στη Β. Αφρική και οι Σύμμαχοι είχαν αποβιβασθεί στην Ιταλία που συνθηκολόγησε. Στο Αιγαίο, στην Αδριατική και τη Μεσόγειο δεν υπήρχε κανένα γερμανικό πλοίο. Όλα τα με γερμανική σημαία πλοία είχαν βομβαρδισθεί από τα συμμαχικά αεροπλάνα ή τορπιλιστεί από τα ελληνικά και συμμαχικά υποβρύχια στο Αιγαίο. Ποιό απ'όλα ήταν το «ALBERTA», γιατί κανένα με γερμανική σημαία δεν έπεσε στα χέρια των συμμάχων.
Αραγε το 6.000 τόννοι, που δήλωσε ο Θεσσαλός ψαράς, ήταν η σωστή χωρητικότητα του «ALBERTA»; Για να υπολογίσουμε το ακριβές τοννάζ ενός πλοίου, πρέπει να γνωρίζουμε το μήκος, το πλάτος και το βύθισμά του. Τέτοιον υπολογισμό δεν είχαμε. Το «ALBERTA» θα μπορούσε να είναι ένα από τα τορπιλισμένα ή βομβαρδισμένα πλοία από 3.500 μέχρι 8.000 τόννοι. Αλλά, ποιο απ'όλα;
Φυσικά το γαλλικό πλοίο δεν έχει καμμία σχέση με το ελληνικό επιβατηγό ατμόπλοιο «ΑΛΜΠΕΡΤΑ» του Δ. Ιγγλέση, που ήτανε 1167 τόννοι και βυθίστηκε το 1941 από γερμανικά στούκας.