Τρίτη, 19 Μαρτίου 2013

2856 - Αρχιμανδρίτης Aγαθάγγελος Μιχαηλίδης - Ξενοφωντινός (1908-1991)


Ο κατά κόσμον Αθανάσιος Μιχαηλίδης του Μιχαήλ και της Βικτωρίας γεννήθηκε στο χωριό Μουταλάσκη της Καππαδοκίας το 1908, το οποίο ήταν και το χωριό του ΟΣΙΟΥ Σάββα του Ηγιασμένου. Τα παιδικά του χρόνια, όπως διηγείτο, τα διήλθε σε μεγάλη πενία, οδυνηρή ορφάνια, πολλούς κόπους και μεγάλες ταλαιπωρίες. Η θερμή πίστη και η άδολη ευσέβεια, καθώς και η φυσική καππαδοκική ευλάβεια, τον έκαναν να τα ξεπεράσει όλα. Το 1922 πρόσφυγας εφθασε με τη μητέρα και τις δυο αδελφές του στην Κόρινθο και στη συνέχεια στη Θεσσαλονίκη, όπου εργάσθηκε σε ιποδηματοποιείο.
Ο πόθος του Θεού νέο τον έφερε στο Άγιον Όρος, το όρος του Θεού και των αγίων. Εκάρη μοναχός στη μονή Ξενοφώντος το 1930. Σπούδασε στην Αθωνιάδα Σχολή. Κατά την πανήγυρη της μονής του, του αγίου μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του Τροπαιοφόρου, το 1940, χειροτονήθηκε διάκονος από τον επίσκοπο Μιλητουπόλεως Ιερόθεο († 1956). Στη μονή της μετανοίας του παρέμεινε επί δεκαετία.
Μετά τις σπουδές του στη Θεολογική Σχολή Αθηνών, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος το 1947 από τον μητροπολίτη Μεσσηνίας Χρυσόστομο († 1961) και διετέλεσε πρωτοσύγκελλος της ιεράς μητροπόλεως Μεσσηνίας. Μία εικοσαετία στη μεσσηνιακή πρωτεύουσα διακρίθηκε ως ο πλέον φιλακόλουθος ιερεύς, άριστος εξομολόγος, αναπαύοντας πλήθη πιστών, ελεήμων, ανάργυρος και ευπροσήγορος. Μία τοπική εφημερίδα εγραφε γι’ αυτόν: «Ποίος εκτύπησε την θύραν του κελλίου του και δεν του άνοιξε; Ποίος εζήτησε την βοήθειάν του και του την ηρνήθη; Ποίος του υπέδειξε πάσχοντας και ενδεείς και δεν έσπευσε να έλθη αρωγός; Ποίος τέλος κατέφυγε σ αυτόν δι’ οιονδήποτε θέμα του -πνευματικόν, οικογενειακόν, οικονομικόν κ.α.- και δεν εύρε παραμυθίαν και συμπαράστασιν στοργικήν και πατρικήν;».
Στη συνέχεια διετέλεσε ηγούμενος της Ιεράς μονής Κοιμήσεως της Θεοτόκου-Πεντέλης και προϊστάμενος μεγάλων ενοριακών ναών των Αθηνών. Μετά τη συνταξιοδότηση του αποσύρθηκε στην Ιερά μονή Καλαμίου Αργολίδος, ως Πνευματικός της φιλόθεης αδελφότητος και νέος κτήτορας. Ο μητροπολίτης Νικοπόλεως Μελέτιος, που τον γνώριζε καλά» γράφει σε σχετικό πόνημα του: «Ο π. Αγαθάγγελος διακρινόταν για την παιδική του απλότητα, την ταπείνωση, την αφάνεια, και προ πάντων για την γνήσια και ειλικρινή αγάπη του προς τον συνάνθρωπο και μάλιστα τον πονεμένο. Ήταν αληθινός ποιμένας και στοργικός πατέρας».
Τον γνωρίσαμε κι εμείς στην Αθήνα, με τον συνέκδημό του π. Επιφάνιο Θεοδωρόπουλο, με το φωτεινό του πρόσωπο, τη διάκριση και την καλοσύνη του. Ο αείμνηστος Γέροντας είχε πολύπλευρη προσφορά στην Εκκλησία του Χριστού, την οποία κόσμησε με το απαράμιλλο ήθος του και το βιωμένο του παράδειγμα. Τα πνευματικά του τέκνα δεν λησμονούν τη σεμνότητα, ταπεινότητα, απλότητα, διακριτικότητα και πνευματικότητά του, το ορθόδοξο ύφος και το λειτουργικό ήθος του. Ανεπαύθη στις 13.3.1991 στη μονή Καλαμίου, όπου και ετάφη.
Έγραφε ο Γέροντας στο ημερολόγιό του: «Ευχαριστώ τον Θεόν τον Σωτήρα μου, διότι από νήπιο με έκαμε να αγαπώ μέχρι τρέλας το θυσιαστήριό Του, να θέλω να υπηρετώ Αυτόν και μόνο, και να επιθυμώ να εύρω την ευτυχία μου και τη χαρά μου μόνο κοντά Του… Ευχαριστώ τον Θεό, διότι με οδήγησε να γνωρισθώ με Αγιορείτες μοναχούς, από τους οποίους ωφελήθηκα πολύ…». Στη διαθήκη του κατέληγε: «Ευχαριστώ από καρδίας όλους όσοι μου συμπαραστάθησαν καθ’ όλην την διάρκειαν της ζωής μου• ιδιαιτέρως δε εκείνους πού με διηκόνησαν κατά τα γηρατεία μου εν πάση ανιδιοτελεία. Συγχωρώ πάντας. Ζητώ την συγχώρησιν πάντων, όσους τυχόν επίκρανα. Και παρακαλώ όλους ΤΟΥΣ γνωστούς, να με ενθυμούνται εις τας προσευχάς των και μάλιστα οι κληρικοί εις το ιερόν θυσιαστήριον». Ο π. Ιωήλ Γιαννακόπουλος έλεγε περί αυτού: «Ο π. Αγαθάγγελος είναι ό,τι λέει το όνομά του».

Πηγές – Βιβλιογραφία:
Συμεών Κούτσα άρχιμ., Αγαθάγγελος ο απλούς, Ο Εφημέριος, 6/1991, σσ 114-116.
Μελετίου Νικοπόλεως μητροπ., Ο πάτερ Αγαθάγγελος, Πρέβεζα 1993.
Τίτου Χορτάτου αρχιμ., Αρχιμ. Αγαθάγγελος Μιχαηλίδης, Εκκλησιαστική Αλήθεια 377/1994, σ. 2.

Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, «Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Γ΄, 1984-2000», , § Ιερομόναχος Aγαθάγγελος Ξενοφωντινός (1908-1991), Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011

2855 - Νηστίσιμα φαγητά με συνταγή Αγίου Όρους (12)



Κολοκυθάκια με πατάτες στον φούρνο (μπριάμ)

Υλικά (για 6 μερίδες)
Μισό κιλό κολοκυθάκια
1 κιλό πατάτες
5 έως 6 σκελίδες σκόρδα
200 γραμμάρια λάδι
Αλάτι
4 έως 5 φρέσκιες ντομάτες
1 ματσάκι μαϊδανός
Μαυροπίπερο, κύμινο, κόκκινο γλυκοπίπερο

Καθαρίζουμε και πλένουμε τα κολοκυθάκια και τις πατάτες και κατόπιν τα κόβουμε σε φέτες. Καθαρίζουμε και κόβουμε σε φέτες τα σκόρδα μας. Επίσης πλένουμε και πολτοποιούμε τις ντομάτες (στο μπλέντερ). Ανάβουμε τον φούρνο μας στους 250ο βαθμούς.
Βάζουμε στο ταψί του φούρνου τα κολοκυθάκια καιτις πατάτες και στη συνέχεια ρίχνουμε τις φέτες του σκόρδου, τις αλεσμένες ντομάτες, το λάδι, το αλάτι και όλα τα μπαχαρικά. Τα ανακατεύουμε καλά και από πάνω ρίχνουμε τον ψιλοκομμένο μαϊδανό. Όπως είναι πολύχρωμο και στολισμένο το ταψί μας, το ρίχνουμε στον φούρνο.
Ύστερα από είκοσι λεπτά, χαμηλώνουμε τη φωτιά στους 200ο βαθμούς και έπειτα από είκοσι λεπτά στους 180ο βαθμούς.
Όταν περάσει περίπου μισή ώρα, το φαγητό μας είναι ήδη έτοιμο. Προσέξτε, όμως, διότι πρέπει να κρυώσει κάπως πριν από το σερβίρισμα, διότι ως γνωστόν οι πατάτες και τα κολοκυθάκια αργούν να κρυώσουν.

από το βιβλίο ΜΑΓΕΙΡΙΚΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ
του Μοναχού Επιφάνιου Μυλοποταμινού

Περισσότερες συνταγές:

2854 - Ρουμάνοι Αγιορείτες Μοναχοί. Μοναχός Λεόντιος Προδρομίτης



.......Ἡ Ρουμανική Σκήτη τοῦ Τιμίου Προδρόμου κτίσθηκε τό 1853 στήν περιοχής τῆς Βίγλας, πού ἀπέχει ἀπό τήν κυρίαρχη Μονή τῆς Μεγίστης Λαύρας μία ὥρα. Στίς ἀρχές τοῦ 20ου αἰῶνος ἡ Σκήτη μας παρουσίασε μεγάλη πνευματική ἀνάπτυξι. Ἀνέδειξε σπουδαίους μοναχούς πού διέπρεψαν στήν ἀρετή, στήν ἄσκησι, στήν καλλιγραφία, στήν βιβλιοδεσία, στήν ζωγραφική καί στήν ψαλτική τέχνη. Εἶναι γνωστός σ᾿ ὅλο τό Ἅγιον Ὄρος ὁ ρουμᾶνος  πρωτοψάλτης μοναχός Νεκτάριος Βλάχος. 
......Στήν βιβλιοθήκη τῆς Σκήτης ὑπάρχει ἕνα εἰκοσάτομο ἔργο τοῦ μοναχοῦ Εἰρηνάρχου. Κάθε τόμος, καλαίσθητος καί χειρόγραφος μέ ἄφθονες μινιατοῦρες, σχέδια καί σκηνές ἀπό τό Ἅγιον ὄρος, περιγράφει ὅλα τά ἱστορικά καί λοιπά στοιχεῖα γιά κάθε ἁγιορείτικη Μονή. Τό ἔργο αὐτό εἶναι πολυτιμώτατο, διότι ἠμποροῦμε νά μάθουμε τήν ἱστορία καί τήν τότε κατάστασι ἑκάστης Μονῆς ἀπό τά τέλη τοῦ 19ου αἰῶνος καί ἑξῆς. 
.......Στόν τόμο γιά τήν Ρουμανική Σκήτη εὑρήκαμε τά ἑξῆς συναξάρια γιά ρουμάνους ἁγιορείτες πατέρες, τά ὁποῖα καταχωροῦμε ἐδῶ: 
.......Μοναχός Λεόντιος Προδρομίτης 
.......Ὁ ὅσιος Γέροντας Λεόντιος Θεοδωρέσκου, ἱερεύς καί μεγαλόσχημος μοναχός, καταγόταν ἀπό τήν κοινότητα Νεγκρέστ τοῦ νομοῦ Νεάμτς. Οἱ γονεῖς του ὠνομάζοντο Θεόδωρος, ἐνῶ ἡ μητέρα του ἔγινε μοναχή μέ τό ὄνομα Γλυκερία. Τό ἔτος 1838 ἐπῆγε νά μονάση στό μοναστήρι Χωραΐτσα τῆς Μολδαβίας. 
.......Τότε ἡγούμενος ἦτο ὁ ὀνομαστός π. Εἰρήναρχος Ροσέτς. Ἐκάρη μοναχός μέ τό ὄνομα Εἰρήναρχος καί χειροτονήθηκε ἱερεύς. Τό 1852 ἀνεχώρησε γιά τό Ἅγιον Ὄρος καί ἐγκαταστάθηκε στήν τότε ἱδρυθεῖσα Σκήτη τοῦ Τ. Προδρόμου. Ἐκεῖ ἐκάρη μεγαλόσχημος μοναχός μέ τό ὄνομα Λεόντιος. Ἡγούμενος τότε ἦτο ὁ κτίτωρ τῆς Σκήτης ἱερομόναχος π. Νήφων. Προεῖδε τόν θάνατό του, ὅτι θά φύγη πρίν ἀπό τό Πάσχα τοῦ 1901 καί ἔλαβε τήν πληροφορία ὅτι θά εἰσέλθη στήν αἰώνια ζωή. 
.......Ἐκοιμήθη σέ ἡλικία 85 ἐτῶν ἀπό τά ὁποῖα τά 49 ἔζησε στό Ἅγιον Ὄρος. Ἐπί 9 χρόνια ὑπηρέτησε ὡς ἐφημέριος στόν ναό τῆς Θεοτόκου στήν Γεθσημανῆ τῆς Παλαιστίνης (1882-1891). 
.......Ὡς πρός τόν χαρακτῆρα του ἦτο πολύ πρᾶος, εὐπρόσιτος, εὐλαβής καί ἁπλοῦς. 
.......Οὐδέποτε ἐθύμωνε ὅ,τι καί νά τοῦ ἔκανε κάποιος. Δέν σκανδαλιζόταν γιά ὅ,τι ἄσχημο ἔβλεπε ἤ ἄκουε. Ἔκοβε τό θέλημά του πρός ὅλους, βοηθῶντας ὅλους στά διακονήματά τους. Εἶχε βαθειά εἰρήνη καί ἀπέφευγε τούς πειρασμούς. Ἦτο ὁ πιό ἐνάρετος καί ἁγιασμένος μοναχός καί πάντοτε εὔθυμος. 
.......Μία φορά τόν ἐρώτησα: «Τίμιε πάτερ, πῶς συμβαίνει νά μή σκανδαλίζεσαι ποτέ γιά ὅ,τι κακό βλέπεις καί ἀκοῦς; Ἀλλά δυστυχῶς δέν μοῦ ἀπήντησε καί αὐτό πολύ μέ λύπησε. 
.......Ἦτο ἀγαπητός, ὄχι μόνο στούς μοναχούς, ἀλλά καί στούς ἐπισκόπους πρός τούς ὁποίους ἔτρεφε πολύ σεβασμό καί εὐλάβεια.
.......Ἐνῶ ἦτο 78 ἐτῶν (δηλαδή τό 1894) τό πρόσωπό του ἦτο ροδοκόκκινο σάν τριαντάφυλλο καί λευκό σάν τό λινό ὕφασμα. Εἶχε δυνατή καί μελωδική φωνή καί ἔψαλλε ὡραῖα στήν ἐκκλησία. Τήν νύκτα πρῶτος κατέβαινε στήν Ἀκολουθία τοῦ ὄρθρου καί ἔφευγε τελευταῖος. Ὁ ἴδιος κάθε νύκτα θά περνοῦσε νά κτυπήση τίς πόρτες τῶν κελλιῶν τῶν μοναχῶν γιά νά κατέβουν στήν Ἀκολουθία.
.......Κάθε βράδυ φορῶντας τό ἐπιτραχήλιό του καί μ᾿ ἕνα ἀναμμένο κερί ἐπήγαινε στό Κοιμητήριο ῆς Σκήτης καί ἐδιάβαζε ἐπιμνημόσυνο δέησι γιά τούς κοιμηθέντας ἀδελφούς. Μοῦ διηγήθηκαν ἄλλοι πατέρες ὅτι ὁ παπᾶ Λεόντιος ἐδιάβασε μεγαλόσχημους πολλούς ἡλικιωμένους πατέρες, οἱ ὁποῖοι μετά τήν κουρά τους, ἀναχωροῦσαν γιά τίς αἰώνιες μονές.
.......Ἀγάπησε τήν σιωπή, ἀλλά μέ διάκρισι, διότι μία σοφή παροιμία λέγει: «Ἄλλοι ὁμιλοῦν ὅλη τήν ἡμέρα καί δέν σφάλλουν, ἐνῶ ἄλλοι ὁμιλοῦν καί ἁμαρτάνουν». Ἀπ᾿ αὐτά τά λόγια καταλαβαίνουμε ὅτι δέν ἔχουν ἀξία τά λόγια ἤ ἡ σιωπή καθ᾿ ἑαυτά, ἀλλά ἡ καρδία καί ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου κατά πόσον ἐργάζονται τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ ἤ κυριεύονται ἀπό τά πάθη.

2853 - Δύο μαρτυρίες για την πνευματική αγάπη του Γέροντα Ιωσήφ Βατοπαιδινού



1. «Μπορεί παιδί μου εμείς νά ζούμε στο Άγιον Όρος αλλά οι κεραίες μας βλέπουν τι γίνεται στήν Αθήνα».
Τί νά εννοούσε ο μακαριστός Γέροντας Ιωσήφ όταν μού το έλεγε αυτό πρίν μερικά χρόνια; Κάποτε η μητέρα μου έπαθε 3 εγκεφαλικά κατά διαστήματα. Στο τρίτο όμως πέθανε. Όμως συνέβη στο δεύτερο εγκεφαλικό ένα αξιοθαύμαστο γεγονός. Ήμουν στο νοσοκομείο μέ τα αδέλφιά μου. Ήμουν ανήσυχος. Είχα ένα μικρό κομποσχοινάκι στο χέρι μου και άρχισα νά λέγω τήν ευχή : «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησέ την μέ τίς ευχές του Γέροντα Ιωσήφ», «Υπεραγία Θεοτόκε ελέησέ την μέ τίς ευχές του Γέροντα Ιωσήφ».
Πήγαινα πάνω-κάτω στούς διαδρόμους του νοσοκομείου, μέ αγωνία και πόνο για τήν μητέρα μου. Πάντα έλεγα μέ τίς ευχές του Γέροντα Ιωσήφ. Πέρασαν δύο ώρες περίπου. Ξαφνικά εμφανίζεται ο γιατρός και μάς λέγει: «καλύτερα είναι η μητέρα σας».
Η χαρά πού πήρα ήταν ανέλπιστη. Το βράδυ παίρνω τόν Γέροντα Ιωσήφ στο καλύβι του στο Άγιον Όρος. «Ευλογείτε Γέροντα. Ξέρετε η μητέρα μου έπαθε εγκεφαλικό αλλά μέ τίς ευχές σας είναι καλύτερα τώρα». Ξαφνικά ακούω τόν Γέροντα νά μού λέγει στο τηλέφωνο. «Έ! άσε και κανένα νά πεθάνει!!». Τα έχασα, τόν ευχαρίστησα και πήρα τήν ευχή του. Μετά από αυτό συνειδητοποίησα αυτό πού μάς έλεγε συχνά από τήν Αγία Γραφή, «πολύ ισχύει δέησις δικαίου ενεργουμένη». Δηλ. η ευχή του Γέροντα ήταν δέησις δικαίου ενεργουμένη.
Στο 3ο όμως εγκεφαλικό πού έπαθε η μητέρα μου πέθανε. Τότε σάν νά είχε κλείσει ο ουρανός. Ούτε το τηλέφωνο σήκωνε στο Άγιον Όρος, ούτε πού προσευχόμουν μέ τίς ευχές του.
Η Παναγία μας πού υπεραγαπούσε, πού μάς το μετέδωσε και σέ μάς τα ανάξια παιδιά του, νά μάς παρηγορεί στίς δυσκολίες και δοκιμασίες πού παιρνούμε σάν κράτος και σάν πρόσωπα ο καθένας μας.
Αμήν. Σ.Κ.
2. «Ήθελα νά πάω σπίτι του νά τόν δείρω γιατί στενοχώρησε τήν μητέρα του πού αγαπούσα ιδιαίτερα».
Εκείνο το βράδυ ήμουν στενοχωρημένος. Είχε γίνει οικογενειακό επεισόδιο μέ ένα συγγενή μου μέ τήν μητέρα του. Είχα θολώσει. Το μόνο πού σκεπτόμουν να πάω σπίτι του και νά τόν σπάσω στο ξύλο, γιατί δε άντεχα πού είχε στενοχωρήσει τή μάνα του. Το σκεπτόμουν και αυτό ήθελα. Κάποια στιγμή λέγω, «άς πάρω τηλέφωνο τόν πατέρα μου Γ. Ιωσήφ νά του πώ το πρόβλημα».
- Γέροντα, ευλογείτε. Τι κάνετε;
Αρχισα νά του αραδιάζω το πρόβλημα πού υπήρχε μιλώντας συνέχεια. Τσιμουδιά δέν έλεγα στόν Γέροντα ότι ήθελα νά πάω νά τον δείρω. Συνέχιζα νά μιλάω. Ξαφνικά, λέει ο Γέροντας: «Αυτό πού θέλεις δέν στέκει και νομικά». Τίποτα δέν καταλάβαινα. Συνέχιζα νά εκθέτω το πρόβλημα και χωρίς νά ξέρω γιατί, δέν ήθελα νά του πώ ότι θέλω νά πάω νά τόν δείρω. Ακούω πάλι για δεύτερη φορά τόν Γέροντα: «Και αυτό πού θέλεις δέν στέκει νομικά». Τήν δεύτερη φορά σάν νά ξύπνησα από λήθαργο και λέγω μέ μιά χαρά και δυνατή φωνή στο τηλέφωνο: Γέροντα ήθελα νά πάω νά τόν δείρω. Τότε ακούω τόν Γέροντα νά λέγει: «Γι’ αυτό στο είπα, παιδί μου!!». Αμέσως σάν νά έφυγε ένα βάρος από πάνω μου και ειρήνευσα ξαφνικά τελείως. Αυτό ήταν. Μού πέρασε ο θυμός και ο Γέροντας μέ έκανε νά συνειδητοποιήσω τι κακό θά έκανα άν το τολμούσα αυτό. Τόν ευχαρίστησα και πήρα τήν ευχή του. Μέχρι τώρα το σκέπτομαι άνκαι πέρασαν κάμποσα χρόνια, «δέν στέκει και νομικά!».
Νά λοιπόν οι κεραίες τών Πατέρων, βλέπουν τι γίνεται και στήν Αθήνα και πονάνε και νοιάζονται και προσεύχονται για όλους μας. Αυτό είναι το Άγιον Όρος, τόπος προσευχής και για τούς εχθρούς όπως λένε. Όμως δηλώνουν ότι δέν έχουν εχθρούς και το πιστεύουν αυτό και το πιστεύω και εγώ. Οι άλλοι όμως τούς εχθρεύονται γιατί δέν μπορούν νά καταλάβουν. Μήπως ισχύει το «ου γάρ οίδασι τι ποιούσι;».
Η Παναγία μας πού γιορτάζει σήμερα, η Παναγία η Παραμυθία, νά μάς δυναμώνει πάντα στο καλό.
Τήν ευχή νά έχουμε του μακαριστού Γ. Ιωσήφ.
Σ. Κ.