Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

2285 - Ο απλούστατος Γερο-Χαράλαμπος ο κομποσχοινάς



Πατήρ Χαράλαμπος ο κομποσχοινάς

Εδώ αξιωθήκαμε να γνωρίσουμε και έναν άλλο σεβαστό γέροντα, που και αυτός είχε δείξει σημεία αγιότητος, τον π. Χαράλαμπο τον κομποσχοινά. Αυτός, απ’ ότι μας έλεγε, αξιώθηκε να δη πολλά σημεία, την Παναγία μας, αγίους Αγγέλους, και ότι πολλά θαύματα του συνέβησαν.
Μια μέρα κατεβαίναμε με τον πρωτοσύγγελο Θεσσαλονίκης ( τον π. Ιωάννη Τασιά) στην Ιβήρων και τον βλέπουμε να είναι ξαπλωμένος σ’ ένα χαντάκι που περνάν τα νερά δίπλα στον δρόμο.
Ενώ περνούσαμε τα αυτοκίνητα συνέχεια και κάνανε πολλή σκόνη, αυτός εκεί έπλεκε κομποσχοίνι, και τα ρούχα του – παλιόρασα – νόμιζες ότι άστραφταν, ότι ήτανε από μετάξι, δεν τον άγγιζε η σκόνη.
Είχε ένα χωράφι με κουκιά.
Θυμάμαι μια μέρα που πήγαμε εκεί, είχε μπει σε μια τρύπα που υπήρχε στο χωράφι, είχε βάλει χόρτα μέσα και, επειδή του πονούσαν τα πόδια του καημένου, τα είχε βάλει λίγο ψηλά. Έπλεκε συνέχεια κομποσχοίνι κι έλεγε συνέχεια την ευχή.
Αυτό μας έκανε εντύπωση. Συνέχεια έλεγε την ευχή, δεν σταματούσε καθόλου. Τον φωνάζουμε: «Γέροντα Χαραλάμπη, που είσαι;» «Εδώωω είμαι!». Ψάχνουμε, ψάχνουμε μεσ’ στα κουκιά και τον βρήκαμε μέσα σε μια γούβα.
Αυτός ένα διάστημα είχε κάνει σ’ ένα κελλί εδώ στις Καρυές, του αγίου Χαραλάμπους, που είναι πίσω από τον ναό του Πρωτάτου. Μια μέρα καθότανε στην απλωταριά του κι έπλεκε κομποσχοίνι. Όπως ακουμπούσε επάνω στην κουπαστή – ήταν ετοιμόρροπη η κουπαστή – από το βάρος του, επειδή ήταν και γιγαντόσωμος, υποχωρεί η κουπαστή και πέφτει κάτω.
Φωνάζει: «Παναγία μου, μ’ αυτό τον θάνατο θα φύγω απ’ αυτή τη ζωή;» Από κάτω ήταν όλο πέτρες, θα σκοτωνότανε. Εκείνη τη στιγμή μία αόρατη δύναμη ήρθε και τον έβαλε επάνω στο μπαλκόνι, και βρέθηκε καθήμενος στο μπαλκόνι.
Πολλά σημεία μας έλεγε αυτός, πάρα πολλά είδε. Στο τέλος γηροκομήθηκε στην Ιερά Μονή Σταυρονικήτα. Τον πήρανε εκεί οι πατέρες, γιατί δεν μπορούσε άλλο να υπηρετήση τον εαυτό του. Έμενε στην Καψάλα. Αυτός ήτανε από την Μικρά Ασία. Στο Άγιο Όρος ήρθε μεγάλος, αν και καλογέρευε από λαϊκός και ήτανε γενιοφόρος.
Έλαβε μέρος και στον ανταρτικό πόλεμο, στα αντάρτικα του ’40, με τους Γερμανούς. Ήταν στον πόλεμο με τους Γερμανούς και μετά στα αντάρτικα. Μάλιστα μας είπε ότι κουβαλούσε πολεμοφόδια με τα μουλάρια επάνω στα βουνά.
«Κάποτε», μας είπε, «βρεθήκαμε σ’ένα λόφο που έβαλλαν θεριστική βολή οι Γερμανοί.
Όσοι βρεθήκανε εκεί στον λόφο όλοι σκοτώθηκαν εκτός ελαχίστων. Πέφταν δίπλα οι οβίδες κι εγώ προσπαθούσα να διαπιστώσω αν τα ’χω τα χέρια μου, το’χω το στήθος μου ή μου έφυγε; Mε σκέπασαν τα χώματα και δεν με έπιανε βολή, γιατί είχα Τίμιο Ξύλο πάνω μου, και πίστευα. Όσοι φαντάροι το αντιλήφθηκαν, πιαστήκαν απ’ τα ρούχα μου. Μόνο αυτοί σωθήκανε. Όλοι οι άλλοι σκοτώθηκαν πάνω στον λόφο». Ήταν νεαρός τότε.
Μια μέρα μου λέει ο πρωτοσύγγελος της Θεσσαλονίκης: «Πάμε, πάτερ Βασίλειε, να δούμε τον γερο-Χαραλάμπη απ’ την Σταυρονικήτα, γιατί έχω μια μεγάλη στεναχώρια. Έχω την Ροτόντα και αυτοί οι Αρχαιολόγοι δεν μας αφήνουν να λειτουργήσουμε μέσα.
Πάμε να δούμε, τι θα μας πη .
Να του πούμε γι’ αυτό το θέμα που με προβληματίζει, γιατί με έχουν βάλει στο στόχαστρο οι Αρχαιολόγοι». Του λέω: «Γέροντα είναι λίγο αργά – σούρουπο ήτανε -, στο μοναστήρι είναι λίγο δύσκολα να πάμε τέτοια ώρα».
«Δεν πειράζει, μια και βρίσκομαι εδώ πέρα, γιατί αύριο το πρωί θα φύγω και δεν έχω χρόνο». Τρέχουμε. Πηγαίνουμε στου Σταυρονικήτα. Ίσα – ίσα που προλάβαμε την πόρτα.
Προσκυνήσαμε τον άγιο Νικόλαο και πήγαμε στον γέροντα Χαραλάμπη. Μας λέει: «Τέτοια ώρα δεν κάνουν επισκέψεις στα μοναστήρια, αλλά κάνουν προσευχή». Πριν προλάβη ο Πρωτοσύγγελος να τον ρωτήση για τον Άγιο Γεώργιο, την Ρορόντα, τι θα γίνη, του λέει ο π. Χαραλάμπης: «Να ξέρετε όμως πατέρες, ότι ο άγιος Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος έχει ένα κοντάρι τρία μέτρα! Και όσους του πάνε ενάντια θα τους αρχίση με αυτό το κοντάρι».
Τα’ χασε ο πρωτοσύγγελος. Και άλλα τέτοια μας είπε, που θαύμασε ο πρωτοσύγγελος: «Για δές! Που ήξερε αυτός ο άνθρωπος ότι εμείς ήρθαμε γι’ αυτόν το λόγο εδώ, για να τον ρωτήσουμε για τον ναό του αγίου Γεωργίου, για το τι θα γίνη, και μας είπε ότι θα τους κυνηγήση με το κοντάρι του ο άγιος Γεώργιος!».
Από αυτόν τον άνθρωπο, επειδή ερχότανε πολύ τακτικά στο κελλί μας, ωφεληθήκαμε πάρα πολύ, γιατί μόνο που καθόμασταν δίπλα του, γαληνεύαμε. Καθόταν εδώ πέρα και έπλεκε, ή καθόταν κάτω στο εργαστήρι και συνέχεια έπλεκε και έλεγε την ευχή και μας έλεγε ιστορίες από την πατρίδα του, από τα νεανικά του χρόνια, από το Άγιον Όρος. Όλα πνευματικά, δεν έλεγε τίποτα κοσμικό. Όλα όσα είχαν σχέση με την ωφέλεια της ψυχής. Τίποτα περιττό. Και μάλιστα μεμφόμενος τον εαυτό του έλεγε: «Όυαί ο λαλών και μη ποιών».
Έρχονταν καμμιά φορά κοσμικοί. Τον ρωτούσαν: «Τι να κάνουμε γερο- Χαραλάμπη; Πες μας μονολεκτικά κάτι, κάποια διδαχή». Και τους έλεγε: «Έκκλινον από κακού και ποίησον αγαθόν». Και πολλές παρόμοιες σοφές κουβέντες.
Αυτά με τον γέροντα Χαραλάμπη. Υπάρχουν πολλές βέβαια ιστορίες του, αλλά δεν τις θυμάμαι. Και ο π. Ιγνάτιος έχει ακούσει πάρα πολλές. Πάντως αυτό που έμεινε στην μνήμη μας είναι, ότι είχαμε μία χαρά όταν πηγαίναμε να συναντήσουμε αυτούς τους ανθρώπους, διότι είχανε πολλή αγάπη και ανεξικακία.
Δεν είχανε κακία για κανέναν, και αν τους έκανε κάτι κάποιος τον συγχωρούσανε. Δεν κρατούσανε. Ήτανε σαν προβατάκια αθώα. Και χαιρόσουν αυτούς τους ανθρώπους να τους συναναστρέφεσαι. Δεν έβλεπες κακία και μίσος, αν και τους πολεμούσε και αυτούς ο πειρασμός με διαφόρους τρόπους μέσω των αδελφών.
Ετήσια έκδοσις της Ιεράς Μονής
Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους
Περίοδος Β' έτος 2007 αριθ. 32
σελ 97-101
Πηγή στο Διαδίκτυο  ναβάσεις



Ο ΑΠΛΟΥΣΤΑΤΟΣ ΓΕΡΟ-ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ O "KOMΠΟΣΧΟΙΝΑΣ"

Γνωρίσαμε τόν γερο Χαράλαμπο τόν «Κομποσχοιν» πως τόν λεγαν λοι στό ρος, τή δεκαετία το ’90. Ψηλός καί λίγο καμπουριαστός γέροντας -λεβεντόγερος!- καί πάντα χαμογελαστός...
ποτε καί νά τόν βλεπες κομποσχονι πλεκε! Ετε μέρα ετε νύχτα! Εχε τόσο ξασκηθε πού δέν χρειαζόταν νά κοιτ γιά νά τραβήξει τά κορδονάκια κατά τό πλέξιμο το κομποσχοινιο· σοι ξέρουν νά πλέκουν καταλαβαίνουν τί δύσκολο πού εναι...
Λίγες ο κουβέντες του, συνήθως μίλητος. Μετρημένος καί προσεκτικός, ποτέ δέν νομίζω νά μάλωσε νά προσέβαλε κανέναν. κενο πού τόν χαρακτήριζε πάντως ταν περβολική πλότητα! Μά τόσο πλός πού λεγες μήπως σέ...κοροϊδεύει! 
Μιά μέρα πήγαμε στό κελλί του νά τόν πισκεφθομε μέ ναν λλον δελφό. Κατεβήκαμε να δρομάκι στριφτό καί ξάφνου κούσαμε τή χαρακτηριστική φωνή του: «Σιγά μή μο χαλάσετε τόν κπο!» Κοίταξα δεξιά –ριστερά....πού εναι κπος; Καί κατάλαβα! Μέσα στό μονοπάτι εχε ρίξει ελογημένος κουκιά τά ποα-παραδόξως-φύτρωσαν καί εχαν βγε κάτι...χαμένα κουκάκια, πού οτε τβλεπες. ...κπος! Τά τρωγε δέ πάντα μά.
ταν φτάσαμε στό κελλί του ψάξαμε νά τόν βρομε, καλά, πό πού ρθε φωνή του; Τελικά τόν νακαλύψαμε μέσα σέ μιά τρύπα στή γ (!) πού εχε σκάψει καί ξάπλωνε μέ τά πόδια λίγο ψηλότερα γιατί εχε φλεβίτη, πλέκοντας βέβαια πάντα κομποσχονι.
-Τί κάνεις δώ γέροντα;
-Ε, νά κάθομαι δώ πού χει δροσιά....Καλώς λθατε! Νά σς κεράσω....
Σηκώθηκε μέ δυσκολία καί μπκε στό καλύβι του. Μετά πό λίγο γύρισε κρατώντας να (θλιο) πλαστικό μπώλ μέ κάτι λουκούμια , πού, πως συμπέρανα σέ λίγο πού προσπάθησα νά δαγκώσω να, πρέπει νά τά εχε ρκετές...δεκαετίες.
-ραα! Τώρα νεράκι...
Μπκε πάλι μέσα καί γύρισε κρατώντας κάτι κονσερβοκούτια πό καλαμάρια πού παλαιά μς διναν «τράνζιτα» (φορολόγητα) καί τά λέγαμε «Πορτόλες» γιατί μάρκα λεγόταν «Πορτόλα». Στό πλάι το καλυβιο του πρχε να λάστιχο, τό ξεβίδωσε στήν νωση καί τρεξε νερό. Ξέπλυνε τά κονσερβοκουτάκια καί βαλε φρέσκο νεράκι νά μς κεράσει. 
-ρίστε! Καλώς λθατε πατέρες μου!
Κοίταξα μιά τό κουτάκι καί μιά τόν δελφό πού πήγαμε μαζί...Μέσα στό κουτάκι πρχε να στρμα καθορίστου χρώματος στόν πτο καί τά τοιχώματα μέχρι να ψος... δελφός χαμογέλασε καί τό πιε λέγοντας «τό κέρασμα τς ρήμου ελογημένε!». γώ δέν τά κατάφερα, τό μολογ! Τό χυσα δίπλα μέ τρόπο...
Πώς ζοσε κε ελογημένος, γέρος νθρωπος... Μέσα τό καλυβάκι του δέν εχε σκεπή παρά μόνο στήν μία πλευρά, λλη πλευρά ταν κτεθειμένη στή βροχή. 
-Καλά, τί κάνεις γέροντα ταν βρέχει;
λογημένε, τό χω τό κρεβάτι μου πό τήν λλη μεριά, δέν βλέπεις;
Τό καλομενο «κρεβάτι», να ξύλινο κατασκεύασμα στό...ταβάνι σχεδόν κολλητό, γιά νά τό πιάνει ζέστη, πως λεγε καλοκάγαθος γέρων. σο γιά ζέστη... μιά σόμπα μικρο μεγέθους πού γέμιζε πό πάνω. Γιά νά βάλει τά μεγάλα ξύλα μέσα τά σκέπαζε μέ ναν...γκαζοντενεκέ γιά νά μεγαλώσει χρος τς σόμπας! λεγες βέβαια καλύτερα πού δέν χει σκεπή τό καλύβι γιατί σίγουρα θά εχε σκάσει πό τούς καπνούς γερο Χαράλαμπος...
Τό γοστο εναι πού ταν καί ... φευρετικός λλά καί πρωτοπορειακός! ταν πρτος πού γόρασε λυσοπρίονο στό ρος. Καί πειδή το επαν νά προσέχει μήπως βρε λυσίδα καί τιναχθε καί τόν κόψει τί μηχανεύθηκε; πιασε καί φόρεσε στά χέρια καί πόδια του...μπουριά πό σόμπες καί δυό φύλλα λαμαρίνας στό στθος καί τήν πλάτη. Σάν τόν .....Ρόμποκοπ ταν!
Μιά φορά νας προσκυνητής το χάρισε μιά χύτρα ταχύτητος. Τήν πρε λοιπόν μακάριος γέροντας νά μαγειρέψει, λλά τήν βαλε πάνω στήν φωτιά μέ τά ξύλα, μέ ποτέλεσμα νά καε μέσως τό λάστιχο γύρω-γύρω καί νά λειτουργε σάν...κανονική κατσαρόλα.
ταν μενε στήν Σκήτη Κουτλουμουσίου πήγαινε στό Κυριακό γιά τήν λειτουργία τς Κυριακς. Παλιά δέν ναβαν σόμπες στούς Ναούς στό γιον ρος. Ατός καϋμένος κρύωνε καί πειδή δέν ντεχε τόσες ρες, τυλιγόταν πάνω πό τό ράσο μέ μιά...κουβέρτα, χωρίς νά νδιαφέρεται πού τόν βλεπαν ο λλοι μοναχοί καί προσκυνητές, μέ ποτέλεσμα νά το βγάλουν τό παρατσοκλι «ββς Σινδόνιος».
πιό ξιομνημόνευτη μως στορία του ταν ταν το ζήτησε νας μοναχός τό κελλί πού εχε καί μενε δίπλα στό Πρωττο, στίς Καρυές. μέσως δέχθηκε νά το τό δώσει ν ταν δη γέρος καί δευε στά γδόντα. Το τό παρέδωσε καί πγε νά μείνει σέ να πομακρυσμένο Σταυρονικητιανό κελλί στήν ρημο τς Καψάλας. να πρωϊνό στήν πλατεία τν Καρυν κούστηκε νας παρατεταμένος θόρυβος σάν νά κυλοσαν ντετζερέδες...Βγαίνουν ξω πό τά καταστήματα πατέρες, μαγαζάτορες καί προσκυνητές καί τί νά δον! γεροΧαράλαμπος, παθέστατος πλεκε κομποσχοίνι, χοντας δέσει στήν μέση του να σχοινί πού τραβοσε πίσω του λη του τήν πραμάτεια! Μιά κατσαρόλα, πιό πίσω να μπρίκι, μετά τό κουτί μέ τίς χάντρες γιά τά κομποσχοίνια, να σκαλιστήρι καί πει λέγοντας....
σα χρήματα βγαζε πό τά κομποσχοίνια συνήθως τά μοίραζε, ετε σέ μοναχούς πού δυσκολεύονταν ετε στά παιδάκια τς θωνιάδος Σχολς...
πό τήν πολλή του πλότητα παρεσύρθη κάποτε καί κολούθησε τούς ζηλωτές λλά κατάλαβε τό λάθος του καί πέστρεψε στήν κκλησία. 
Στό τέλος τς ζως του γηροκομήθηκε πό τούς καλούς πατέρες τς Μονς Σταυρονικήτα, πό που καί νεχώρησε γιά τόν ορανό τό 1998.
Χάσαμε ναν παλαιό γιορείτη, γνήσιο κφραστή τς γιοπατερικς παραδόσεως το «λάθε βιώσας». γνωστος μεταξύ πάντων, μέ χαρά καί χαμόγελο βίωνε τήν πλότητα τς λλης βιοτς.... Νχουμε τήν εχή του....
(Στήν φωτογραφία μακαρίτης γεροΧαράλαμπος ξαφνιασμένος πό τόν φακό το π. Χαρίτωνος Λαυριώτου)


Ο κομποσχοινάς Χαραλαμπάς

...Το κελλί των ως ανωτέρω βιβλιοπωλών Γερόντων αφού έμεινε έπ' αρκετά χρόνια δυστυχώς ερημωμένο, εδόθη υπό της κυριάρχου Ι. Μονής Βατοπαιδίου προς εγκατάσταση στον συνήθως από τόπου σε τόπο μετακινούμενο απλούστατο στους τρόπους, αγαθό στις προθέσεις, γαλήνιο στον χαρακτήρα, αγωνιζόμενο στον να κρατή καθαρούς τους λογισμούς και να επαναλαμβάνει νοερώς και προφορικώς την ευχή του Ονόματος του Κυρίου, και πολύ διδακτικό για εκείνους πού θα τον εντόπιζαν κάπου και θα ζητούσαν συμβουλές για θέματα πνευματικής ζωής και καταστάσεως, Γέροντα Χαράλαμπο (Χιώτης Βασίλειος του Στυλιανού εκ Βρυούλων Μ. Ασίας, έτ. γεν. 1914, προσελ. 1937, κουρ. 1943, κοιμ. 18-2-1998), τον επικαλούμενο Κομποσχοινά εκ του βιοποριστικού κατά τα τελευταία έτη του εργόχειρου, και Χαραλαμπά, εκ της μεγαλοσωμίας και ρωμαλαιότητός του.
Τον είχα γνωρίσει και συναναστραφεί στο Κυριακό της Κουτλουμουσιανής Σκήτης κατά την δεκαετία του 1950, τότε πού ήταν περιζήτητος από τούς γεροντάδες των Καρυώτικων κελλιών και από τούς προϊσταμένους των γειτονικών Μοναστηριών για βαρειομεταφορές και επειδή αθύρματα ήταν γι' αυτόν στα χέρια του κασμάδες, τσάπες και δικέλλια και σε «αλοιφή» μετέβαλλε μ' αυτά χερσότοπους, αμπελοπλαγιές και περιβόλια. Ακόμα και πέρα απ' τα εβδομήντα του όλως ευθυτενής περιφερόταν και κανένας δεν παραξενευόταν όταν τον έβλεπε να βαδίζει σηκώνοντας στις πελώριες πλάτες του γερά στερεωμένα με σχοινιά μεγάλα σε βάρος και όγκο φορτία, και συγχρόνως να πλέκει κομποσκοίνια και να επικαλείται για την σωτηρία του τον Όνομα του Κυρίου Ιησού.
Δύσκολα τα χρόνια της μικρασιατικής καταστροφής και της προσφυγιάς και ανάλογα τα του πολέμου του '40 και της Γερμανικής κατοχής. Δεν ευμοίρισε να μορφωθή, να σπουδάση, και νομίζω πώς ποτέ του δεν έπαιξε σε σχολοαυλές, ούτε κάθισε σε μα­θητικά θρανία. Η συνδιαγωγή του όμως με πεπειραμένους αγιορείτες πατέρες και η προσφοίτησίς του σε περιβάλλοντα πνευματικών πατέρων, καθώς και ή κατ' ιδίαν ανάγνωσις και μελέτη ιερών κειμένων και άλλων βοηθητικών βιβλίων, μαζί με την ευκτική διάθεση και την όλη προσπάθειά του τον κατέστησαν καλό, ικανό, ανεπιτήδευτο και αφανή αγιορείτη συμβουλάτορα και χαριτωμένο συνομιλητή. Τον παρεκάλεσα και ερχόταν στην Άθωνιάδα, ώστε απ' αυτόν να αγοράζουν οι μαθηταί κομποσκοίνια και για να ακούνε λόγο αγαθό. Χαρούμενος και οικοδομημένος αισθανόμουν κι' εγώ κάθε φορά πού τελείωνα μια συζήτηση μαζί του.
του Επισκόπου Ροδοστόλου Χρυσοστόμου