Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2012

1755 - παπά Ματθαίος Καρακαλληνός (1905 - 5(18)/12/1985)


Στο Μοναστήρι μας είχαμε την ιδιαίτερη ευλογία να γνω­ρίσαμε και να ζήσωμε από κοντά στα τελευταία χρόνια της ζωής του ένα ενάρετο και σεβάσμιο Γέροντα, τον ιερομόναχο Ματθαίο, ο οποίος μας έδίδαξε πολλά με την ενάρετη ζωή του. Στο κείμενο που ακολουθεί αναφερόμεθα σε ορισμένα χαρακτηριστικά της ζωής του, όπως τον εγνωρίσαμε εμείς οι νεώτεροι πατέρες μετά την εγκαταβίωσί μας στην Ιερά Μονή Καρακάλλου από την Ιερά Μονή Φιλόθεου, και σε ο,τι μας εδιηγήθησαν άλλοι παλαιότεροι πατέρες της Μονής.
Ο παπά Ματθαίος, κατά κόσμον Ιωάννης Μητσόπουλος γεννήθηκε σ΄ ένα χωριό της επαρχίας Γορτυνίας του νομού Αρκαδίας της Πελοποννήσου, Καρδαρίτσι ονομαζόμενο, το έτος 1905, από γονείς φτωχούς μέν αλλά ευσεβείς, τον Θεόδωρο και την Αικατερίνη. Ήταν το πρωτότοκο παιδί από τα επτά παιδιά της οικογενείας των. Πολλά βιογραφικά στοιχεία από τα πρώτα χρόνια της ζωής του δεν μας έχουν διασωθή, παρά μόνο ότι στην εφηβική του ηλικία έφυγε από το πατρικό του σπίτι και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα του καιρού εκείνου, όπου έκανε τον πλανόδιο μικροπωλητή, διά να έξοικονομή τα προς το ζην. Φαίνεται όμως ότι από τότε μέσα στη νεανική του ψυχή υπεκαίετο ο πόθος για τη μοναχική ζωή.
Και σε μία στιγμή, κατά το έτος 1927, εγκαταλείπει τα πάντα, κόσμον και τα του κόσμου τερπνά και ηδέα, και παίρνει τον δρόμο διά το Αγιώνυμον Όρος με τα συγκοινωνιακά μέσα της εποχής εκείνης. Όταν έφθασε στο Άγιον Όρος, οδήγησε τα βήματά του κατ' αρχάς στην Ιερά Σκήτη Αγίου Παντελεήμονος της Μονής Κουτλουμουσίου. Εκεί υποτάχθηκε σε ένα Γέροντα και έλαβε τη λεγομένη ρασοευχή. Δεν έμεινε όμως για πολύ εκεί, παρά μόνον δύο χρόνια και κατόπιν επήγε και εκοινοβίασε εις την Μονήν Καρακάλλου, όπου και διήνυσε όλη την υπόλοιπη μοναχική του ζωή μέχρι το τέλος του. Ηγούμενος τότε στη Μονή Καρακάλλου ήταν ο φημισμένος σε ολόκληρο το Άγιον Όρος για την αρετή του και την πνευματικότητα του παπά Κοδράτος. Την εποχή εκείνη οι περισσότεροι πατέρες της Μονής είχαν Μικρασιατική καταγωγή. Η υπακοή του στον Ηγούμενο Κοδράτο και η αγωνιστικότης του, όπως μας έλεγαν άλλοι παλαιοί πατέρες της Μονής, ήταν υποδειγματική. Από τον Ηγούμενο παπά Κοδράτο έλαβε το μέγα και Αγγελικό Σχήμα και μετωνομάσθη Ματθαίος.
Μετά την κοίμηση του Ηγουμένου Κοδράτου, επί ηγουμενείας του αρχιμανδρίτου Παύλου, εχειροτονήθη διάκονος και ιερεύς, το έτος 1940, από τον έν Αγίω Όρει έφησυχάζοντα Μητροπολίτη Μηλιτουπόλεως Ιερόθεο. Έκτοτε δεν εσταμάτησε την Θεία Λειτουργία· λειτουργούσε καθημερινώς επί 45 ολόκληρα χρόνια, μέχρι το τέλος της επιγείου ζωής του.

Είχε τόσο πόθο και επιθυμία να λειτουργή κάθε ήμερα, ώστε ήταν αδιανόητο εις αυτόν να περάση μία ήμερα πού να μην λειτουργήση. Και όταν δεν είχε εφημερία στο Καθολικό, επήγαινε σε κάποιο παρεκκλήσι της Μονής. Μας έκανε ιδιαίτερη εντύπωσι το γεγονός ότι «έπαιρνε καιρό», όπως λέγεται, για τη Θεία Λειτουργία, μόλις άρχιζε το πρώτο ψαλτήρι στον Όρθρο. Ήθελε να μνημονεύη πολλά ονόματα στην προσκομιδή και εμνημόνευε όσο γινότανε περισσότερα. Είχε μπροστά του παλαιά βιβλία της Μονής τα λεγόμενα «παρρησίαι», όπου περιέχουν ονόματα κτιτόρων, δωρητών, αφιερωτών και άλλων χριστιανών από παλαιά χρόνια και τα έμνημόνευε κάθε ημέρα.
Βέβαια δεν προλάβαινε να τελειώσει όλο το βιβλίο σε μία ήμερα, αλλά από εκείνο το σημείο όπου εσταματούσε τη μνημόνευσι, εσυνέχιζε την άλλη ημέρα. Όποιος χριστιανός πάλι του έδιδε ονόματα για να τα μνημόνευση, τα έκρατούσε, μέχρι πού έλυωνε το χαρτί των ονομάτων από τη χρήσι. Στα παρεκκλήσια όπου πήγαινε να λειτουργήση, έπαιρνε μαζί του και τα χαρτιά με τα ονόματα.
Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, όπου είχε σταματήσει να έφημερεύη στο Καθολικό της Μονής λόγω μεγάλης βαρηκοΐας, και πάλι δεν εσταμάτησε να λειτουργή, παρά πήγαινε σε ένα παρεκκλήσι εντός της Μονής, εις τον άγιο Παντελεήμονα. Λυπήθηκε πολύ τότε πού δεν θα ημπορούσε να συνέχιση άλλο την εφημερία στο Καθολικό. Κάποια ήμερα του λέγει ένας αδελφός: «Γέροντα, τόσα χρόνια έχετε εφημέριος -43 χρόνια είχε τότε ως ιερεύς- τόσα χρόνια λειτουργείτε κάθε ημέρα, τώρα να σταματήσετε για να ξεκουρασθήτε». Και η απάντησις ήτο: «Μέχρι τελευταίας αναπνοής θα λειτουργώ, μέχρι τελευταίας αναπνοής». Και πράγματι συνέχισε να λειτουργή, και μόνο μία εβδομάδα πριν την κοίμησί του, όπου λόγω της ασθενείας του ήτο κλινήρης, έσταμάτησε τη Θεία Λειτουργία.
Παρ' όλο πού ελειτουργούσε καθημερινώς, δεν είχε εξοικειοθή με το Μυστήριο. Μέχρι την τελευταία Λειτουργία του διατηρούσε εκείνον τον πρώτο ζήλο και την πρώτη ευλάβεια πού είχε ως νέος ιερεύς. Φαίνεται ότι την Θεία Λειτουργία την ζούσε, γιατί χαρακτηριστικό του ήταν ότι δεν βιαζότανε ποτέ να τελείωση γρήγορα. Δεν είχε γίνει γι' αυτόν η Θεία Λειτουργία μία τυπολατρεία. Κάποτε τον ερωτήσαμε γιατί θέλει να μνημονεύη τόσα πολλά ονόματα στην προσκομιδή και μας απήντησε με την συνήθη απλότητα του· «για να ωφελούνται ψυχές».
Σε ολόκληρη τη μοναχική του ζωή στο κελλί του τον χει­μώνα δεν άναβε σόμπα, όσα κρύα, χιόνια και παγωνιές κι αν έ­κανε. Μόνο στα τελευταία χρόνια της ζωής του δέχθηκε να του ανάβουν φωτιά στο κελλί του οι πατέρες. Ακόμη και στο πα­ρεκκλήσι πού πήγαινε και λειτουργούσε, ποτέ μέχρι την τελευ­ταία λειτουργία του δεν υπήρχε σόμπα.
Μάλιστα σε εκείνο το κελλί πού έμενε δεν ήτο δυνατόν να τοποθετηθή σόμπα. Δι' αυτόν τον λόγο ακριβώς οι πατέρες τον είχαν παρακαλέσει να άλλάξη κελλί και να μεταφερθή στο δι­πλανό, όπου υπήρχε σόμπα έτοιμη από τις κτιστές. Αυτός δεν ήθελε με κανένα τρόπο να αλλάξη, διότι, καθώς έλεγε, σ'; εκεί­νο το κελλί τον είχε βάλει ο Γέροντάς του από τότε πού είχε κοινοβιάσει στο Μοναστήρι. Με τις πολλές παρακλήσεις των πατέρων και του Ηγουμένου εδέχθηκε και άλλαξε κελλί.
Γενικώς επρόκειτο περί βιαστού και εγκρατούς μοναχού. Απέφευγε επίσης συστηματικά την αργολογία,, τα σχόλια για πρόσωπα και καταστάσεις και την κατάκρισι. Δεν αργολογούσε με κανέναν. Και εάν κανείς ήθελε να συζήτηση μαζί του, ήταν ολιγόλογος, αρκούμενος στα απαραίτητα. Ποτέ δεν τον ακού­σαμε να κατηγορήση ή να κατακρίνη κανένα. Για όλους τους ανθρώπους είχε καλούς λογισμούς. Όλοι οι άνθρωποι για τον παπά Ματθαίο ήταν καλοί και άγιοι, γιατί ήταν ο ίδιος καλός. Εχαίρετο δε υπερβολικά, όταν έβλεπε τους νέους πατέρες της Μονής και γενικώς κάθε νέο μοναχό. Πολλές φορές μάλιστα από την χαρά του άφηνε τον εαυτό του ελεύθερο να ξεσπάση σε διάφορες φράσεις εγκωμιαστικές γι' αυτούς.
Πιο πάνω από την Μονή Καρακάλλου, στο μέσον περίπου του παλαιού μονοπατιού πού οδηγεί στην Ιερά Μονή Φιλό­θεου, υπάρχει ένα παλαιό εξωκκλήσι του αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου. Δίπλα από το Ναό υπάρχει και σώζεται μέχρι σήμερον ένα οίκημα ερειπωμένο, όπου φαίνεται -σύμφωνα και με την παράδοσι- πώς παλαιότερα ήτο Κελλίον όπου ενασκούντο πατέρες. Σε αυτό το εξωκκλήσι, επειδή έτρεφε ιδιαίτε­ρη ευλάβεια στον άγιο Γεώργιο, εσυνήθιζε να πηγαίνη κάθε ή­μερα ο παπά Ματθαίος, για να ανάψη το καντήλι του αγίου, έ­ψαλλε ορισμένους ύμνους, κτυπούσε το τάλαντο, και τις οίδε τί ιδιαίτερες προσευχές έκαμε προς τον Κύριο, την Παναγία και τους αγίους! Ανέβαινε καθημερινώς μέχρι εκεί επί σαράντα χρόνια -όπως μας έλεγε- επερνούσε δύο-τρεις ώρες και πριν τον Εσπερινό κατέβαινε στο Μοναστήρι.
Είχε επίσης σε μεγάλο βαθμό την αρετή της ξενιτείας. Σε όλη την μοναχική του ζωή δεν είχε εξέλθει στον κόσμο ούτε για λόγους ασθενείας, ούτε για να υπάγη στην πατρίδα του. Ούτε στις Καρυές δεν πήγαινε. Ο ίδιος δεν ήθελε να εξέρχεται για κανένα λόγο. Μόνο μία φορά είχε πάει στη Θεσσαλονίκη τα πρώτα έτη της μοναχικής του ζωής, γιατί υπέφερε από κήλη. Όταν κάποτε είχε έπιδεινωθή η κατάστασις της κήλης του, επιέζετο υπό των άλλων πατέρων όπως υπάγη εις τους ιατρούς. Εκείνος όμως έζήτησε την βοήθεια των αγίων, την οποίαν και έλαβε. Την ιδία νύκτα εθεραπεύθη θαυματουργικώς υπό του ά­γιου μεγαλομάρτυρος Αρτεμίου, και έτσι δεν εχρειάσθη να αφήση έστω και δι΄ ολίγον την ηγαπημένη του Μονή. Έκτοτε δεν εξήλθε έκτος Άγιου Όρους.
Ήτο πολύ ταπεινός και ανεξίκακος. Εάν κάποτε ήρχετο σε διένεξη ή διαφωνία με κάποιον αδελφό, αμέσως έσπευδε να του βάλη μετάνοια, έστω και εάν ήτο κατά πολύ νεώτερος ο άλ­λος αδελφός, μή προσπαθώντας να δικαίωση τον εαυτό του.
Τις Κυριακές και τις ολονύκτιες αγρυπνίες εις την Μονή μας γίνεται συλλείτουργο. Μία Κυριακή, όταν επρόκειτο να φορέση τα άμφια ο παπά Ματθαίος, ο βηματάρης του έδωσε ως συνήθως ένα στιχάριο, το όποιο ο παπά Ματθαίος δεν το ήθελε και ήθελε να φορέση ένα άλλο. Στην επιμονή του παπά Ματθαίου ο βηματάρης υπεχώρησε και του έδωσε το στιχάριο πού ήθελε. Ο παπά Ματθαίος το εφόρεσε και έν συνεχεία τα υπό­λοιπα άμφια και κατευθύνθηκε προς την προσκομιδή για να μνημόνευση ονόματα. Όταν έτελείωσε τη μνημόνευσι των ονο­μάτων, είδαν οι συλλειτουργοί ιερείς ότι έξεδύθη πάλι όλη την ιερατική στολή, για να φορέση το στιχάριο εκείνο πού του έδι­δε στην άρχή ο βηματάρης. Από αυτό το γεγονός μπορεί να καταλάβη κανείς πόσο λεπτή συνείδησι είχε.
Με τα διοικητικά ζητήματα της Μονής ποτέ δεν είχε αναμιχθή. Ποτέ δεν θέλησε να εκλεγή Προϊστάμενος, ώστε να εί­ναι απερίσπαστος στις πνευματικές του εντρυφήσεις και γιατί δεν αγαπούσε τα αξιώματα. Παλαιότερα, όταν το Μοναστήρι δεν είχε Ηγούμενο, η Πατριαρχική Εξαρχία πού ευρίσκετο τότε στο Άγιον Όρος είχε κατέλθει στη Μονή Καρακάλλου να συζήτηση με τους πατέρας για το θέμα της Ηγουμενείας. Εκάλεσε τότε η Εξαρχία και τον παπά Ματθαίο στο συνοδικό της Μονής όπου ευρίσκετο, για να τον προτείνη για Ηγούμενο. Ο παπά Ματθαίος τότε σηκώθηκε από τη θέσι του και απευθυνόμενος προς την Εξαρχία είπε: «εγώ δεν θέλω να αναλάβω Ηγούμενος, μόνο να λειτουργώ θέλω ...». Έβαλε μετά­νοια στην Εξαρχία και έφυγε ταπεινά από την αίθουσα.
Από τα πρώτα έτη της μοναχικής του ζωής είχε καταγρά­ψει σε ένα βιβλίο τα διάφορα γεγονότα πού του συνέβησαν από τότε πού έφυγε από τον κόσμο. Πώς ήλθε στο Άγιον Όρος, τί είδε, άκουσε, έγνώρισε και έζησε. Έγραψε σ΄αυτό το βιβλίο όλη τη μοναχική του πείρα με ένα χαριτωμένο τρόπο και πολύ γλαφυρό. Τα «Απομνημονεύματα» αυτά συνήθιζε να τα μελετά σχεδόν καθημερινώς, ώστε να ενθυμήται το «διατί εξήλθεν», πού λέγουν οι πατέρες.
Μία εβδομάδα πριν την κοίμησι του έπεσε στο κρεββάτι από ασθένεια της κοιλιακής χώρας. Δεν ημπορούσε να φάγη τίποτε, ούτε και έβγαινε από το κελλί του. Του είπαν οι πατέρες να τον πάνε στους ιατρούς, αλλά δεν ήθελε. Ενόμιζε και είχε την ελπίδα ότι θα ιατρεύετο. Αλλ' όμως είχε έλθει η ώρα πού ο Θεός θα τον εκαλούσε κοντά Του, διά να τον ανάπαυση από τους κόπους του. Το βράδυ της προηγουμένης ημέρας της κοι­μήσεως του είχε φοβερούς πόνους. Έκανε όμως μεγάλη υπομο­νή. Και την άλλη ήμερα το πρωΐ, ξημερώνοντας η 5η Δεκεμ­βρίου 1985, εορτή του αγίου Σάββα του Ηγιασμένου, παρέδωσε την αγία του ψυχή εις χείρας Θεού, τον οποίον επόθησε και ηγάπησεν εκ νεότητος.
Πρόθεσις και σκοπός των όσων ανωτέρω ανεφέρθησαν δεν ήτο άλλος, παρά να διατηρήσωμεν έστω και δι' αυτών των ολί­γων στοιχείων το μνημόσυνον του μακαρίτου ιερομόναχου Ματθαίου Καρακαλληνού, ο οποίος εστάθη δι' ημάς τους νεωτέρους μορφή άκρας ταπεινώσεως, υπόδειγμα λειτουργού, πα­ράδειγμα κοινοβιάτου μοναχού, ασκητού προσευχομένου, φιλαγίου και φιλόθεου. Είθε ο βίος του να γίνη παράδειγμα και πηγή εμπνεύσεως δι΄ όλους τους νεωτέρους αδελφούς του Αγιωνύμου Όρους. Ας είναι το μνημόσυνόν του αιώνιον. Μορφαί ως του παπά Ματθαίου θα παραμένουν μεταξύ των αλησμό­νητων αγιορείτικων μορφών.
 (παπά Ματθαίος Καρακαλληνός (1905 - 1985), Ι.Π.Κ., Περιοδικόν «Ο Όσιος Γρηγόριος», Τεύχος 11ο , σελ. 78-84, Έκδοσις Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, Άγιον Όρος, 1986)

1754 - ВИ СТЕ ХЕРОЈИ И ПОНОСНИ СМО НА ВАС!







1753 - Η τύψη της συνείδησης και οι ενοχές που μας μαυρίζουν την ψυχή



Γέροντας Μακάριος
Μαρουδάς
…Έχουμε και άλλες περιπτώσεις ανθρώπων, που ενώ μετανοούν, ταπεινώνονται στο μέτρο τους, εξομολογούνται καθαρά, πιστεύουν στην άφεση που δίνει η Εκκλησία και με όλα αυτά παραμένουν γεμάτοι ενοχές και χωρίς ειρήνη.
Χρειάζεται στο σημείο αυτό να πούμε ότι άλλο η τύψη της συνείδησης, που είναι κάτι πολύ φυσικό και σωτηριώδες για να μπορέσει ο άνθρωπος να συνειδητοποιεί  τα σφάλματά του, τις αμαρτίες του και να μετανοεί, και άλλο οι ενοχές που μας μαυρίζουν την ψυχή.
Από τη στιγμή που πιστεύουμε στο Θεό, στην άφεση που μας παρέχει με τα μυστήρια στην Εκκλησία μας, θα πρέπει να ξεπεράσουμε και πάλι το εγώ μας και να προσπαθούμε να συγχωρούμε και μεις τον εαυτό μας, για όσα τουλάχιστον πιστεύουμε ότι ο Θεός δια της μετανοίας και εξομολογήσεως μας συγχώρεσε.
Μιλούσα με κάποιον θεολόγο ο οποίος μου έλεγε ότι αυτό: το να συγχωρεί κανείς τον εαυτό του αφού πιστεύει ότι ο Θεός δια των μυστηρίων τον έχει συγχωρέσει· ενώ αυτό το έχει διαβάσει και το έχει κηρύξει πολλές φορές· στον εαυτό του δεν μπόρεσε να το εφαρμόσει και να σταματήσει να τον κατατρέχουν οι ενοχές για κάποιο προσωπικό του αμάρτημα. Μάλλον λείπει η πίστη, ο εγωισμός μας την καπακώνει και είμαστε δυστυχισμένοι…

Απόσπασμα από την ομιλία του Γέροντος Μακαρίου
«Μετάνοια-Εξομολόγηση-Θεία Ευχαριστία»
Αλεξανδρούπολη, Απρίλιος 2011

1752 - Επίσκεψη στον Γέροντα Παΐσιο ενός νεαρού με Θεία παλαβομάρα



Ένα πρωί στο καλύβι χτύπησε κάποιος το σιδεράκι στην πόρτα. Κοίταξα από το παράθυρο να δω ποιος είναι, γιατί δεν ήταν ακόμα η ώρα να ανοίξω.
Είδα έναν νέο με φωτεινό πρόσωπο και κατάλαβα ότι είχε βιώματα πνευματικά, αφού τον πρόδιδε η Χάρις του Θεού.
Γι αυτό, αν και ήμουν απασχολημένος, διέκοψα αυτό που έκανα, άνοιξα την πόρτα, τον πήρα μέσα, του πρόσφερα νερό και με τρόπο άρχισα να τον ρωτάω για την ζωή του, γιατί έβλεπα ότι είχε πνευματικό περιεχόμενο.
«Τι δουλειά κάνεις, παλληκάρι;» τον ρώτησα. «Τι δουλειά, πάτερ; μου λέει. Εγώ στην φυλακή μεγάλωσα.
Τα περισσότερα χρόνια της ζωής μου εκεί τα πέρασα. Τώρα είμαι είκοσι έξι χρονών».
«Καλά βρε παλληκάρι, τι έκανες και σε έκλειναν φυλακή;», τον ρώτησα. Κι εκείνος μου άνοιξε την καρδιά του:
«Από μικρός, μου είπε, πονούσα πολύ, όταν έβλεπα δυστυχισμένους ανθρώπους. Ήξερα όλους τους πονεμένους, όχι μόνον από την ενορία μου αλλά και από άλλες ενορίες.
Επειδή ο παπάς της ενορίας μας με τους επιτρόπους μάζευαν συνέχεια χρήματα και έφτιαχναν κτήρια, αίθουσες κτλ, ή έκαναν διάφορους εξωραϊσμούς, είχαν παραμεληθεί τελείως οι φτωχές οικογένειες.
Εγώ δεν κρίνω εάν ήταν απαραίτητα αυτά που έφτιαχναν, αλλά έβλεπα να υπάρχουν πολλοί δυστυχισμένοι άνθρωποι.
Πήγαινα λοιπόν κρυφά και έκλεβα από τα χρήματα που μάζευαν από τους εράνους. Έπαιρνα αρκετά, δεν τα έπαιρνα όλα.
Ύστερα αγόραζα τρόφιμα, διάφορα πράγματα, τα άφηνα κρυφά έξω από τα σπίτια των φτωχών και αμέσως, για να μην πιάσουν άλλον άδικα, πήγαινα στην αστυνομία και έλεγα:
«Εγώ έκλεψα τα χρήματα από την εκκλησία και τα ξόδεψα», χωρίς να πω τίποτε άλλο. Με άρχιζαν στο ξύλο και στο βρισίδι, «αλήτη, κλέφτη», εγώ σιωπούσα.
Με έκλειναν μετά στην φυλακή. Αυτή η δουλειά γινόταν για χρόνια. Όλη η πόλη όπου έμενα - τριάντα χιλιάδες κάτοικοι - και άλλες πόλεις με είχαν μάθει, και «αλήτη» με ανέβαζαν, «κλέφτη» με κατέβαζαν.
Εγώ σιωπούσα και ένοιωθα χαρά. Κάποτε μάλιστα με είχαν κλείσει στην φυλακή τρία ολόκληρα χρόνια. Μερικές φορές με έκλειναν άδικα στην φυλακή και όταν έπιαναν τον ένοχο, με άφηναν.
Αν δεν τον έπιαναν καθόμουν μέσα, όσο έπρεπε να καθίσει εκείνος. Γι αυτό σου είπα, πάτερ μου, ότι τα περισσότερα χρόνια της ζωής μου τα πέρασα στις φυλακές».
Αφού τον άκουσα με προσοχή, του είπα:
«Βρε παλληκάρι, όσο καλά και αν φαίνεται αυτό, δεν είναι καλό και να μην το ξανακάνης. Άκου τι θα σου πω. Θα με ακούσης;». «Θα σε ακούσω πάτερ» μου λέει.
«Να απομακρυνθείς από αυτή την πόλη, του λέω, να πας σε άγνωστο περιβάλλον, στην τάδε πόλη, και εγώ θα φροντίσω να συνδεθής με καλούς ανθρώπους. Να εργάζεσαι και να βοηθάς, όσο μπορείς, τους πονεμένους από το υστέρημα σου, επειδή αυτό έχει μεγαλύτερη αξία.
Αλλά, και όταν κανείς δεν έχει τίποτα να δώσει σε έναν φτωχό και πονάει η καρδιά του, τότε κάνει ανώτερη ελεημοσύνη, διότι κάνει ελεημοσύνη με το αίμα της καρδιάς του.
Γιατί εάν είχε κάτι και το έδινε, θα αισθανόταν και χαρά, ενώ, όταν δεν έχει να δώσει, αισθάνεται πόνο στην καρδιά».
Μου υποσχέθηκε ότι θα ακούσει την συμβουλή μου και έφυγε χαρούμενος. Έπειτα από επτά μήνες παίρνω ένα γράμμα από τις φυλακές Κορυδαλλού, στο οποίο έγραφε τα εξής:
«Ασφαλώς, πάτερ μου, θα απορήσεις που σου γράφω πάλι από την φυλακή μετά από τόσες συμβουλές που μου έδωσες και μετά τις υποσχέσεις που σου έδωσα.
Μάθε ότι αυτή την φορά υπηρετώ μία φυλάκιση την οποία είχα υπηρετήσει, κάποιο λάθος έγινε.
Ευτυχώς που δεν υπάρχει ανθρώπινη δικαιοσύνη, γιατί θα αδικούνταν οι πνευματικοί άνθρωποι επειδή θα έχαναν τον ουράνιο μισθό».
Όταν διάβασα αυτά τα τελευταία λόγια, θαύμασα αυτόν τον νέο, που είχε πάρει τόσο ζεστά την πνευματική ζωή και είχε συλλάβει τόσο βαθιά το βαθύτερο νόημα της ζωής!
Δια Χριστόν κλέφτης! Μέσα του είχε Χριστό. Δεν μπορούσε να φρενάρει τον εαυτό του από την χαρά που ένοιωθε. Θεία παλαβομάρα, πανηγύρι είχε!

- Γέροντα, από το ρεζίλι ερχόταν η χαρά;
Από την αδικία ερχόταν η χαρά. Κοσμικός άνθρωπος ήταν, ούτε συναξάρια, ούτε Πατερικά είχε διαβάσει και, ενώ έτρωγε άδικα ξύλο, τον έκλειναν στην φυλακή, τον είχαν μέσα στην πόλη για αλήτη, για παλιόπαιδο, για κλέφτη, γινόταν ρεζίλι, αυτός δεν μιλούσε και τα αντιμετώπιζε όλα τόσο πνευματικά!
Νέος άνθρωπος, και δεν φρόντιζε να αποκατασταθή, αλλά πώς να βοηθήσει τους άλλους!
Τους μεγάλους κλέφτες πολλές φορές δεν τους κλείνουν ούτε μία φορά στη φυλακή, ενώ αυτόν τον δόλιο τον φυλάκισαν για την ίδια κλοπή δύο φορές και για άλλες κλοπές τον φυλάκισαν άδικα, μέχρι να βρουν τον πραγματικό κλέφτη!
Την χαρά όμως που είχε αυτός δεν την είχαν όλοι οι κάτοικοι της πόλης. Τριάντα χιλιάδες χαρές δεν συμπλήρωναν την δική του χαρά.
Γι αυτό λέω ότι ένας πνευματικός άνθρωπος δεν έχει θλίψεις.
Όταν η αγάπη αυξηθεί και καεί η καρδιά από τον θείο έρωτα, δεν μπορεί να σταθεί πλέον η θλίψη.
Η μεγάλη αγάπη προς τον Χριστό υπερνικά τους πόνους και τις ταλαιπωρίες που του προξενούν οι άνθρωποι.

πατήρ Παϊσιος 
http://1myblog.pblogs.gr/

1751 - Ταΐζοντας τους γλάρους (φωτογραφίες)


1750 - Η θέση του Αγίου Όρους απέναντι στο Μακεδονικό Ζήτημα


Έκκλησις της Διπλής Ιεράς Συνάξεως
του Αγίου Όρους Άθω
δια το «Μακεδονικόν Ζήτημα»


Σαν σήμερα, πριν 20 χρόνια

20 Αυγούστου 1992

Το Άγιον Όρος παραδεδομένον ολοψύχως εις την εργασίαν της μετανοίας και της προσευχής αποφεύγει τον σχολιασμόν της συντόμως παρερχομένης επικαιρότητος. Ζων όμως κρισίμους καταστάσεις και φοβούμενον κυοφορίας επικινδύνων γεγονότων συμπάσχει μετά τον θεόπλαστον άνθρωπον γεγονότα, τα καταφθάνοντα εις τας ακοάς του. Ούτως αναγκάζεται ενίοτε εις λύσιν της υπευθύνου σιωπής του, ότε η αλήθεια διακυβεύεται και η Ιστορία παραχαράσσεται. Τοιούτον τι συμβαίνει σήμερον δια της υπούλου επιθέσεως κατά της ελληνικότητος της Μακεδονίας.
Το Άγιον Όρος δια της παρούσης επιθυμεί να συμβάλη εις την πρόληψιν παντός κακού και εις την εμπέδωσιν της ηρεμίας και ησυχίας, την οποίαν μεγάλην ανάγκην έχει ο κόσμος. Ειδήμονες εξεφράσθησαν ήδη αρίστως και περισσότερον επιστημονικώς περί της ελληνικότητος της Μακεδονίας. Ευρήματα και επιγραφαί, πρόσωπα και ονόματα και γεγονότα επιβεβαιώνουν περιτράνως του λόγου το αληθές και πας τίμιος, ειλικρινής και πεπολιτισμένος άνθρωπος δύναται ευχερώς και ανέτως να ανεύρη ταύτα, όπου αν θελήση.
Η Αγία Γραφή εις το βιβλίον του Προφήτου Δανιήλ αναφέρει εξ αιώνας προ Χριστού περί του Έλληνος Βασιλέως εκ Μακεδονίας Μεγάλου Αλεξάνδρου, του οποίου το πολιτιστικόν έργον είναι γνωστόν εις όλους και μοναδικόν εις την ιστορίαν της ανθρωπότητος. Εις δε τας Πράξεις των Αποστόλων αναφέρεται εκτενώς το όραμα του Αποστόλου Παύλου εις Τρωάδα και η επίσκεψις εις τας πόλεις της Μακεδονίας, ένθα ομιλεί και γράφει αριστοτεχνικώς την ελληνικήν. Ενταύθα συνηντήθη ο χριστιανισμός και ο Ελληνισμός και εξ αυτών εκυοφορήθη ο Βυζαντινός Πολιτισμός, ο οποίος έως της σήμερον μαρτυρείται εισέτι εις άπασαν την Μακεδονίαν και ιδιαιτέρως εις την ιεράν αθωνικήν Χερσόνησον.
Η απόκοσμος μοναστική πολιτεία του Αγίου Όρους εις την οποίαν διαβιούν από αιώνων μετ’ αδιασαλεύτου χριστιανικής ειρήνης και θεοδότου ομονοίας Ορθόδοξοι Μοναχοί από τας ανά την Οικουμένην παροικίας των Ορθοδόξων, βλέπουσα ταραχήν, συνοχήν και αδικίαν εθνών εις τας γειτνιάζουσας χώρας των Βαλκανίων, ποιείται θερμοτάτην έκκλησιν προς πάσαν κατεύθυνσιν και πάντα αρμόδιον, παρακαλούσα και προτρέπουσα τα προς ειρήνην, ασφάλειαν και δικαιοσύνην.
Η ειρήνη, ως απότοκος της δοκαιοσύνης, θα φέρη την ασφάλειαν και την τάξιν και δεν θα οδηγήση εις ανιέρους πράξεις ανελευθερίας και αθέσμων διεκδικήσεων. «Δικαιοσύνην μάθετε οι ενοικούντες επί της γης» κατά την Αγίαν Γραφήν, διότι αύτη θα διατηρήση έκαστον λαόν εντός των ορίων αυτού άνευ επιθυμίας διεκδικήσεως όσων ανήκουν εις άλλους και σφετερισμού και παραχαράξεως της πνευματικής και ιστορικής κληρονομίας γειτόνων.
Οι Ελληνοορθόδοξοι, δια μοναχών κυρίως πρωτεργατών, ως των Θεσσαλονικέων αυταδέλφων Κυρίλλου και Μεθοδίου, κατέστησαν μετόχους της Ορθοδόξου Πίστεως και του πολιτισμού αυτών τους λαούς των Βαλκανίων. Η σαγινεύουσα Θεία Λατρεία εισήλθε εις την αχανή Ρωσίαν και λίκνον του μοναχισμού της χώρας αυτής υπήρξεν ο ιερός Άθως. Οι ιεροί αυτοί άνδρες και άλλοι, των οποίων ο κατάλογος θα ήτο μακρός, εις ουδένα επώλησαν την ταυτότητά των.
Θα ανέμενε κανείς από τους λαούς τούτους να είναι ευγνώμονες προς το Έθνος, το οποίον τους ευηργέτησεν. Εάν τούτο τυγχάνει δυσκατόρθωτον, τουλάχιστον ας μη ζητούν τίτλους ιδιοκτησίας επί της γης των ευεργετών των.
Κατανοούντες ευκόλως σήμερον ότι το νεόκοπον κρατίδιον των Σκοπίων ενδύεται ξένα ενδύματα και παρουσιάζεται εις τον κόσμον δι’ ονόματος ανήκοντος σαφώς και πλήρως τεκμηριωμένως ιστορικώς εις άλλους, ημείς οι μοναχοί ως απόγονοι αυτών, οι οποίοι με θείον ζήλον μεταλαμπάδευσαν το φως της Ορθοδοξίας και του πολιτισμού εις τους κύκλω λαούς, διαμαρτυρόμεθα δικαίως και εντόνως. Τούτο πράττομεν, διότι διαβλέπομεν πρωτοφανή αδικίαν, η οποία διασαλεύει επικινδύνως την θείαν ειρήνην μεταξύ ομοδόξων ομόρων λαών.
Παρακαλούμεν εκ βαθέων τους αρχηγούς κυρίως των Ορθοδόξων λαών, όπως μη στηρίζουν την παράφορον αδικίαν ταύτην και γίνονται αιτία επικινδύνου αναταραχής, τας συνεπείας της οποίας είναι αδύνατον να αποφύγη και η ησυχαστική αθωϊκή Πολιτεία.
Ειρηνεύετε, λοιπόν, παρακαλούμεν ολοθέρμως εν εαυτοίς και μη μεταίρετε όρια αιώνια, τα οποία εχαράχθησαν δι’ αίματος. Η ειρήνη, εν των πολιτιμωτέρων πραγμάτων εις τον κόσμον, είναι εύκολον να χαθή εις ελάχιστον χρόνον και υπό του παραμικρού αδεξίου χειρισμού, η επαναφορά όμως αυτής, ως γνωστόν, δεν επιτυγχάνεται αν δεν δεχθή σπονδάς ανθρωπίνου αίματος, συνοδευομένας υπό χειμάρρων δακρύων.
Ειρηνεύετε, διότι η μακαριότης των λαών δεν στηρίζεται εις τους σφετερισμούς, τας παραχαράξεις, τας αθέσμους αναγνωρίσεις, τας διαρπαγάς, τας επεκτάσεις αλλά μάλλον εις την φιλοπονίαν, την πρόοδον και την ειρήνευσιν. «Υπέρ της ειρήνης του σύμπαντος κόσμου» και των γειτόνων ημών νυχθημερόν εκτενώς προσευχόμεθα διαπύρως προς τον Ειρηνάρχην, Ειρηνοδότην και Ειρηνοφόρον Ουράνιον Πατέρα ημών ίνα παράσχη ταύτην δαψιλώς εις την εξαιρετικώς ευαίσθητον περιοχήν των Βαλκανίων εις τον γεωγραφικόν χώρον των οποίων υπάγεται και η αυτοδιοίκητος, υπό την Ελληνικήν επικυριαρχίαν και την ευλογούσαν σκέπην του Οικουμενικού Πατριαρχείου, υπερχιλιετής αγιορειτική Πολιτεία.
Ομιλούμεν όχι δια να ομιλώμεν απλώς, μη αποβλέποντες εις ανθρωπίνους σκοπιμότητας και εκτιμήσεις. Αναφερόμεθα όχι εις αλλοθρήσκους αλλ’ εις ομοδόξους, τους οποίους από αιώνων συνδέει κοινή πίστις και παράδοσις ιερά. Η διάστασις μεταξύ ομοδόξων λαών είναι φοβερόν και λυπηρόν πράγμα. Διό και το Σχίσμα των Σκοπίων αποτελεί πηγήν πολλών δεινών, εν των οποίων είναι και η επέκτασις της Ουνίας, το ανόσιον έργον της οποίας έχει ήδη καταδικασθή από πάντας τους Ορθοδόξους λαούς.
Άπαντες ημείς, οι φέροντες το τίμιον μοναχικόν ένδυμα ως στολήν υπηρεσίας της προς Θεόν και άνθρωπον αγάπης, εν νηφαλιότητι και ειρήνη καρδίας ποιούμεν έκκλησιν προς πάσαν κατεύθυνσιν δια την εξαφάνισιν της αδικίας και την αποσόβισιν τν εξ αυτής κινδύνων, της οικειοποιήσεως δηλονότι υπό των Σκοπίων όλως ξένων τίτλων και συμβόλων.   
Απευθύνομεν έκκλησιν προς τους άρχοντας των Σκοπίων, να αναθεωρήσουν την στάσιν των και να συμβάλουν εις την εδραίωσιν της σταθερότητος, ίνα γευθούν και ούτοι τους γλυκείς καρπούς του ημέρου βίου, ως μέγα μέρος του λαού των ασφαλώς επιθυμεί. Διότι θεωρούμεν βέβαιον ότι οι κάτοικοι των Σκοπίων θα κατανοήσουν ότι σφετεριζόμενοι ξένα στοιχεία, δεν αδικούν μόνο εκείνους εις τους οποίους ανήκουν ταύτα αλλά κυρίως αδικούν τους εαυτούς των, ως να μην έχουν ιδικήν των παράδοσιν και πολιτισμόν.
Απευθύνομεν λόγον αναθεωρήσεως προς τους ηγέτας ομοδόξων λαών και μάλιστα ενίους εξ αυτών, οι οποίοι δια της αναγνωρίσεως του ως άνω κρατιδίου δημιουργούν μέγα πρόβλημα εις την ειρήνην τν Βαλκανίων.
Εν ταπεινώσει λόγον φιλαδελφίας απευθύνομεν και προς τους αγιωτάτους Πομενάρχας των Ορθοδόξων Εκκλησιών, των φίλων χωρών, ίνα δια της εγκαρδιότητός των και δια τρόπων, τους οποίους καλύτερον γνωρίζουν εκείνοι, συμβάλουν εις την απομάκρυνσιν των μελανών νεφών εκ των συνόρων μας.
Εις τας ευγενείς καρδίας και την ορθήν κρίσιν των ηγετών της Δύσεως και της μεγάλης υπερατλαντικής χώρας των Η.Π.Α. απευθύνομεν λόγον, ίνα κατά το μέτρον των δυνάμεών των επέμβουν, ίνα επικρατήση πολιτική νηνεμία, ελευθεροποιός και χαροποιός δια πάντας. Η μικρά Ελλάς έχει μεγάλην την προσφοράν εις τον παγκόσμιον πολιτισμόν και η ελαχίστη ανταπόδοσις ταύτης θα ήτο η άμεσος δικαίωσίς της.
Τελευτώντες, ημείς οι πολυετώς ασκούμενοι και αγωνιζόμενοι εις Άγιον Όρος, ένα πνευματικόν χώρον με Πανορθόδοξον και Οικουμενικήν αποστολήν, οι χίλια έτη και πλέον ειρηνικώς διαβιούντες και τύπον εις πάντας παραδίδοντες αγαστής συμβιώσεως∙ οι εν τη πολυωδύνω ταύτη περιοχή της Μακεδονίας εγκαταβιούντες και Αγιορείται άπαντες καλούμενοι∙ εν μια καρδία και χείλεσιν αναξίοις υψώνομεν ικετήριον φωνήν προς τον Φιλάνθρωπον Θεόν ημών, όπως λαλήση εις τας καρδίας των κρατούντων και συνετίση ταύτας προς ειρήνευσιν των λαών και αποσόβησιν παντός κακού. Αμήν.

Άπαντες οι εν τη Εκτάκτω Διπλή Ιερά Συνάξει Αντιπρόσωποι και Προϊστάμενοι των είκοσιν Ιερών και Ευαγών Μονών του Αγίου Όρους Άθω. 


(πρώτη δημοσίευση στο διαδίκτυο
από τις ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ)
τεύχος 37,