Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2012

1498 - Είπε ο παπα Χαράλαμπος Διονυσιάτης


Ο παπα-Χαράλαμπος θεωρούσεν ως πηγή της δυστυχίας και του διχασμού στις οικογένειες την απομάκρυνσίν τους από τήν Εκκλησίαν και τα ιερά Μυστήρια.
«Χριστιανός χωρίς εκκλησιασμό, χωρίς προσευχή, χωρίς εξομολόγηση, χωρίς Θεία Κοινωνία, είναι ένα ξέφραγο αμπέλι, όπου ανά πάσαν στιγμήν η πόρτα είναι ανοιχτή να μπούν μέσα οι κλέφτες, δηλαδή οί δαίμονες, να το αλωνίσουν».

απο το βιβλίο : ''παπα-Χαράλαμπος Διονυσιάτης"

1497 - Το βαγεναριό (κρασαριό)


.......Η παράδοση της οινοποιητικής τέχνης διατηρείται ως σήμερα στο Άγιον Όρος σε ακμαίο επίπεδο. Υπάρχουν ειδικοί χώροι, τα λεγόμενα βαγεναριά (βαγεναρεία, σήμερα κρασαριά), συνήθως υπόγειοι, όπου παρασκευάζεται το κρασί και διατηρείται σε μεγάλα δρύινα βαρέλια. Κατά κανόνα η παραγωγή σε τόνους φτάνει στο μισό της ποσότητας των σταφυλιών που εισάγεται στο πατητήρι. Βέβαια, από τα τσίπουρα γίνεται περίφημο ρακί. (Οι Αγιορείτες φτιάχνουν επίσης ρακί από δαμάσκηνα, κούμαρα, σύκα ακόμη και ασφόδελους-σπερδούκλες). Κάνουν ακόμη νάμα για τις λατρευτικές τους ανάγκες και πετιμέζι για τα κρυολογήματα του χειμώνα, που τα φυλάνε σε μικρά βαρελάκια.

.......Τα πιο πολλά μοναστήρια φέρνουν σήμερα σταφύλια από τη Λήμνο και φτιάχνουν από αυτά το κρασί τους. Αρκετά όμως εξακολουθούν να καλλιεργούν δικά τους αμπέλια, όπως η μονή Διονυσίου στον Μονοξυλίτη (εντός Αγίου Όρους), με πολλές ποικιλίες σταφυλιών: μοσχάτο, φωκιανό-μαύρο-αετονύχες, κολοκυθάτο, Λημνιό, Βεροίας, αμερικανικό-άσπρο και άλλες. Μόνο η μονή Διονυσίου παράγει 15 τόνους κρασί. Η παραγωγή κυμαίνεται. Μερικά μοναστήρια δεν ξεπερνούν τους πέντε τόνους (Καρακάλου). Η ποσότητα εξαρτάται από τον αριθμό των μοναχών και των επισκεπτών, τη θέση και τη φήμη του μοναστηριού κλπ. πάντως η Μονή Διονυσίου φημίζεται για το μπρούσκο (αρκετά βαρύ για τα κοινά μέτρα) κρασί της, ενώ η Αγίου Παύλου έχει στην είσοδο του μοναστηριού της μια τεράστια κρεβατή, που δίνει ωραία επιτραπέζια σταφύλια.
Ονομαστό είναι και το μπρούσκο κρασί που παράγει από τα αμπέλια του το Χιλανδάρι, το οποίο προμηθεύει και τη γειτονική Μονή Εσφιγμένου. Το φτιάχνει στο βυζαντινό βαγεναριό του.

.......Αξίζει να αναφερθεί, ότι ένα κλήμα έχει φυτρώσει στο Χιλανδάρι στον τάφο του Αγίου Συμεών, από το οπο΄πιο ξηραίνουν τα σταφύλια και στέλνουν τρεις σταφίδες στις γυναίκες, που δεν κάνουν παιδιά, όταν τους τις ζητούν. Πολλές από αυτές με προσευχή και νηστεία, και τρώγοντας τις σταφίδες, έχουν τεκνοποιήσει, καθώς λένε οι Χιλανδαρινοί. Δείχνουν και τις σχετικές επιστολές με τις φωτογραφίες των παιδιών. Υπάρχει μάλιστα μια παράδοση, όπως μας πληροφορεί ο γ. Μητροφάνης Χιλανδαρινός, ότι, αν το κλήμα του Αγίου Συμεών ξεραθεί, τότε θα «είναι το τέλος του Αγίου Όρους».

.......Μετά την κοινοβιοποίησή της, η ιστορική Μονή Ξηροποτάμου, λίγο πιο πάνω από τη Δάφνη, καλλιεργεί γύρω στο μοναστήρι δικά της κλήματα, ενώ αμπέλια υπάρχουν σε σκήτες και καλύβια που τροφοδοτούν μάλιστα και μερικά μοναστήρια. Αν και με αγοραστά σταφύλια από τη Λήμνο, ωραίο άσπρο κρασί κάνει και η Γρηγορίου, παλιότερα με ρετσίνι. Παρατηρώντας τις παλιές γραβούρες των αγιορείτικων μοναστηριών βλέπουμε αμπέλια γύρω στα μοναστήρια. Χαρακτηριστική η αναφορά του Ιωάν. Κομνηνού (1701) στη Μονή Βατοπαιδίου, ένα από τα πιο μεγάλα μοναστήρια του Άθω, το δεύτερο τη τάξει: «Έχει και έξωθεν εις διαφόρους τόπους σκήτας, κελλία, ασκηταρεία, πύργους, μύλους, ησυχαστήρια με περιβόλια και αμπέλια ευμορφότατα».


Ένα από τα πιο σημαντικά βαγεναριά του Αγίου Όρους είναι εκείνο της Μονής Ιβήρων, που ανήκει στο κτιριακό συγκρότημα της Τράπεζας και παρουσιάζει ενδιαφέρον και από αρχιτεκτονική άποψη (πρόκειται για κτίσμα του 19ου αι.). «Το πατητήρι του», γράφει ο Σταύρος Μαμαλούκος, «έχει προσπέλαση μέσω διαβατικού από την αυλή, από όπου έρχονταν τα μουλάρια που μετέφεραν τα ¨καδιά¨ με τα μισοπατημένα σταφύλια από τα αμπέλια. Το πατητήρι είναι διαμορφωμένο στο ανώτερο τμήμα ενός μεγάλου, ενιαίου θολωτού χώρου που καταλαμβάνει το ύψος του υπογείου και του ισογείου μαζί. Το ξύλινο πάτωμά του ουσιαστικά εξυπηρετούσε την κυκλοφορία γύρω από τα στόμια των τριων ¨παραβουτών¨, όπου γινόταν το πάτημα των σταφυλιών. Μια ξύλινη σκάλα οδηγεί από το πατητήρι στην αμέσως υποκείμενη στάθμη, ένα αρχικά ξύλινο πατάρι, στο δάπεδο του οποίου έμμεσα εδράζονται οι παραβούτες. Μια δεύτερη σκάλα οδηγεί από εκεί στο κυρίως βαγεναρείο, έναν επιμήκη, θολωτό χώρο διαστάσεων περίπου 9x26 μέτρων, που βρίσκεται κάτω ακριβώς από την τράπεζα, με την οποία κάποτε επικοινωνούσε μέσω πέτρινης σκάλας».
Αξιοσημείωτα είναι και όσα ο Μαμαλούκος αναφέρει για τους «ποδαράδες» και τα άλλα βαρέλια του βαγεναριού των Ιβήρων:


«Τέσσερις εντυπωσιακοί ¨ποδαράδες¨, τεράστια βαρέλια (το μεγαλύτερο έχει χωρητικότητα 5 τόνους), δεμένα με ξύλινα πλαίσια που χρησιμεύουν ως στεφάνια, αλλά και ως στηρίγματα, καταλαμβάνουν το δυτικό τμήμα του χώρου. Σύμφωνα με τις επιγραφές, που φέρουν στις κύριες όψεις τους, οι ¨ποδαράδες¨ κατασκευάσθηκαν εις τον καιρόν του Παϊσίου Τραπεζάρη περί τα έτη 1875-1878, ανήκουν δηλαδή στην εποχή αναδιοργανώσεως και επανεξοπλισμού του βαγεναρείου μετά την πυρκαγιά του 1860. Στο ανατολικό τμήμα του χώρου και σε ύψος 3 περίπου μέτρων από το έδαφος διατηρούνται λείψανα ενός συστήματος ανοικτών αγωγών από σκαφτούς κορμούς δένδρων για τη διανομή στα βαρέλια του γλεύκους που προερχόταν από τις παραβούτες, αλλά διοχετευόταν στο χώρο του βαγεναρείου με τη βοήθεια χειροκίνητης αντλίας».

.......Η περιεκτικότητα των βαρελιών στα διάφορα αθωνικά μοναστήρια κυμαίνεται από τα μικρά βαρελάκια («πίπες») των 150 κιλών ως τα τεράστια βαρέλια («βαγένια») μέχρι και 23 τόνων. Όπως σημειώνει ο Ιωακείμ Παπάγγελος, που μας δίνει τις πληροφορίες αυτές:
«Το 1980 ο αρχαιολόγος Ι. Ταβλάκης με τη συμπαράσταση του γέροντος Καλλινίκου, διέκοψε τη μετατροπή των αρχαίων βαγενίων της Μονής Ιβήρων σε καυσόξυλα, ενώ η πολυετής αχρηστία και εγκατάλειψη έχει επιδράσει καταστροφικά σε όλα σχεδόν τα μνημειακά βαγένια του Όρους».

.......Παλιά παραδοσιακά βαγεναριά σε όλη τη μεγαλοπρέπειά τους μπορεί να δει κανείς στα μεγάλα μοναστήρια του Όρους, όπως στη Μεγίστη Λαύρα, το Βατοπαίδι κλπ. Στη Λαύρα οι χώροι όπου φτιάχνουν τη ρακή λέγονται και σήμερα «Καζαναρεία». Τα μεγάλα αυτά μοναστήρια είχαν αμπέλια και στα πάμπολλα μετόχια του εκτός Αγίου Όρους.
Αξίζει να σημειωθεί, ότι το μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονα (λεγόμενο Ρωσικό), έχει παραχωρήσει το μετόχι του στη Χρωμίτσα σε οινοποιΐα της Χαλκιδικής (Τσάνταλη), η οποία φύτεψε 400 στρέμματα αμπέλια με ποικιλίες ασύρτικο και ροδίτη.


.......Από αυτές παρασκευάζει καλό άσπρο και ροζέ κρασί, που διαθέτει στο εμπόριο με την επωνυμία «Αγιορείτικο».
Το 1988, η Οινοποιΐα Αθ. Πρωτοπαπά Νέας Περάμου Καβάλας κυκλοφόρησε στο εμπόριο «αγιορειτικό μοναστηριακό τοπικό οίνο» (ερυθρό ξηρό) παραγωγής 1987, «από το περίσσευμα του Οινοποιείου του Μονοξυλίτη». Σύμφωνα με την ετικέττα, «οι μοναχοί περιποιούνται τους αμπελώνες του Μονοξυλίτη που βρίσκονται στις βουνοκορφές του Άθω με παραδοσιακές μεθόδους και οινοποιούν τα σταφύλια σε ιδιόκτητο οινοποιείο μέσα στους αμπελώνες τους. Η ετήσια παραγωγή των Αμπελώνων κυμαίνεται από 30.000-50.000 κιλά».


Ο Μονοξυλίτης, όπως σημειώνει ο Σμυρνάκης, βρίσκεται «μεταξύ της Γιοβάννιτσας της του ΖΣωγράφου Μονής και της Θηβαΐδος (Γουρούνι) της του Ρωσσικού, ων τα όρια απέχουσιν από του Μονοξυλίτου 40΄».
Η μερίδα του κρασιού, όπως και του φαγητού που δικαιούται ένας μοναχός, λέγεται διακονιά, από το διακόνημα.



Φωτογραφίες:

Το κείμενο είναι από το βιβλίο Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΖΩΗ ΣΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ του Ι.Μ. Χατζηφώτη, εκδ. Δ.Ν. Παπαδήμα, 1999, σελ. 128-131


Σχετικό:



1496 - Πατέρας Ηρωδίων Καψαλιώτης (†1990)


Εδώ και πολύ καιρό είχα ακούσει δια τον πατέρα Ήρωδίωνα. Τον θαυματουργό, τον διά Χριστόν σαλό της αγιορείτικης ερήμου της Καψάλας.
Από σκόρπιες πηγές περισυνέλεξα ολίγα πτωχά στοιχεία της ζωής του τα όποια προσφέρω εις τους ευσεβείς χριστιανούς διά να γνωρίζουν ότι και εις τους έσχατους αυτούς καιρούς, ο Θεός δεν μας εγκατέλειπε, αλλά μας έδωκεν ισχυρά στηρίγματα εις την γη και διαπύρους πρεσβευτάς εις τους ουρανούς.

Γεννήθηκε τo 1904 εις την Ρουμανία εις την επαρχία Ορντάσεστ. Ό πατέρας του, λεγόταν Πέτρος Μαντούφ, η μητέρα του Ελένη. Ήταν πτωχοί αλλά τίμιοι άνθρωποι. Ο Πέτρος δούλευε στα χωράφια, έβοσκε τα λιγοστά του πρόβατα, έτρωγε δηλαδή το ψωμί του εν ίδρώτι του προσώπου του. Ο Θεός του χάρισε ένα γυιό, τόν Ιωάννη. Ήταν ένα αθώο και φιλότιμο παλληκάρι. Ψηλός, γεροδεμένος, με γαλανά φωτεινά μάτια. Βοηθούσε τον πατέρα του στα πρόβατα και καλλιεργούσαν μαζί τα χωράφια. Ο Ιωάννης είχε μια έντονη θρησκευτική φύσι. Ήταν φιλέρημος χαρακτήρας. Του άρεσε να άκούη ιστορίες για μεγάλους ερημίτες, που άσκήτευαν στα σπήλαια και σε μικρές καλύβες που έφτιαχναν από κορμούς δένδρων στα Καρπάθια όρη και η καρδιά του καιγόταν να τους μιμηθή. Του έλεγαν οι γεροντότεροι ότι εις την Ελλάδα υπάρχει ένα όρος, ωσάν ένας νομός εις τον όποιο υπάρχουν μόνο μοναστήρια, σκήτες και φτωχικές καλύβες πού εδώ και χίλια χρόνια περίπου ζουν μόνο ασκητάδες. Ο πρώτος ερημίτης του Αγίου Όρους, λεγόταν Πέτρος. Ήταν στρατηγός και φίλος του αυτοκράτορα του Βυζαντίου Νικηφόρου Φωκα. Ο ερημίτης Πέτρος ζούσε ασκητικά σε μια σπηλιά και πολύ βασάνιζε το σώμα του. Πολύ τον ταλαιπωρούσαν οι δαίμονες.
Η Μητέρα του Θεού, του παρουσιάστηκε σ' ένα όραμα γεμάτο φως και του είπε. Έχε υπομονή στις παγίδες και τα βέλη του εχθρού εκλεκτέ μου. Το όρος αυτό είναι δικό μου. Το έζήτησα από τον Υιό μου, και αυτός μου το έδωσε. Εδώ θα έρχονται να κατοικούν όσοι θέλουν να αφιερωθούν εις τον Θεό. Όσο ζουν θα έχουν την προστασία μου. Θα τους τρέφω και θα τους συντηρώ. Δεν θα τους λείψη τίποτε. Και όταν φύγουν από τον κόσμο αυτό, θα τους δωρίσω την βασιλεία του Θεού. Θα το κάμω γνωστό και ένδοξο σ' όλον τον κόσμο. Βασιλιάδες και άρχοντες θα έρχονται εδώ να προσκυνούν. Γυναίκα δεν θα πατήση το πόδι της εδώ. Μόνον εγώ θα βασιλεύω, κανένας βασιλιάς ή άρχοντας θα βασίλευσει εδώ.
Η καρδιά του Ιωάννη σκίρτησε. Άραγε πώς εγώ θα τα καταφέρω να πάω στο Άγιον Όρος; Με τί μέσον; Με τί τρόπο; Δεν θα με αναζητήσουν οι γονείς μου; Δεν θα με εύρουν; Όμως ο Ιωάννης το αποφάσισε. Φεύγει λοιπόν από το σπίτι του, έρχεται στη Μαύρη Θάλασσα, ευρίσκει ένα πλοίο, και με την βοήθεια του Θεού, έρχεται εις το Άγιον Όρος. Όμως θέλει να ιδή, να μελετήση, να κατανόηση την ζωή εδώ. Έτσι γίνεται εργάτης στη Μονή Καρακάλου. Δουλεύει στους λαχανόκηπους, στις εληές. Σε κάθε εργασία. Πάντα πρόθυμος, πάντα γελαστός, πάντα χαρούμενος. Αυτή ή χαρά είναι το χαρακτηριστικό του και τον συνοδεύει σ' όλη του τη ζωή. Έπειτα αποφασίζει να συναριθμηθή σε μια μοναχική συνοδεία, Πρώτα άσκητεύει στο μοναστήρι του Αγίου Διονυσίου. Τι τον είλκυσε εδώ; Το αυστηρό τυπικό, οι ζηλωτές ασκητάδες και τα λείψανα των Αγίων. Εδώ σώζεται, πολύτιμος θησαυρός, το δεξιό χέρι του Ιωάννου του Προδρόμου. Το χέρι με το όποιο εβάπτισε τον Κύριο μας Ιησού Χριστό. Όμως ο Ιωάννης θέλει να γνωρίση και να ζήση και σε άλλες μοναχικές παλαίστρες. Έτσι αφήνει το αγιασμένο αυτό μοναστήρι, κι έρχεται στο μοναστήρι του Φιλόθεου.

Εδώ μένει αρκετό καιρό. Γυμνάζεται στους πνευματικούς πολέμους. Δέχεται τα βέλη του εχθρού και απαντάει ωσάν γενναίος στρατιώτης. Η καρδιά του γίνεται ένα πεδίο βολής. Ένα αναπεπταμένο πεδίο μάχης. Από τη μια μεριά οι δαίμονες. Τον πολεμούν με όλη τους την δύναμι, με όλο τους το μίσος. Και από την άλλη ό ηρωικός αγωνιστής. Δεν πολεμάει τον εχθρό με ορατά όπλα. Ο πόλεμος δεν είναι ορατός. Είναι αόρατος. Τον πολεμάει με πνευματικά όπλα. Νηστεία, υπομονή, σιωπή, ταπείνωσι, αγρυπνία, μελέτη του λόγου του Θεού. Αλλά ιδιαίτερα τον πολεμάει με την προσευχή. Διά τον μοναχό ή προσευχή είναι το πρώτο του θέμα. Εάν επιτύχη εις την προσευχή επέτυχεν εις τους στόχους του. Εάν από τύχη εις την προσευχή, έχει κάμει μεγάλα ρήγματα ό εχθρός εις το κάστρο της ψυχής του, και πρέπει να βιασθή για να κερδίση το χαμένο έδαφος. Εδώ εις το Άγιον Όρος οι μοναχοί προσεύχονται με μια απλή προσευχή, πού έγινε αληθινή επιστήμη. Προσεύχονται με την προσευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον ημάς». Ο Μακάριος ο Αιγύπτιος ρώτησε τον άγγελο. «Πώς πρέπει εμείς οι μοναχοί να προσευχώμεθα;». Και ο άγγελος του απάντησε: «Εάν ό μοναχός είναι γραμματοφόρος, να διαβάζη το ψαλτήριον. Εάν είναι αγράμματος, να λέγη την απλή προσευχή, Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον ημάς». Όμως πολλοί γραμματοφόροι προτιμούν να προσεύχωνται με την απλή αυτή προσευχή, παρά με το Ψαλτήριον.
Ο μοναχός όλο τον χρόνο της ζωής του, λέγει αυτή την ευχή. Αυτή η προσευχή ομοιάζει με την ήσυχη απαλή βροχή. Η ήσυχη βροχή ποτίζει σιγά σιγά την γη και η γη καρποφορεί. Η καταρρακτώδης βροχή δεν βοηθάει την γη να καρποφορήση. Παρασύρει το χώμα, την λίπανσι, τους σπόρους.
Άλλο παράδειγμα. Όταν το ζεστό νερό κυκλοφορεί εις τα σώματα του καλοριφέρ πάντοτε, όλο το δωμάτιο θερμαίνεται. Εάν το ζεστό νερό σταματήση να κυκλοφορή εις το καλοριφέρ, όλο το δωμάτιο ψύχεται. Όταν εις την καρδία κυκλοφορεί πάντοτε το γλυκύτατο όνομα του Ιησού Χριστού, η καρδία θερμαίνεται με θεία θέρμη, και διά της καρδίας, κάθε κύτταρο, κάθε μέλος του σώματος θερμαίνεται, εξαγνίζεται από κάθε ρυπαρό λογισμό, από λογισμούς μίσους, μνησικακίας, εκδικήσεως, φθόνου, ζηλοφθονίας, υπερηφάνειας, οιήσεως, αλαζονείας, φιλοδοξίας, φιλοπρωτείας, κοιλιοδουλείας, πολυφαγίας, καλοφαγίας, φιλυπνίας, ραθυμίας, ακηδίας, οκνηρίας, περιέργειας, πολυπραγμοσύνης, θλίψεως, μελαγχολίας, ταραχής, νευρικότητος, ανυπομονησίας και κάθε πάθους μικρού ή μεγάλου. Όμως εσκέφθη ο ασκητής μας ότι εδώ εις το μοναστήρι με τους τόσους θορύβους, δεν μπορεί η ψυχή να καλλιεργήση την καρδιακή προσευχή, διά τούτο δε ανεχώρησε από το μοναστήρι και ήλθεν εις την έρημον της Καψάλας, εις την οποία πολλοί μοναχοί και πολλοί Ρουμάνοι ζούσαν ησυχαστικόν βίον, με απόλυτη σιωπή, απομόνωση, νηστεία, είχον δε και πρόσφορους περιστάσεις διά την νοερά ή καρδιακή προσευχή. 

Με πολύ προσοχή κατεσκόπευσε τα καλύβια, τις σκήτες, τις μικρές συνοδείες και η ψυχή του αναπαύτηκε σε ένα κελλί πολύ απομονωμένο, του Αγίου Δημητρίου, απέχει σαράντα λεπτά από το δρόμο.

Ήταν δε παντελώς έρημο, ακατοίκητο, μισοερειπωμένο. Τα παράθυρα κατεστραμμένα, οι πόρτες επίσης, οι λαμαρίνες επίσης. Όταν φυσούσε άνεμος, σφύριζε μέσα στο κελλί, όταν χιόνιζε, το κελλί ήταν πάντα χιονισμένο μέσα. Ό π. Παΐσιος γνωρίζοντας την κατάσταση του κελλιού του, του έστειλε τρεις υποτακτικούς του, να του το διορθώσουν.

Εκεί έζησε σαράντα ολόκληρα χρόνια. Μόνος. Μονώτατος. Έρημος. Απλησίαστος ερημίτης. Δεν περιποιόταν καθόλου τον εαυτό του. Ποτέ του δεν πλύθηκε, Ποτέ του δεν φρόντισε να εύρη ένα καλό ρούχο. Δεν έπαιρνε καμιά μέριμνα διά τροφή. Πατέρες από τα γειτονικά κελλιά, Έλληνες και Ρουμάνοι, του άφηναν ευλογίες, και με αυτές συνετηρείτο.
Σαράντα χρόνια μελέτης του Θεού.
Σαράντα χρόνια καρδιακής προσευχής.
Σαράντα χρόνια πάλευε με τα στοιχεία της φύσεως και με τους δαίμονας.
Από έγκλειστος και ήσυχαστής έγινεν κατά Θεόν σαλός. Κατά Θεόν τρελλός. Παλαβός, θεοπάλαβος. Έλεγε του κόσμου τις τρέλλες, ασυναρτησίες, έκαμε τρελλές χειρονομίες. Δεν ήταν ευγενής. Στους περίεργους πολύ απότομος. Όταν τους έδιωχνε και δεν φεύγανε, τους περιποιόταν με βρισίδι.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, κατάλαβαν τί θησαυρός ήταν. Τί θησαυρό έκρυβε. Τί διορατικά και προφητικά χαρίσματα έκρυβε και πολλοί τον επεσκέπτοντο και αυτός έκαμε συγκατάβασι και τους δεχόταν.

Αναφέρει ένας. Αγοράσαμε μακαρόνια, μπισκότα, αχλάδια, ροδάκινα, ντομάτες και πήγαμε να τον δούμε.
Μας δέχτηκε. «Ω, ευχαριστώ καλοί πατέρες. Ευχαριστώ πολύ». Του δώσαμε τα δώρα μας. Κόβει τα μπισκότα μικρά μικρά κομματάκια και τα πετάει εις τον αέρα. «Να φάνε τα πουλάκια». Έπειτα, κομματιάζει τα μακαρόνια και τα πετάει σ' όλες τις κατευθύνσεις. Έπειτα, παίρνει τα αχλάδια, τα ροδάκινα, τις ντομάτες και τις πετούσε στους τοίχους του κελλιού του. «Τα χρειαστήκαμε», έλεγαν.
Μέσα, δε το κελλί του, μη χειρότερα. Στους τοίχους χυμένοι καφέδες, πορτοκαλάδες. Στο δάπεδο σε ύφος τριάντα εκατοστών, πεταμένα κουτιά κονσέρβας όλων των ειδών, φιάλες από πορτοκαλάδες, πόματα, και σκουπίδια πολλών ειδών.
Και οι σύντροφοι του να ζουν ειρηνικά και να κυκλοφορούν ελεύθερα, άφοβα. Σαύρες, σαμιαμίθια, κατσαρίδες, μύγες, ποντίκια. Όλων των ειδών και όλων των μεγεθών.
Και ο καλός μας Ηρωδίων να κινήται και να ζη μ' αυτά ο μονασμένος και συμφιλιωμένος.
Είχε το διορατικό χάρισμα. «Εσύ, είσαι από την Κέρκυρα», λέγει σε έναν.
«Εσύ να πας στη Συκιά», λέγει σε άλλον. Σε ποια συκιά, διερωτόταν. Συκιά λέγανε το χωριό του.
Σαν τον Αδάμ, προτού αμαρτήσει είχε εξουσία εις τα στοιχεία της φύσεως, τα διέτασε και αυτά πειθαρχούσαν. Τον επεσκέφθη κάποτε ένας ευσεβής και συνομίλησαν πολύ ώρα στο κελλί. Όταν τελείωσε η συζήτηση και βγήκαν έξω, να τον κατευοδώση, τον βλέπει μελαγχολικό. Αιτία, ο συννεφιασμένος ουρανός. Το παρατηρεί αυτό ο πατέρας μας και του λέγει. «Σε βλέπω μελαγχολικό. Θέλεις να σκορπίσω τα σύννεφα;». Υψώνει τα μάτια του εις τους ουρανούς και δίδει διαταγή εις τα σύννεφα: «σκορπισθείτε». Τα σύννεφα σκορπίσθηκαν και φάνηκε ζεστός ό ήλιος. Ρωτάει πάλι. «Θέλεις να πω στη γη να φυτρώσουν λουλούδια;». «Όχι, όχι», λέγει τρομοκρατημένος.
Ένα απόγευμα, είχε βγει στον υποτυπώδη του κήπο δια να φύτευση κουκιά. Όμως ψιλόβρεχε. Υψώνει τα βλέμματα εις τον ουρανό και λέγει: «Σταμάτα». Και η βροχή σταμάτησε. Όταν φύτεψε τα κουκιά, υψώνει τα μάτια εις τον ουρανό και λέγε: «Τώρα βρέξε». Και άρχισε να βρέχη.
Δεν τον είδαν ποτέ να μεταλάβη. Το συμβαίνει;
Ή άγγελος εξ ουρανού τού μετέδιδε την αγία κοινωνία, όπως συνέβαινε εις τους ερημίτες που κατοικούσαν εις τα βάθη της Αιγυπτιακής ερήμου, ή είχε δεχθεί την θεία Χάρι τόσο έντονα ώστε να μην έχη ανάγκη από την Χάρι που παρέχουν τα Μυστήρια.
Εις την σωματική διάπλασι ήταν εύσωμος, ευθυτενής, με ολίγα γένεια, τήδε κακείσε φυτρωμένα.
Είχε απαλά, φυσιολογικά και συμπαθητικά χαρακτηριστικά. Πάντοτε χαμογελαστός. Οι οφθαλμοί του ήσαν γαλανοί, μεγάλοι, λαμπεροί. Ολόκληρος έλαμπε. Πολλές φορές το πρόσωπο του φωτιζόταν από το θειο φως, και τότε δεν μπορούσες να τον ιδής κατά πρόσωπον.
Όταν παραγέρασε, τον πήρε ο πατήρ Μελέτιος, Ρουμανός κατά την φυλή, τον γηροκόμησε. Όταν δε εκοιμήθηκε εν Κυρίω την 12η Δεκεμβρίου 1990 τον έθαψε.
Ο πατήρ Μελέτιος τον έκαμε μεγαλόσχημο και του έδωκε το όνομα Ηρωδίων.
Ο άγιος Ηρωδίων, ήταν μαθητής του Παύλου. Πιστός μαθητής. Εχειροτονήθη πρεσβύτερος και επίσκοπος και διορίσθη επίσκοπος Νέων Πατρών. Ήταν ζηλωτής, δια τούτο και οι ειδωλολάτρες με τους Ιουδαίους αφού τον κατατυράνησαν, του απέκοψαν την κεφαλή.
Η ανακομιδή του λειψάνου του γέροντα Ηρωδίωνα έγινε επτά χρόνια αργότερα, η δε αγία του κάρα φυλάσσεται εις το κελλίον του πατρός Μελετίου.
Ο πατήρ Μελέτιος είναι σήμερον υπερογδοηκοντούτης, μιμητής του γέροντα Ηρωδίονα. Μιμείται και την σαλότητά του.
Ο Θεός δια πρεσβειών του Οσίου πατρός ημών Ηρωδίωνος, είθε να ελεήση και την αμαρτωλή μας ψυχή και να μας αξιώση της επουρανίου του βασιλείας και των επουρανίων του αγαθών. ΑΜΗΝ.
Ένα νέο στοιχείο από τη ζωή του.
Τον επεσκέφθη ένας θεοσεβής και του έδωσε δύο εικονίδια. «Πάρτα για τα παιδιά σου». «Μα δεν έχω δύο παιδιά, ένα έχω», «Πάρτα, πάρτα» .... Μετά ένα έτος, απέκτησε και δεύτερο παιδί.

Άρχιμανδρίτης Σεραφείμ Δημόπουλος


Δείτε και:

1463 - Η Καψάλα του Αγίου Όρους (φωτογραφίες)