Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2012

2344 - Μοναχός Μωυσής Αγιορείτης: Οι καιροί μας θέλουν φωτεινά και διάφανα ράσα




Τον τελευταίο καιρό γίνεται πολύς λόγος για κληρικούς που λησμόνησαν την αποστολή τους ή κηρύττουν και ασχολούνται με αλλότρια έργα. Καταδικάζουν δικαίως την ακροδεξιά, αλλά και ερωτοτροπούν με τη γνωστή αριστερά. Η πρώτη υποστηρίζει τη βία, τον ρατσισμό και την ανελευθερία. Η αριστερά διατηρεί την εκκλησιομαχία και αθεΐα της. Θέλει μεγάλη προσοχή ο μοντερνισμός και ο προοδευτισμός. Οι αριστεροί κάνουν χάρη στην Εκκλησία, της επιτρέπουν και αναγνωρίζουν μόνο το φιλανθρωπικό έργο. Η αριστερά εργάζεται συστηματικά για την τοποθέτηση της Εκκλησίας στο περιθώριο, για τον περιορισμό της, τη συκοφάντησή της και την παρεξήγησή της. 
.......Υπάρχει η οδός του «να περνά καλά ο καιρός», «να μη δημιουργούμε εντάσεις», «να τα έχουμε με όλους καλά». Υπάρχει και η άλλη οδός, που δεν φοβάται την αλήθεια, ομολογεί τη δικαιοσύνη, υπεραμύνεται την πίστη, δίχως κορόνες, φανατισμούς και αρές. Οι κληρικοί αυτοί δεν πτοούνται από το όποιο μαρτύριο. Οι άλλοι αρκούνται στα τυπικά τους καθήκοντα ως ποιμένων.
.......Για μία ακόμη φορά γίνεται λόγος για έλληνες κληρικούς τέκτονες-μασόνους. Η μασονία είναι επίσημα καταδικασμένη από την Εκκλησία της Ελλάδος. Οι κληρικοί οφείλουν να ενημερώνουν σχετικά το ποίμνιό τους και οι τεκτονικές στοές να έχουν διαφάνεια. Δεν μπορεί επ’ ουδενί να ταυτιστεί η χριστιανική ιδιότητα με τη μασονική, και μάλιστα ενός ιερωμένου.
.......Χρειάζεται ενημέρωση, επανατοποθέτηση και κάθαρση.
.......Κάθαρση θέλει και η πολιτεία και η Εκκλησία. Περισσότερο φως. Ο Ραούλ Φολερό έλεγε: «Στο υπάρχον σκοτάδι μπορείς να ανάψεις ένα κερί και κάτι θα γκριζάνει». Είναι πολλά που θα πρέπει να ιδωθούν βαθύτερα.
.......Ο Χριστός δεν υπάκουσε στον δαίμονα να κάνει τις πέτρες ψωμιά και να χορτάσει τους πεινασμένους. Φθάνουν κληρικοί κάποτε να διορθώνουν τον Χριστό και να εξαντλούν την προσφορά τους με το να μοιράζουν φαγητό. Δεν λέμε ότι δεν χρειάζεται η φιλανθρωπία και η φιλοπτωχία, και μάλιστα σήμερα, αλλά δεν είναι το άπαν και το πρώτιστο. Η Εκκλησία δίνει αυτό που δεν μπορεί να σου δώσει κανένας άλλος. Αυτό φαίνεται να το λησμόνησαν ακόμη και ορισμένοι ρασοφόροι, που ακούγεται να φυλάγουν πολλά χρήματα.
.......Η Εκκλησία μιλά για την ιερότητα και μοναδικότητα του ανθρώπινου προσώπου, για την ελευθερία του ανθρώπου, την αφοβία του θανάτου, τον πλούτο της πενίας, τη χαρά της ακτημοσύνης, την άνεση της εγκράτειας. Οι καιροί μας θέλουν φωτεινά και διάφανα ράσα. Υπάρχουν μοναχοί, διάκονοι, ιερείς και αρχιερείς που αγρυπνούν, ορθοστατούν, γρηγορούν, δέονται, υπομένουν, εργάζονται πνευματικά, μυστικά και αποδοτικά. Δεν γράφει κανείς γι’ αυτούς. Ζουν σεμνά, σιωπηλά, αδιαφήμιστα. Ράσα απλά, λιτά, μελανά, ως πτέρυγες. Ράσα ανεμίζοντα, που μυρίζουν λιβάνι, που μεταφέρουν παρηγοριά ευαγγελική. Βιώνουν την αλήθεια και χαίρονται, έχουν εμπειρία και διάκριση και συνδράμουν ψυχές λαβωμένες από τα βέλη της πονηρίας. Οι 9.000 ιερείς της πατρίδας μας στη συντριπτική τους πλειοψηφία είναι αγωνιστές, ορθοδοξότατοι και καλοκάγαθοι.

2343 - Προφητείες Αγίου Κοσμά του Αιτωλού (Φιλοθεΐτου)


2342 - Ιερά Σκήτη Αγίας Άννης



Η Ιερά Σκήτη της Αγίας Άννης κείται σε μια καταπράσινη κοιλάδα που εκτείνεται από τη θάλασσα προς τα πάνω, ως 400 μέτρα ψηλά. Σκόρπιες οι καλύβες σ' αυτή την κοιλάδα, κρυμμένες πίσω από θεόρατες δρυς ή γκριζοπράσινους βραχώδεις όγκους, βρίσκονται δομημένες κλιμακωτά, η μία λίγα μέτρα ψηλότερα απ' την άλλη. Επάλληλα αντερείσματα συγκρατούν το λίγο χώμα των κήπων, κι άλλα υποβαστάζουν το χιλιοπατημένο μονοπάτι, που ασκητές περπατούν με κόπο επί αιώνες «αδιαλείπτως προσευχόμενοι».
Είναι η πολυαριθμότερη απ' όλες τις Σκήτες κι έχει συσταθεί κατά τον 16ο-17ο αιώνα. Πιο πριν ο τόπος αυτός δεν ήταν άγνωστος. Εδώ υπήρχε η μονή των Βουλευτηρίων από τις αρχές του 11ου αιώνα. Πράγματι αυτή υφίστατο από το 1010 και ήταν κτισμένη κοντά στον όρμο, στη θέση Αυλάκι. Καταστράφηκε όμως από Άραβες ληστοπειρατές και ο τελευταίος ηγούμενος Γερόντιος ανήλθε στα υψηλότερα ορεινά και κρημνώδη μέρη, όπου ανήγειρε το ησυχαστήριό του, του Αγίου Παντελεήμονα, το οποίο υπάρχει και σήμερα, με αγίασμα, που παραδόξως ποτέ δεν υπερχειλίζει, αλλά ούτε και μειούται όσο και αν προμηθεύεται κάποιος.
Στη συνέχεια κάποιος Γεώργιος ή Γερμανός έκτισε πλησίον της θέσεως που βρίσκεται σήμερα το Κυριακό της Σκήτης, κελλί του «Ευαγγελισμού». Επειδή τον αυξανόμενο αριθμό των ησυχαστών δεν χωρούσε πλέον το Κυριακό, που βρισκόταν στο κελλί της «Κοιμήσεως της Θεοτόκου», ο ίδιος Γερμανός ίδρυσε νέο Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ευρύχωρο. Κατόπιν ο Ιεζεκιήλ ο Βατοπεδινός ανακαίνισε το κελλί του Ευαγγελισμού με ευρύ Ναό και έτσι οι Πατέρες συνήγοντο σ' αυτόν.
Τον 17ο αιώνα ο Πατριάρχης Διονύσιος Γ΄ ο Βάρδαλης διηύρυνε το Κυριακό της Σκήτης, με δικά του έξοδα, διαμένοντας πότε στη Σκήτη και πότε στη Μονή της Μεγίστης Λαύρας. Το σιγίλλιο της σύστασής της εκδίδει ο επόμενος, Διονύσιος ο Μουσελίμης (1671-94).
Το 1686 ο Ματθαίος, πνευματικός του βοεβόδα Σερμπάν Καντακουζηνού (1678-88) και κτίτορας του κελλιού Άγιος Γεώργιος στην Προβάτα, αφιερώνει στη Σκήτη το πόδι της Αγίας Άννης. Ο Ιεροσολύμων Δοσίθεος (1669-1707) στην δωδεκάβιβλό του αναφέρει «… Συνέβη τότε εξ Ασίας τινές ήλθον και έφερον εις τα κελλία της Προβάτας τον πόδα της Aγίας Άννης και εφανέρωσαν περί τούτου τω Πατριάρχη ζητούντες συμβουλήν τι να κάμωσιν. Έχων δε κλίσιν ο Πατριάρχης εις τον τόπον τούτον εσυμβούλευσεν αυτοίς να οικοδομήσωσι Ναόν επί τω ονόματι της αγίας Άννης και να αφιερώσωσιν εν αυτώ τον πόδα και να ησυχάσωσι και οι ίδιοι κτίζοντας οικήματα. Και έδωκε και την δαπάνην της οικοδομής του Ναού ο Πατριάρχης και ωκοδομήθη μικρός Ναός τότε. Διότι ο νυν μέγιστος και κάλλιστος εγένετο έπειτα. Έκτοτε ο τόπος έλαβε την ονομασίαν ΄΄αγία Άννα΄΄ και έπαυσε το όνομα ΄΄των Βουλευτηρίων''. Προ δε τούτου πανταχού των Βουλευτηρίων ευρίσκομεν λεγόμενον».
Από κώδικα της Σκήτης μαθαίνουμε ότι το πόδι της Αγίας Άννης προσεκομίσθη ενταύθα την 26η Οκτωβρίου 1666 επί Δικαίου Συμεών, κατά τον εξής τρόπο: Ιερεύς τις εφωδιασμένος δι εγγράφου υπό του οικουμενικού Πατριάρχου εταξίδευε χάριν ελέους. Ούτος ελθών εις την εν Αρμενία πόλιν Ερζερούμ ή Θεοδοσιούπολιν, ένθα Ναός των αγίων Μαρτύρων Μηνά, Βίκτωρος και Βικεντίου, εν ω ήσαν εναποτεθειμένα διάφορα άγια λείψανα, εξηγόρασε τον πόδα της Αγίας Άννης, ίνα μη περιπέση εις χείρας αλλοδόξων κατά τας υφισταμένας τότε δεινάς καιρικάς περιστάσεις. Προς πίστωσιν δε της γνησιότητος του αγίου Λειψάνου μετέβη είτα και έλαβε πιστοποιητικόν παρά του Μητροπολίτου Καισαρείας Καππαδοκίας Επιφανίου και του Χαλδείας Σιλβέστρου, εν ω φαίνονται αι υπογραφαί αυτών ουχί δε και η χρονολογία. Μετά ταύτα δυο Άραβες Αρχιερείς περιώδευον εν Αγίω Όρει χάριν ελεημοσύνης, συναποκομίζοντες και τον ιερό πόδα της Αγίας Άννης μετά του μνημονευθέντος πιστοποιητικού, άτινα, φαίνεται, είχον εξαγοράση παρά του ειρημένου Ιερέως. Φθάσαντες δε και εις τν εν Αγίω Όρει σκήτην της Προβάτας παρέμειναν παρά τω πνευματικώ Ματθαίω τω Λεσβίω τω και πνευματικώ του Βοεβόδα Κατακουζηνού. Ούτος ευπορών χρημάτων ηγόρασε παρά των αλλογλώσσων εκείνων Αρχιερέων, των εκ του κλίματος του Πατριαρχείου της Αντιοχείας, τον αριστερόν πόδα της Αγίας Άννης μετά του λεχθέντος πιστοποιητικού. Αφού δε, Διονύσιος Γ΄ ο Βάρδαλης τω 1666 ηύρυνε το Κυριακόν, απεφάσισαν οι εν τη Σκήτη Αδελφοί, ίν' αποκτήσωσι τον ιερόν πόδα της Αγίας Άννης. Προς τούτο δε ανέλαβεν ο πνευματικός Γερμανός και ο εκ της Μικράς Αγίας Άννης πνευματικός Διονύσιος, οι Λέσβιοι, να μεταβώσι παρά τω εν τω κελλίω του Αγίου Γεωργίου εν Προβάτα διαμένοντι συμπολίτη αυτών πνευματικώ Ματθαίω, όστις εκέκτητο τον ειρημένον θησαυρόν. Αφικόμενοι δ' ούτοι εκείσε κατώρθωσαν δια της πειθούς να λάβωσι παρ' αυτού τον ιερόν πόδα, ον κατέθεντο εν τω Κυριακώ της Σκήτης τω 1666, ως ερρήθη.
Τη φτωχή Σκήτη ευεργετούν με θέρμη ο έμπορος στη Βενετία Γεώργιος Κυρίτσης που δωρίζει σ' αυτήν 5.000 δουκάτα (1698) κι αργότερα ο πρώην Άρτης Νεόφυτος Μαυρομάτης, ευεργέτης κι άλλων Μονών χρηματοδοτεί την ανέγερση του κοιμητηρίου (1729) επί Δικαίου του Γέρω Ιωνά. Πριν δυο χρόνια είχε ανεγερθεί ο νάρθηκας και η τράπεζα του Κυριακού από τον μεγάλο Έλληνα ευεργέτη στην Κριμαία Ζώη Καπλάνη. Τον ετήσιο φόρο της Σκήτης, συμποσούμενο σε 700 γρόσια, χορηγεί από τα μέσα του 18ου αιώνα χωρίς διακοπή ο ζάπλουτος Πετράκης και στη συνέχεια ο γιός του.
Το ίδιο διάστημα αριθμεί περισσότερες από 60 καλύβες, και το Κυριακό είναι πλέον ανεπαρκές για τις λατρευτικές ανάγκες της αδελφότητας και διευρύνεται το 1755 και το 1804, ενώ τοιχογραφείται το 1757. Έχει ξύλινο υαλόφρακτο εξωνάρθηκα. Το περιφραγμένο με τοίχο – για λόγους προστασίας – συγκρότημα του Κυριακού, περιλαμβάνει ενσωματωμένα με τον ναό, τράπεζα και ξενώνα. Εδώ διαμένει και ο Δικαίος. Επίσης έχει αύλειο χώρο με κιόσκι και νεώτερο κτίριο βιβλιοθήκης, εικονοφυλακείου, σκευοφυλακείου. Φυλάσσονται 96 χειρόγραφα, αρκετές φορητές εικόνες και ιερά κειμήλια, με σημαντικότερο εκείνο της Αγίας Άννης, μητέρας της Θεοτόκου.  Το κωδωνοστάσιο θεμελιώνεται το 1784.
Κατά το 1843 κάποιοι μοναχοί «φιλοτάραχοι» κάνουν προσπάθειες ν' αποσπάσουν τη Σκήτη από την κυριότητα της Μεγίστης Λαύρας. Οι μοναχοί εκείνοι λοιπόν την ονόμασαν «αγίαν Συνάσταν» και ισχυρίζονταν «ότι πάλαι ποτέ υπήρξε δήθεν ανεξάρτητος Σιναϊτική». Τα παραπάνω περιέχονται σε μεγάλη επιστολή του πατριάρχη Άνθιμου ΣΤ΄, τον Οκτώβριο του 1847. Το Σεπτέμβριο του επόμενου χρόνου οι μοναχοί της Σκήτης με επιστολή τους προς το Πατριαρχείο διαδηλώνουν την υποταγή και την πίστη τους προς την κυρίαρχο και το Πατριαρχείο. Στην επιστολή τους οι Αγιαννίτες παραδέχονται τα 23 άρθρα του πατριαρχικού εγγράφου του 1843 ως κανονισμό της Σκήτης: «κατενοήσαμεν καλώς και παραδεχόμεθα ευχαρίστως και υπείκομεν το να ζήσωμεν κατ' εκείνα (άρθρα) του λοιπού...». Τα 23 εκείνα άρθρα ήταν διαπλάτυνση ενός προγενεστέρου κειμένου, αποτελούμενου από 20 άρθρα και υπογραμμένου από τον πατριάρχη Γερμανό Δ΄ (Απρίλιος 1843).
Στο ιερό του Κυριακού δίπλα αναπαύεται η σορός του πατριάρχη Κυρίλλου Ε΄ (1748-57) που εφησύχαζε στην καλύβα Άγιοι Απόστολοι. Στη Σκήτη ανδρώθηκαν και προαλείφτηκαν για το μαρτύριο και 14 άγιοι νεομάρτυρες.
Στο Κυριακό της Σκήτης υπάρχουν ακόμη και τα εξής άγια λείψανα: Τμήμα της κάρας του οσιομάρτυρος Νεκταρίου του Νέου και των νέων οσιομαρτύρων Ιγνατίου, Ευθυμίο και Ακακίου, του Αγίου Παντελεήμονος, του Αγίου Δημητρίου, του Αγίου Χαραλάμπους, των Αγίων Αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού κλπ.
Στην αρχή του 20ου αιώνα αριθμούσε 52 καλύβες με 300 μοναχούς, ενώ η απογραφή του 2001 κατέγραψε 94 μοναχούς, οι οποίοι παράλληλα με το εργόχειρό τους ασχολούνται και με την αλιεία και κηπουρική. Οι γέροντες ασχολούνται με αγιογραφία, ξυλογλυπτική, κατασκευή θυμιάματος και μικροτεχνία.


2341 - Συνοπτική ἱστορία τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου




ερά Μονή το σίου Γρηγορίου εναι μία πό τίς 20 Μονές το γίου ρους καί καταλαμβάνει τήν 18ην θέσιν σύμφωνα μέ τήν κρατοσα πό παλαιότερα τάξι το γίου ρους.
Λόγ τν διαφόρων στορικν περιπετειν καί συμφορν τς Μονς δυνάμεθα νά χωρίσουμε τήν στορία της σέ τέσσαρεις περιόδους:
Πρώτη Περίοδος
(1310-1500)
Πρτος Κτίτωρ ατς ναφέρεται σιος Γρηγόριος Σιναΐτης, ποος καί τήν φιέρωσε στόν γιο Νικόλαο, πίσκοπο Μύρων Λυκίας τόν Θαυματουργόν. σιος ατός προερχόταν πό τήν ερά Μονή το Σιν. Μέ θέλημα Θεο, φο στάθμευσε πρτα στίς μεγαλονήσους Κύπρο καί Κρήτη, λθε στό γιον ρος καί γκατεστάθηκε στήν Σκήτη το Μαγουλ, πλησίον τς Μεγίστης Λαύρας.
Γιά περισσότερη συχία, νεχώρησε καί κατώκησε στήν δυτική πλευρά, πλησίον το χειμάρρου Χρέντελι, που κτισε σκητήρια μέ τούς μαθητές του Γεράσιμον, ωσήφ, Νικόλαον, Μρκον τόν Θεωρητικώτατον, Κάλλιστον, τόν μετέπειτα πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως, άκωβον, τόν στερον ρχιερέα Σερβίων καί τόν Γρηγόριον τόν πό Συριάνων. Τά σκητήρια ατά νομάζοντο το Γρηγορίου καί ερίσκοντο στό σημεο πού σήμερα χει δρυθ ερά Μονή μας.
Βάσει γραπτν μαρτυριν μαθαίνουμε τι τά πρτα σκητήρια το σίου Γρηγορίου  το Σιναΐτου κτίσθηκαν τό 1310.
πότε πρώτη σύστασις τς Μονς μας χρονολογεται πό τήν χρονολογία ατή. πίσημο γγραφο τς ερς Κοινότητος, τό ποον ερίσκεται στήν ερά Μονή Χιλιανδαρίου, χρονολογούμενο πό τό 1347 ναφέρει καί τόν γούμενο τς Μονς μας, ς ξς: " μαρτωλός Καλλίστρατος ερομόναχος καί Καθηγούμενος το Γρηγορίου".
πειδή σιος Γρηγόριος δέν το συνηθισμένη μοναχική φυσιγνωμία, καθ᾿ σον πρξε διδάσκαλος τς νοερς προσευχς, ξλθε το γίου ρους μέ σκοπό νά διδάξη τούς ρθοδόξους λαούς τήν ν Χριστ ζωή, τήν μετάνοια καί τήν νοερά προσευχή. μπνεόμενος πό θεον ζλον λθε στήν Κωνσταντινούπολι, στήν Θράκη, τήν Βουλγαρία καί τήν Σερβία, που καί παρέδωσε τό πνεμα του μακριά πό τό γιον ρος.
μοναχός Γρηγόριος  συχαστής Σιωπν, ερισκόταν στήν Κωνσταντινούπολι, ταν κουσε γιά τήν φήμη το σίου Γρηγορίου το Σιναΐτου. Μετέβη στά Παρόρια τς Θράκης γιά νά τόν συναντήση. κε, μετά τήν κοίμησι το σίου Γρηγορίου, ποτάχθηκε στόν Γέροντα λαρίωνα, στόν ποον εχε ποταχθ καί σιος Ρωμύλος.
Λόγ πιδρομν τν γαρηνν, Γρηγόριος νεώτερος Σιωπν λθε στό γιον ρος. Μετά πό συνεχες μετωκήσεις γκατεστάθηκε στά σκητήρια το σίου Γρηγορίου το Σιναΐτου, τά ποα καί διηύρυνε καί τελειοποίησε. τσι τά κελλιά ατά πραν τήν μορφή Μονς, πού πό τότε λεγόταν το Γρηγορίου.
Δευτέρα Περίοδος
(1500-1761)
Βάσει γγράφου τς ερς Συνάξεως το γίου ρους πληροφορούμεθα τι ερά Μονή μας πέστη μεγάλες καταστροφές πό συνεχες φόδους τν γαρηνν (Σαρακηνν) καί κατέστη ντελς ρημος. Τότε Πρτος το γίου ρους σέ κοινή σύναξι μέ τούς ντιπροσώπους τν Μονν κάλεσε πό τήν Μονή το Γρηγορίου τόν σιώτατον μοναχόν Γρηγόριον καί το μπιστεύθηκε τήν κ νέου πανίδρυσι τς Μονς του.
Ατός, πειδή δέν εχε "πο τήν κεφαλήν κλναι", ζήτησε βοήθεια πό τόν εσεβέστατον γεμόνα τς Μολδαβίας ωάννην-Στέφανον τόν Μέγα ". Τόν κατέπεισε νά γίνη κτίτωρ καί τς δικς του κατεστραμμένης Μονς καί θά μνημονεύωνται τά νόματά τους στόν αἰῶνα ς κτιτόρων Ατς.
Δέχθηκε γεμών τήν παράκλησιν το πολυπαθος Γέροντος Γρηγορίου καί μέ τά χρήματα πού στάλησαν κτίσθηκε λεγομένη σήμερα μεσαία πτέρυγα μέ τήν λλη πτέρυγα πού βρέχεται πό τήν θάλασσα πρός δυσμάς. Στήν πτέρυγα ατή τν τριν ρόφων πάρχουν σήμερα κελλιά τν Μοναχν, τό ρχονταρίκιο, τό γουμενεο καί τά γραφεα τς Μονς.
Τρίτη Περίοδος
(1761-1859)
τρίτη περίοδος τς Μονς δοκιμάσθηκε σκληρά πό πυρκαϊά πού συνέβη τό τος 1761. κάησαν τά πάντα καί μόλις ο Πατέρες κατώρθωσαν καί διέσωσαν τά ερά Λείψανα, μερικά για Σκεύη καί Εκόνες.
Ο πίτροποι τς Μονς κάλεσαν τόν σιώτατον Γρηγοριάτην μοναχόν ωακείμ, ποος τόν καιρόν κενον σκήτευε σέ μιά σπηλιά τς γίας ννης, νά ναλάβη πρωτοβουλίες γιά τήν νασύστασιν καί νοικοδόμησιν τς καείσης Μονς. Σύμφωνα μέ τήν παράδοσιν, φθασεν σκητής μοναχός πέναντι τς Μονς καί ντικρύζοντάς την μέσα στίς φλόγες, κλαυσε πικρς.
Παρουσιάσθηκε κοντά του
νας ελαβής Γέροντας. το γιος Νικόλαος. Τόν παρηγόρησε καί το επε τι πάλι τό μοναστήρι θά κτισθ. Καί γιά νά πιστεύση κραδάντως, φύτρωσε πό τό πηγούνι του μία μεγάλη γενειάδα πού φθανε μέχρι τό δαφος.
πό τό θαμα ατό κατάλαβε μοναχός ωακείμ τι εναι θέλημα το γίου Νικολάου νά κτισθ Μονή του. Μέ χρήματα πού συγκέντρωσε πό τίς νορίες τς Κωνσταντινουπόλεως καί πό λλο κτισε τρία μοναστήρια: Τό δικό μας, τήν Μονή Μεταμορφώσεως στήν νσο Πρώτη τς Προποντίδος καί λλη Μονή στό ν Ρουμανί Μετόχι μας πού λεγόταν Βυζαντία.
Μεγάλη δοκιμασία πέστη χι μόνο Μονή μας λλά λόκληρο τό γιον ρος κατά τήν ναρξι τς λληνικς παναστάσεως.
πό τό 1821 μέχρι τό 1829 να μεγάλο τουρκικό πόσπασμα ζοσε στίς Μονές το ρους καταστρέφοντας βιβλιοθκες, τοιχογραφίες, ερά ξυλόγλυπτα ντικείμενα κλπ.. πό τούς 6000 μοναχούς πέμειναν μόλις περίπου 1000, ν ο πόλοιποι, λλοι μαρτυρικς τελειώθησαν καί λλοι διαφεύγοντες τόν μέγαν κίνδυνο, εσλθαν στήν πειρωτική καί τήν νησιωτική λλάδα συνεχίζοντας κε τόν μοναχικό τους δίαυλο.
Τετάρτη Περίοδος
(1859-1974)
Τό 1840 ερά Μονή μας μέ γκρισι το Οκουμενικο Πατριαρχείου μετετράπη σέ Κοινόβιο, πως το καί παλαιότερα.
Τό 1859, μετά πό εσήγησι τν Πατέρων τς Μονς μας, νέλαβε τήν διαποίμανσι τς δελφότητος μέχρι τότε Β΄γραμματεύς τς ερς Κοινότητος,  εροδιάκονος Συμεών, προερχόμενος πό τήν ερά Μονή το γίου Παύλου.
γιος Καθηγούμενος Συμεών, πως θ᾿ ναγνώση ναγνώστης στά περί το βίου του, νεδείχθηκε τέταρτος Κτίτωρ τς Μον μας, διότι κτιριακς τήν διπλασίασε. ποίμανε τήν Μονή μας μέχρι τό 1906. Κατόπιν πί τετραετίαν ερομόναχος άκωβος καί ν συνεχεί λλοι ερομόναχοι.
πό τό 1974 ρχίζει νέα πέμπτη περίοδος μέ Καθηγούμενο τόν Παν. ρχιμ. π. Γεώργιο, κατά τήν ποία πετεύχθη στήν Μονή μας πάνδρωσίς της καί πνευματική της νασύστασις καί πρόοδος. Περί ατς θά γράψη προσεχς στορία.