Σάββατο, 8 Σεπτεμβρίου 2012

1852 - Άγιον Όρος: Η άγνωστη φωτογραφική πρωτεύουσα του Ελληνισμού





Η άγνωστη φωτογραφική πρωτεύουσα

«Ανατροπή της φωτογραφικής ιστορίας θα μπορούσε ίσως να προκαλέσει το υλικό της Αγιορειτικής Φωτοθήκης που αποκαλύφθηκε πρόσφατα στο Άγιο Όρος…» σημείωνε, προ τετραετίας (σημ. αρχές δεκαετίας 90), έγκριτη εφημερίδα. Έκτοτε η Αγιορειτική Φωτοθήκη έφερε στο φως πολλά νέα αγιορειτικά φωτογραφικά τεκμήρια, μέσα από τις εκδοτικές σειρές της (Αγιορειτική φωτογραφία, Φωτογραφικά Οδοιπορικά στο Άγιο Όρος, Θεσσαλονικείς φωτογράφοι του Αγίου Όρους). Έγινε έτσι ευρύτερα γνωστό το γεγονός ότι η φωτογραφία ήταν εξαιρετικά διαδεδομένη στο Άγιον Όρος, ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα, σε βαθμό μάλιστα που να μπορεί το τελευταίο να θεωρηθεί ένα από τα φωτογραφικά κέντρα του υπόδουλου ελληνισμού. Αν ο Ελληνισμός, στην ευρύτερη γεωγραφική του διάσταση, δικαιούται περισσότερες από μια φωτογραφικές πρωτεύουσες, το Άγιον Όρος είναι σίγουρα μια από αυτές, η λιγότερο γνωστή.
Ίσως, παλαιότερα, ο αναγνώστης αισθανόταν έκπληξη από την πρώιμη εισαγωγή ενός νεοτερισμού του 19ου αιώνα στο αγιορειτικό περιβάλλον. Στις μέρες μας έχει γίνει ωστόσο κατανοητό ότι η διατήρηση της πνευματικής παράδοσης από τους αγιορείτες ουδέποτε ήρθε σε αντίφαση με την υιοθέτηση των τεχνολογικών καινοτομιών, από τα υδραυλικά συστήματα του 10ου αιώνα έως την τεχνολογία των ημερών μας.
Πότε αρχίζει η φωτογραφία στο Άγιον Όρος; Το 1848 ο Σιμωνίδης, κατά τη διάρκεια έρευνάς του στο Άγιον Όρος, πλαστογραφεί παλαιό έγγραφο, προκειμένου να αποδείξει ότι οι αγιορείτες κατείχαν προ πολλού την τέχνη της φωτογραφίας. Άραγε επρόκειτο για καθαρό αποκύημα της φαντασίας, ή το έναυσμα ήταν η παρουσία φωτογράφων στον Άθω; Στα 1852-1867 ο Πιορτ Σεβαστιάνοφ (φωτ.1) πραγματοποιεί διαδοχικές αποστολές και φωτογραφίζει κειμήλια, τόπους και πρόσωπα. Από τις χιλιάδες φωτογραφίες του ελάχιστες έχουν δημοσιευθεί. Η παρουσίασή τους την εποχή εκείνη προκάλεσε σχόλια θαυμασμού. Στα τέλη της ίδιας δεκαετίας φωτογραφίζει και ο ιερομόναχος Καπούστιν (φωτ.2).
Το 1858 φωτογραφίες τράβηξε στο Άγιον Όρος και η αποστολή M. Proust (φωτ.3). Οι φωτογραφίες αυτές αντιγράφηκαν σε σχέδιο και στη συνέχεια δημοσιεύθηκαν ως χαλκογραφίες. 

Άξιον εστί. Η θαυματουργή εικόνα του Πρωτάτου.
Έργο και φωτογραφία Βενιαμίν ιερομονάχου Κοντράκη (1872).
Συλλογή Αγιορειτικής Φωτοθήκης
.......Στη δεκαετία του 1870 η ζωγραφική απόδοση του Άξιον Εστί (με πλαίσιο τους πολιούχους των είκοσι μονών) από τον αγιογράφο και φωτογράφο Βενιαμίν Κοντράκη, και η φωτογραφική αναπαραγωγή του σημαδεύουν τη στενή συγγένεια και τα όρια ανάμεσα στην αγιογραφία και τη φωτογραφία. Βέβαιο είναι ότι στη διάρκεια αυτής της δεκαετίας η καθημερινή ζωή στο Άγιον Όρος απεικονίζεται από αγιορείτες φωτογράφους και όχι μόνον από επιστημονικές ή άλλες αποστολές.
Στα 1883 ο Athelstan Riley απεικονίζει κτήρια και τόπους. Από τη δεκαετία του 1890 μέχρι τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο εντοπίζεται η παρουσία αγιορειτικών εργαστηρίων, με εξαιρετικά δείγματα φωτογραφικής τέχνης, ιδιαίτερα πορτρέτα, ενώ ταυτόχρονα πυκνώνουν οι επισκέπτες που φωτογραφίζουν για ερευνητικούς σκοπούς. Στη συνέχεια η αποστολή του Αλμπέρ Καν (φωτ.4), η φωτογραφική υπηρεσία της Στρατιάς της Ανατολής, οι φωτογράφοι του περιοδικού National Geographic απεικονίζουν συστηματικά τον Άθω με εκατοντάδες φωτογραφίες.

Πανήγυρις Ι.Μ. Βατοπαιδίου      φωτ. Nasional Geographic
Στην περίοδο του μεσοπολέμου το Άγιον Όρος διαθέτει αρκετά φωτογραφικά εργαστήρια, με μεγάλη παραγωγή, αν και διαφαίνονται σημεία ύφεσης. Μετά τον πόλεμο η φωτογραφία παρακμάζει στο Άγιον Όρος, μέχρι που, τα τελευταία χρόνια, το αγιορειτικό φωτογραφικό φαινόμενο αναβιώνει, με φωτογράφους νέους, κοσμικούς και μοναχούς. Διακεκριμένοι επισκέπτες δεν παύουν να προσθέτουν τις δικές τους φωτογραφικές μαρτυρίες.
Η θεματική της αγιορειτικής φωτογραφίας είναι πλούσια. Το δομημένο και το φυσικό αγιορειτικό τοπίο ήταν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος όλων των φωτογράφων του Αγίου Όρους, όπως και οι θρησκευτικές τελετές, που αποτελούν τον πυρήνα της καθημερινής ζωής στο Άγιον Όρος. Η ιδιαιτερότητα αυτή προσέλκυσε ξένους και έλληνες φωτογράφους, δωρίζοντάς μας ανεπανάληπτες μαρτυρίες θρησκευτικού αγιορειτικού βίου.
Επίζηλη θέση κατέχουν οι ιστορικές φωτογραφίες. Η έννοια της «ιστορικής» φωτογραφίας διαμορφώνεται ανάλογα με την οπτική των μεταγενεστέρων. Στο Άγιον Όρος η ιστορικότητα των απεικονίσεων είναι εξαρχής δεδομένη. Σε κανέναν άλλον τόπο η ιστορία δεν είναι τόσο ζωντανή, ώστε να αποτελεί παρόν και σχεδόν να μην είναι ιστορία. 


 
......Η φωτογράφιση του πατριάρχη Ιωακείμ, και μάλιστα με ραβδί πεζοπόρου, είχε τη δική της σημασία τη συγκεκριμένη στιγμή. Δεν ήταν απλή, «αναμνηστική» φωτογραφία. 
2 Νοεμβρίου 1912
Έλληνες αξιωματικοί και μοναχοί στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου
Φωτογράφος ιεροδιάκονος Προκόπιος
.......Το ίδιο ισχύει και για τις απαθανατίσεις των εθνικών αγώνων της περιόδου 1912-1913. 


Ο Αλέξανδρος Α΄ Οβρένοβιτς στο Χιλιανδάρι, 1896

......Από την άλλη πλευρά, οι φωτογραφίες ηγετών και ηγεμόνων αποτελούν μια επιβεβαίωση της σημασίας του Όρους για την ιδεολογική ισορροπία της ελληνικής κοινωνίας, αλλά και του Ορθόδοξου κόσμου. Τέλος, οι απεικονίσεις σημαντικών εκκλησιαστικών γεγονότων διαθέτουν άμεση αντιστοιχία στη μνήμη και τη σκέψη των σύγχρονων αγιορειτών.
Από ένα άλλο πρίσμα, η αγιορειτική φωτογραφία, αποτυπώνει τις καθημερινές σχέσεις ανάμεσα στους μοναχούς. Η συνύπαρξη στο ίδιο μοναχικό σχήμα, η εργασία, η ανάπαυση, η σχέση υποταγής και καθοδήγησης, η σχέση με την πολιτική εξουσία, η φιλοξενία των προσκυνητών, η ατμόσφαιρα των χώρων καθημερινής διαβίωσης είναι μερικά από τα μικροϊστορικά στοιχεία που αναπλάθουν φωτογραφίες, χρονολογημένες από τα τέλη του περασμένου αιώνα μέχρι και τον μεσοπόλεμο.
Τα Πορτραίτα, απεικονίσεις ενός ή περισσοτέρων ατόμων, καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής των αθωνικών εργαστηρίων. Τα περισσότερα έχουν δημιουργηθεί μέσα σε κάποιο πρόχειρο εργαστήριο στις Καρυές, ορισμένα όμως –τα πλέον πρόσφατα- έχουν τραβηχτεί στην ύπαιθρο. Οι φωτογραφίες δείχνουν ότι αρκετοί αγιορείτες φωτογράφοι γνώριζαν άριστα τα μυστικά του πορτρέτου. Ορισμένα από αυτά μπορούν άνετα να συγκριθούν με διάσημα δείγματα της ευρωπαϊκής φωτογραφικής προσωπογραφίας των μέσων του 19ου αιώνα.
Σε ένα τόπο πνευματικής ηρεμίας και προσευχής, η παρουσία κοσμικών αποτελούσε πάντοτε αντικείμενο περιοριστικής ρύθμισης. Ωστόσο η παρουσία της πολιτικής εξουσίας, των δυνάμεων της τάξης, των εργατών και των προσκυνητών ήταν και είναι αναπόφευκτη. Οι σερδάρηδες, ένοπλοι κοσμικοί, τηρούσαν για λογαριασμό της Ιεράς Κοινότητος την τάξη σε όλη την έκταση του Αγίου Όρους. Οι σεϊμένηδες έκαναν το ίδιο μέσα στις Καρυές. Τελωνιακοί και αστυνομικοί, διοικητικοί υπάλληλοι, πολιτικοί διοικητές εκπροσωπούσαν και εκπροσωπούν την πολιτική εξουσία. Τα οικοδομικά και παραγωγικά έργα μέσα στο Όρος απαιτούσαν την παρουσία εργαζομένων από τη Χαλκιδική, αλλά και από μακρινές περιοχές. Συγγενείς μοναχών επισκέπτονταν τους δικούς τους, προσκυνητές και ερευνητές έφταναν από όλα τα μέρη του κόσμου. Έτσι οι κοσμικοί είναι παρόντες, σε μεγάλο βαθμό, στην αγιορειτική φωτογραφία.
Οι μοναχοί ταξίδευαν και ταξιδεύουν για τις ανάγκες των μοναστηριών και των διακονημάτων τους. Με τις συγκοινωνιακές συνθήκες των παλαιότερων εποχών, τα ταξίδια ήταν κοπιαστικά και πολυήμερα. Η παρουσία ενός μοναχού σε μια μεγάλη πόλη της Ελλάδας ή της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ήταν ένα εξαιρετικό γεγονός που έπρεπε να αποθανατιστεί. Οι περισσότερες φωτογραφίες της κατηγορίας αυτής τραβήχτηκαν από επώνυμους φωτογράφους της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και της Κωνσταντινούπολης.
Στα κατάλοιπα φωτογράφων που εργάσθηκαν στο Άγιον Όρος βρέθηκαν αρκετές γυάλινες πλάκες με απεικονίσεις κοσμικών θεμάτων έξω από τον Άθωνα. Φαίνεται ότι οι φωτογράφοι παρείχαν κατά καιρούς τις υπηρεσίες τους σε πόλεις και χωριά της Χαλκιδικής. Παρέδιδαν στους πελάτες τους τις χάρτινες φωτογραφίες, κρατώντας τα γυάλινα αρνητικά.
Σε ποιους οφείλουμε τις φωτογραφίες; Ο ιερομόναχος Βενιαμίν Κοντράκης, ο μοναχός Δανιήλ Νεοσκητιώτης, οι ιερομόναχοι Στέφανος (φωτ.5) και Βασίλειος (φωτ.6), ο ιεροδιάκονος Προκόπιος (φωτ.7), ο μοναχός Ιωακείμ (φωτ.8), οι Παναγιώτης και Περικλής (φωτ.9) Στουρνάρας, ο Ιωάννης Κωνσταντινίδης από τη Μάδυτο, ο Αλή Σαμή Μπέης (φωτ.10), τα φωτογραφικά εργαστήρια των Μονών Παντελεήμονος και Ζωγράφου, ο Ιωάσαφ της συνοδίας των Ιωασαφαίων (φωτ.11), ο Νήφων Καυσοκαλυβίτης (φωτ.12), ο Νήφων Χιλιανδαρινός, ο ράπτης και φωτογράφος Αθανάσιος Κοντάκης, ο παντοπώλης και φωτογράφος Χρήστος Ζέγκος, και πολλοί άλλοι που η έρευνα τους εντοπίζει σταδιακά δημιούργησαν φωτογραφικό έργο στο Άγιον Όρος. τα περισσότερα εργαστήρια βρίσκονταν στις Καρυές, αυτή την ιδιότυπη μοναστική πόλη, στη οποία είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις τους αιώνες.
Σε κάθε μονή και σκήτη, σχεδόν καθημερινά, αλλά και από κάθε σημείο της γης νέα ευρήματα πυκνώνουν τη συλλογή της Αγιορειτικής Φωτοθήκης: γυάλινες πλάκες, παλιά άλμπουμ, ξεχασμένα κάδρα, λησμονημένες χάρτινες φωτογραφίες άλλοτε λύνουν προβλήματα, ταυτίζοντας εργαστήρια και φέρνοντας στο φως νέους φωτογράφους κι άλλοτε δημιουργούν νέα ερωτηματικά. Μισοσβησμένες σφραγίδες, η προέλευση και η ποιότητα των πασπαρτού, το σχεδιαστικό περιεχόμενο του μουσαμά είναι μερικά από τα στοιχεία που επιτρέπουν στον ερευνητή να προσδιορίσει τα ολοένα και διευρυνόμενα όρια του αγιορειτικού φωτογραφικού φαινομένου.
Στον ανάλαφρο αέρα των Καρυών, οι παλιές αγιορειτικές φωτογραφίες αποτελούν, θαρρείς, ενεργό κομμάτι του τοπίου.
Ε.Α. ΧΕΚΙΜΟΓΛΟΥ

Δημοσιεύτηκε στο ενημερωτικό έντυπο που εκδόθηκε με αφορμή την έκθεση ΕΙΚΟΝΕΣ ΜΟΝΑΧΙΚΕΣ. Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΣΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ 1850-1940, η οποία πραγματοποιήθηκε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, από 8 Δεκεμβρίου 1996 μέχρι 7 Ιανουαρίου 1997 και οργάνωσαν από κοινού ο Οργανισμός Μεγάρου Μουσικής Αθηνών και η Αγιορειτική Φωτοθήκη.



Η πρoσθήκη των φωτογραφιών και η παράθεση των παραπομπών με ευθύνη του keliotis 
Το σύνολο, σχεδόν, των φωτογραφιών ανήκει στην Αγιορειτική Φωτοθήκη


φωτ. 1
Πιορτ Σεβαστιάνοφ
φωτ. 2
ιερομόναχος Καπούστιν
φωτ. 3 
M. Proust
φωτ. 4 
Αλμπέρ Καν
φωτ. 5 
ιερομόναχος Στέφανος
φωτ. 6
ιερομόναχος Βασίλειος
φωτ. 7 
ιεροδιάκονος Προκόπιος
φωτ. 8
μοναχός Ιωακείμ
φωτ. 9
Περικλής Στουρνάρας
φωτ. 10 
Αλή Σαμή Μπέης
φωτ. 11
Ιωάσαφ της συνοδίας των Ιωασαφαίων
φωτ. 12
 Νήφων Καυσοκαλυβίτης
 .