Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2012

1357 - Γερο-Ευδόκιμος ο Ξενοφωντινός (3)



προηγούμενα (1)  (2)
.
Στα πρώτα χρόνια δυσκολευόμαστε στο διακόνημα του δάσους. Ήμαστε τελείως ανίδεοι και, επειδή αισθανόμουνα ντροπή να γυρίζη ο προηγούμενος στην εκκλησία να άπτη κανδήλες με τον καντηλοπάρτη, και μάλιστα με το λιγοστό του φως, του ζήτησα να βοηθήση στο δάσος, μια και διέθετε αρκετή εμπειρία. Σε ολίγες ημέρες αγόρασε τσεκούρια και κλαδευτήρια.
- Τι τα θέλεις αυτά;
- Να υπάγω στο δάσος
- Όχι, Γέροντά μου, δεν θέλω τίποτα.
Οι κακές γλώσσες, που δεν λείπουν και από αυτόν τον άγιο τόπο, σχολίασαν: «Σε στέλνει στο δάσος, για να σε απομακρύνη από το μοναστήρι». Έτρεμε ο δύστηνος Ευδόκιμος μη παρεξηγηθή. Όλα τα είχε πάρει από φόβο. Και ήταν φοβερό να βλέπης τον υψιπέτη αετό του Άθωνα να τρέμη τα σπουργίτια και τους κότσυφες.
Έπαιρνε τα γράμματα από τη Δάφνη. Κάποτε του έπεσαν χρήματα από την τσέπη. Αμέσως άναψε κερί στον Άγιο Μηνά και έτρεξε να τα αναζητήση. Πόνεσε η ψυχή μου την τρομάρα του Γέροντα. Το «δεν πειράζει» δεν τον ανέπαυσε, έως ότου τα βρήκε και τα παρέδωσε. Άλλοτε, προσκυνητής άφησε αρκετά χρήματα στο μοναστήρι και τα καρπώθηκε ο προσμονάριος. Τα πάντα μεταχειρίσθηκε να τον πείση να τα δώση στο ταμείο. Με πολύ πόνο έβλεπε πόσο δύσκολη ήταν η διαβίωσή μας, γι’ αυτό ποτέ δεν ζήτησε τίποτε από το άδειο δοχειό της Δοχειαρίου. Όταν άκουσε ότι μοναστήρι αγόρασε εκατό κιλά καλαμάρια για την ενθρόνιση του ηγουμένου, είπε την παροιμιώδη φράση: «Άλλοι δεν έχουν να φάνε κι άλλοι δεν ξέρουν τι να φάνε!».
Από τις πρώτες μέρες της συνάφειας μαζί του με φειδώ χρησιμοποιούσε τον λόγο και με απλοχεριά το παράδειγμα. Το πρώτο κιόλας καλοκαίρι με ένα τσεκούρι καθάριζε εξωτερικά το τείχος του μοναστηριού από την πυκνή βλάστηση.
- Τι κάνεις, Γέροντα, εκεί;
- Καθαρίζω. Εάν πιάση το δάσος φωτιά, να μην καή και το μοναστήρι. Και αν πιάση το μοναστήρι, να μη καή το δάσος.
Φοβερό μάθημα για μας τους αρχάριους, που δεν γνωρίζαμε τις περιπέτειες της φωτιάς.
Τον βρήκαμε στην οδύνη της εξορίας. Ακούσαμε να ψιθυρίζει πολλές φορές: «Εκάθισεν Αδάμ απέναντι του παραδείσου». Αγάπησε το μοναστήρι του όσο κανένα άλλο πράγμα στην γη. Γι’ αυτό και ο πόνος του ήταν μεγάλος, χωρίς κανείς να μπορή να τον καταλάβη.
- Είναι φοβερό να βλέπης κλειστό μπροστά σου τον πυλώνα που πενήντα χρόνια ακώλυτα διερχόσουνα. Όλοι να τον διέρχωνται –εργάτες, προσκυνητές, μοναχοί- κι εγώ να στερούμαι την είσοδό του. Τον σταυρό μου έκανα μπαίνοντας και βγαίνοντας της πύλης του μοναστηριού. Γιατί άραγε ο Σταυρός δεν με φύλαξε;
Το ταξίδι μέχρι την Δάφνη ήταν παρηγοριά, γιατί έστω και απ’ έξω έβλεπε την Μονή της μετανοίας του. Ένιωθε εσωτερική ανάπαυση στην θεωρία του μοναστηριού του. Είναι εκείνο που λέει ο λαός: «Θώρει να δης». Εμείς βέβαια οι ηθικίζοντες, αψυχολόγητα και απάνθρωπα κρίνοντες, λέγαμε ότι πηγαίνει για ποτό στη Δάφνη. Προτού αναλάβω το μοναστήρι άκουσα τόσες κατηγόριες, που, άθελά μου, ένιωθα δύσκολα απέναντί του. Άκουσα ότι ο πατήρ Ευδόκιμος έχει μετοχές σε καράβια. Έχει διαμερίσματα. Δεν είναι καλός άνθρωπος, με την έννοια την γνωστή. Είναι κακότροπος και άξεστος. Είναι «ζηλωτής» και καταφρονητής της εκκλησίας. Και τι δεν είναι… Μου συνέστησαν παλιοί πνευματικοί, που περιέφεραν την αγιότητα και την αρχοντιά στο Όρος, να τον κρατήσω ένα χρόνο και μετά να τον διώξω, γιατί είναι επικίνδυνος για τους μοναχούς. Να του κόψω την Δάφνη και την Θεσσαλονίκη και αφ’ εαυτού του θα φύγη. Ευτυχώς ο Θεός με φώτισε, αν και αρχάριος σε τέτοια πράγματα, και απήντησα στους σκληρούς λόγους:
- Πατέρες, αισθάνομαι υποχρεωμένος να του δίνω χρήματα να βγαίνη περισσότερες φορές από το μοναστήρι, για να διασκεδάζη την θλίψη του, κι εσείς με συμβουλεύετε να τον διώξω; Που να πάη ο γέροντας των εβδομήντα πέντε χρόνων να ζήση; Στην Ομόνοια των Αθηνών; Οι λαϊκοί βοηθούν τους γονείς τους, αν δεν μπορούν να συγκάνουν, να υπάγουν στο γηροκομείο. Ο φτωχός καλόγερος που να πάη;
Τέλος πάντων, ηγούμενος και προηγούμενος, ήμασταν αρκετό καιρό επιφυλακτικοί μεταξύ μας. Και καθόλου δεν τον αδικώ. Με τέτοια που έπαθε από μας του νέους, θα ήταν ανόητος να μη προσέξη. Εμείς στον Γέροντα αυτόν, τον συκοφαντημένο, κανένα ψεγάδι που του προσάπτανε δεν βρήκαμε, παρά μόνον νεκρική ακαμψία σ’ αυτό που πίστευε και ευθύτητα σ’ αυτό που υποστήριζε.
Ήταν πτωχός, πάμπτωχος. Όλα τα χρόνια ζούσε με ξερό ψωμί. Και οσάκις επεσκέπτετο την Θεσσαλονίκη, μες στην βαλιτσούλα του μόνον ψωμί είχε και λίγες ελιές. Και στο ξενοδοχείο που κατέλυε ούτε σεντόνια δεν υπήρχαν παρά μόνον πεπαλαιωμένες κουβέρτες. Την αγροτική σύνταξη που έπαιρνε την διέθετε για κεράσματα αγάπης στους αδελφούς. Από ενδύματα τούτο μόνον έχω να πω: δεν βρέθηκε ρουχισμός στο κελλί του να τον σαβανώσουμε. Που οι καταθέσεις, που τα υποστατικά, που τον κατηγορούσαν ανερυθριάστως Γέροντες και ηγούμενοι;
Έλεγε πολλές φορές:
- Όταν αποθάνω, ότι υπάρχει θα το βρήτε στην τσέπη μου. Αλλού μη ψάχνετε. Δεν έχω τίποτα.
Τα τελευταία χρόνια ζητούσε από την μετάνοιά του κάποτε-κάποτε οικονομική βοήθεια. Του έλεγα:
- Γέροντα έχεις ανάγκη και ζητάς;
- Όχι, άγιε καθηγούμενε, αλλά για να τους κινήσω απέναντί μου σπλάγχνα οικτιρμών, για να ‘βρουν κι αυτοί έλεος στην βασιλεία του Θεού.
Κατηγορείτο ο Γέροντας άξεστος και τραχύς. Εμείς βρήκαμε κοντά του αληθινή ευγένεια και στοργή, ταιριαστή στον ανδρισμό και στην καλογερική. Αλήθεια, δεν ήξερε να σκορπά χαμόγελα, που τις περισσότερες φορές κρύβουν δηλητήριο. Είχε μια σταθερή ευγένεια και αγάπη για όλους. Σε μικρότητες και μνησικακίες δεν περιέπιπτε ποτέ. Ήταν άνθρωπος της γενιάς του. Την χάρη που βρήκα στον πατέρα μου βρήκα και στον γέροντα Ευδόκιμο. Αισθανόσουν κοντά του στοργή και ασφάλεια, χωρίς εκδηλώσεις τρυφερότητας. Στο κελλί του είχε πάντα κάτι να προσφέρη σ’ αυτόν που του προσέφερε και την παραμικρή διακονία. Χωρίς και την δική του αντιπροσφορά, ποτέ δεν δεχότανε την προσφορά του άλλου. Όταν ερχόταν από την Δάφνη, κάτι έφερνε στους μοναχούς, σαν τον καλό παππού στα εγγόνια του.
Κάποτε έφερε πορτοκαλάδες. Φώναξε έναν μοναχό να τις δώση, αλλά δεν περίμενε να πάη ο νέος, όπως κάνουν οι μεγάλοι. Συγχρόνως περπατούσε και ο ίδιος, ώσπου να συναντηθούν. Αυτό μετρά πολύ στον ηγούμενο και στην διακονία της Μονής. Όλα εκείνα τα βήματα του Γέροντα, για να πλησιάση τον νέο μοναχό, ήταν βήματα περίσσιας αρχοντιάς. Η συμπεριφορά του ήταν άψογη και πάντοτε όμορφη.
Όσο για το ότι δεν ήταν καλός άνθρωπος, τα έντεκα χρόνια που ζήσαμε μαζί η ζωή του θύμιζε αρχαίους πατέρες. Ποτέ δεν ακούστηκε απρεπής λόγος από το στόμα του. Το κελλί του ήταν πάντα ανοιχτό. Πλάγιαζε με το ζωστικό. Όποιος τον φώναζε ήταν έτοιμος. Παρά την ηλικία του, υπέμενε αγόγγυστα το ψύχος του χειμώνα. Αλλά και εργαζομένους του Όρους που ρώτησα, οι οποίοι πολλές φορές ξέρουν περισσότερα από μας, καλά λόγια μου είπαν. Και μάλιστα μου το βεβαίωσαν άνθρωποι που από δεκατεσσάρων ετών παρέμεναν στο μοναστήρι ορφανοί, κυνηγημένοι από τους αντάρτες, οι οποίοι κατέφυγαν κοντά του για προστασία.
Στην αρχή, προσπαθώτας να υπερασπίση τον εαυτό του, έγραψε κάτι απολογίες, που και αυτό ήταν κάτι φυσικό και ανθρώπινο. Μακάρι να μπορή κανείς αυτές τις ώρες να ξεπεράση τον εαυτό του και να σηκώση τον σταυρό του με σιωπή, αλλά πράγματα που εμείς δεν μπορούμε να τηρήσουμε να μη τα ζητάμε από τους άλλους. Πάντα είχε ανάγνωση στο κελλί του. Κάτι διάβασε στην Φιλοκαλία. Του έκανε μεγάλη εντύπωση. Μέρες το βασάνιζε στο μυαλό του.
Μέσα σ’ αυτούς τους λογισμούς ευρισκόμενος –όπως απεκάλυψε σε αδελφό που εκτιμούσε, δάσκαλό του τον ωνόμαζε- ένα βράδυ, μόλις κάθισε στο κρεβάτι του, στηρίζοντας την πλάτη του στο μεταλλικό κεφαλάρι του κρεβατιού, είδε στον απέναντι τοίχο να γράφωνται σαν από αόρατο χέρι μια-μια οι αμαρτίες του από τα παιδικά του χρόνια μέχρι εκείνη την ώρα και δίπλα μια μαυροφόρα γυναίκα κοίταζε μια την γραφή του τοίχου και μια εκείνον, και έκλαιγε και θρηνούσε γοερώς. Δεν άργησε να έρθη σε συναίσθηση. Φώναξε:
- Αχου, Παναγία μου, πόσο σ’ έχω λυπήσει και δεν το έχω καταλάβει.
Την άλλη μέρα έκαψε όλες τις απολογίες και άρχισε κομποσχοίνι με αλάλητους στεναγμούς. Μετά τον θάνατό του καμμία απολογία δεν βρέθηκε στο κελλί του. 
Συνεχίζεται...

 

 


του Γέροντα Γρηγορίου
Ηγουμένου της Ιεράς Μονής Δοχειαρίου





 Μεταφορά στο διαδίκτυο keliotis

1356 - Τελωνείο Δάφνης Αγίου Όρους. Κατάντια…


Ένας (αριθμός 1) υπάλληλος καθημερινά ελέγχει (;) τις αποσκευές 100, 200 και 300 πολλές φορές προσκυνητών σε χρόνο μικρότερο των 45΄. Αιτία η δραματική αποδυνάμωση του τελωνείου από έμψυχο υλικό, γιατί λένε, δεν φέρνει έσοδα στο ελληνικό κράτος!. 


1355 - Σταυροί στο Άγιο Όρος (φωτογραφίες)


Περισσότερα:

1354 - Ο πρόλογος του βιβλίου του Γέροντα Ιωσήφ Βατοπαιδινού «Διδαχές από τον Άθωνα»


 «Μυστήριον Βασιλέως καλόν κρύψαι, τα δε έργα του Θεού ανακαλύπτειν ενδόξως». Ίσως να μην είναι τόσο πρόσφορο το ρήμα της Γραφής που προβάλλεται σαν προοίμιο του λόγου μας, αλλά το νόημα εκεί μας οδηγεί.


Διδασκόμενοι συχνότατα από τον Γέροντά μας με ζωντανό λόγο για την όλη μας αναστροφή, μπορέσαμε να κρατήσουμε με τα φωνοληπτικά μέσα που σήμερον υπάρχουν, πολλά από τα λόγια και τις ομιλίες του. Ασφαλώς δεν λείπει τίποτε από την Εκκλησία και Πατερική μας παράδοσι που να υστερήται ο κάθε πιστός προκειμένου να επιτύχη την σωτηρία του, η προφορική όμως συμβουλή και ο πρακτικός τρόπος που ταιριάζει στα μέτρα του σημερινού ανθρώπου, με όλες τις προϋποθέσεις που περιέχονται στο δικό μας περιβάλλο, αποδεικνύονται αποτελεσματικότερα. Η πείρα λοιπόν αυτού του τρόπου, μας παρεκίνησε να μεταδώσουμε και στους εν τω κόσμω αδελφούς μας, αυτή την ωφέλεια. Αυτός είναι και ο λόγος που παραδίδομε στον τύπο ένα μέρος από τις ομιλίες του Γέροντά μας.
Πρόκειται για λόγους απλούς, χωρίς ρητορικές εκφράσεις και σχεδόν χωρίς σχόλια και παραπομπές, που περιστασιακά αναγκαζόταν να μας συμβουλεύη στον καθημερινό μας αγώνα. Η βάσι είναι πάντοτε η Γραφή και οι Πατερικές γνώμες, που συντελούν στην πνευματική πρόοδο των θελόντων να ζήσουν εν μετανοία. Είτε Γραφικά κείμενα αναφέρονται, είτε μέρη της Πατερικής μας βιογραφίας, ένα έχουν σκοπό, να βοηθήσουν τον άνθρωπο που θέλει να ζη κατά Θεό. Περιλαμβάνουν από την εισαγωγή στην μετάνοια, την λεγομένη «πρακτική», που χάριτι Χριστού φθάνει εν συνεχεία κανείς στην «καθαρτική» και συμφώνως της Πατερικής κλίμαχος οδηγείται στην «φωτιστική», που είναι και ο προορισμός τον ανθρώπου σύμφωνα με τις Θείες επαγγελίες. Υπάρχουν λόγοι ενθαρρυντικοί στους αγωνιζόμενους μέσα στην σκληρότητα της πάλης ενάντια στα πάθη και τους εχθρούς του ανθρώπου, ορατούς και αόρατους.
Είναι και μερικές ομιλίες που έγιναν με αφορμή εορταστική και αναφέρονται στις διάφορες μνήμες των Αγίων μας ή Δεσποτικών και Θεομητορικών εορτών, που κατάλληλα μεταφέρονται σε παραδειγματισμούς στην ζωή των μετανοούντων.
Αυτά σημειώνομε συντόμως με την ευλογία του σεβαστού μας Γέροντος και εάν προκύψει ωφέλεια, όπως το ευχόμεθα, θα συνεχίσωμε και σε άλλες εκδόσεις, αφού ήδη συγκεντρώσαμε αρκετό υλικό που θίγει επίκαιρα και αρμόδια θέματα.
Αδελφοί της συνοδείας τον Γέροντος Ιωσήφ Σπηλιώτου εν τη Ι.Μ. Βατοπαιδίου, Πάσχα 1989

Πηγή: Γέροντος Ιωσήφ, Διδαχές από τον Άθωνα, Ψυχωφελή Βατοπαιδινά 8, γ’ Έκδοσις, Έκδοσις Ιεράς Μεγίστης Μονή του Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος 1999

1353 - Η Βυζαντινή σημαία


Η ιστορία των βυζαντινών σημαιών είναι αρκετά ενδιαφέρουσα και εθνικοϊστορικά σημαντική. Αρχικά, το Βυζάντιο χρησιμοποιούσε τη ρωμαϊκή σημαία, που σύμφωνα με την παράδοση σχεδίασε ο στρατάρχης Μάριος (157-86 π.Χ.) και έφερε την ονομασία σίγνο (signum). Η σημαία αυτή, η οποία ήταν κόκκινη και έφερε ασημένιο αετό με ανοικτές φτερούγες και χρυσούς κεραυνούς στα νύχια του, αποτελούσε ίσως το μοναδικό πράγμα που δεν άλλαξε στην πολυτάραχη Ρώμη, η οποία άλλαξε τόσες μορφές πολιτεύματος και υπέφερε αιματηρές και απειλητικές εμφύλιες και πολέμιες συγκρούσεις. Η μοναδική τροποποίηση που έγινε στη ρωμαϊκή σημαία ήταν να μεταβληθεί το χρώμα του αετού σε χρυσό και, ταυτόχρονα, να στερηθεί τους κεραυνούς του κατά την εποχή του αυτοκράτορα Αδριανού (117-138 μ.Χ.). Οι βυζαντινοί ονόμαζαν την κόκκινη αυτή σημαία φοινικίδα, λόγω ακριβώς του χρώματός της.
Η πρώτη καθαρά βυζαντινή σημαία σχεδιάστηκε το 312 μ.Χ., όταν ο Μέγας Κωνσταντίνος (306-337), προετοιμάζοντας το στρατό του για να αντιμετωπίσει τον τύραννο Μαξέντιο, είδε θεϊκό οιωνό, ένα φωτεινό σταυρό να λάμπει στο μεσημεριάτικο ουρανό με την επιγραφή "EN ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ", τερματίζοντας τη χρήση της (ειδωλολατρικής) ερυθράς σημαίας με τον αετό.
Τη νέα σημαία που σχεδίασε ονόμασε λάβαρο και μ' αυτήν νίκησε στις 26 Οκτωβρίου του 312 στον Τίβερη ποταμό. Έκτοτε, κάθε δυναστεία του Βυζαντίου χρησιμοποιούσε και τη δική της ιδιόμορφη σημαία· ανάμεσα στα σύμβολα που χρησιμοποιούνταν ήταν η ημισέληνος, η ανεστραμμένη ημισέληνος, ο σταυρός, το χριστόγραμμα κ.τ.λ.
Το ρωμαϊκό αετό στη βυζαντινή σημαία επανέφερε ο αυτοκράτορας Ιουλιανός (361-363), γνωστός και ως Αποστάτης ή Παραβάτης (λόγω των ειδωλολατρικών του αντιλήψεων), ξεσηκώνοντας θύελλα αντιδράσεων στην Κωνσταντινούπολη. Μετά το θάνατό του, το μισητό πλέον μισοφέγγαρο (υπήρξε το έμβλημα της θεάς Αρτέμιδος) διαγράφηκε από τη σημαία, διατηρήθηκε όμως ο περήφανος αετός που έβλεπε δεξιά, ο οποίος και αποτελούσε άρρηκτα συνδεδεμένο σύμβολο με τους Έλληνες και το Βυζάντιο. 

Όμως, η μεγάλη αλλαγή στη βυζαντινή σημαία, η οποία και της έδωσε την τελική της (με μικρές παραλλαγές) μορφή, έγινε στα χρόνια του Ισαάκιου Κομνηνού (1057-1059). Ο φωτισμένος αυτός αυτοκράτορας καταγόταν από Οίκο της Παφλαγονίας, όπου στην πόλη Γάγγρα υπήρχε ο θρύλος της ύπαρξης φτερωτού αετόμορφου και δικέφαλου θηρίου (γνωστού ως Χάγκα), το οποίο και κοσμούσε το θυρεό του κτήματος της οικογένειάς του στην Καστάμονη. Έτσι και ο Ισαάκιος το χρησιμοποίησε ως έμβλημα του Βυζαντίου, πάνω σε κίτρινο φόντο, θέλοντας να κυβερνήσει υπό την ηθική προστασία του. Δε συνάντησε καμία αντίσταση, αφού ο αετός της σημαίας είχε ήδη δεχθεί τόσες πολλές τροποποιήσεις.
Το ίδιο ακριβώς έμβλημα χρησιμοποίησε και το Οικουμενικό Πατριαρχείο (προσθέτοντάς του μία ποιμαντορική ράβδο στο αριστερό του πόδι και ένα αυτοκρατορικό σκήπτρο στο δεξί), απ' όπου το οικειοποιήθηκαν οι Φράγκοι και οι Έλληνες το 1204 με την πρώτη άλωση της Πόλης. Τότε άρχισε να χρησιμοποιείται από το Θεόδωρο Λάσκαρη Α΄ (1204-1222) στη Νίκαια, το παράλλαξε όμως ο Ιωάννης Γ΄ ο Βατάτζης (1222-1254), προσθέτοντας ρομφαία στο δεξί του πόδι και υδρόγειο με σταυρό στο αριστερό πόδι του αετού, ενώ παράλληλα μεγάλωσε τις πτέρυγές του και το ράμφος του έγινε ανοικτό, με τη γλώσσα του να κρέμεται, σημάδι της απειλητικότητάς του. Η σημαία αυτή διατηρήθηκε μέχρι τις 15 Αυγούστου 1261, όταν ο Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος (1261-1282) - ο οποίος και είχε την τύχη να ανακαταλάβει την Κωνσταντινούπολη - πρόσθεσε κορώνα πάνω από τα δύο κεφάλια του αετού, στοιχείο το οποίο διατηρήθηκε μέχρι και τη μοιραία εκείνη Τρίτη, 29η Μαΐου 1453, όταν ο Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής (1432-1481) κατέλαβε την Κωνσταντινούπολη.


Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι ο βυζαντινός στόλος χρησιμοποιούσε - κατά τα πρώτα κυρίως χρόνια της Αυτοκρατορίας - διαφορετική σημαία απ' αυτήν που χρησιμοποιούσαν οι χερσαίες δυνάμεις: αρχικά, χρησιμοποιήθηκε λευκή σημαία που έφερε κυανό σταυρό με τέσσερα Β, ένα στην κάθε γωνία του, ενώ αργότερα, αφού επανήλθε ο αετός στην επίσημη βυζαντινή σημαία, και πάλι ο στόλος χρησιμοποιούσε διαφορετική σημαία, η οποία έφερε την εικόνα της Παναγίας, αετό με ανοικτές πτέρυγες και το μονογράφημα του Χριστού. Η σημαία αυτή, αρχικά κόκκινη και, από την εποχή του Νικηφόρου Φωκά (963-969), κυανόλευκη, διατηρήθηκε μέχρι τα χρόνια των Κομνηνών (11ος - 12ος αιώνας).

Μετά την πτώση της Βασιλεύουσας, το δικέφαλο αετό χρησιμοποίησαν ως σύμβολο αρκετά κράτη, ανάμεσά τους η Ρωσική Αυτοκρατορία και διάφορα τευτονικά και φράγκικα κρατίδια. Ο δικέφαλος αετός επιζεί στις μέρες μας στην αλβανική σημαία, ενώ χρησιμοποιούταν και στη γερμανική αυτοκρατορική σημαία μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα, απ' όπου τον "δανείστηκε" και τον παράλλαξε η Αυστρία, που χρησιμοποιεί μονοκέφαλο αετό στη σημαία της. Ο δικέφαλος αετός είναι επίσης το έμβλημα του Γενικού Επιτελείου Στρατού (με την επιγραφή "ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΤΟ ΕΥΨΥΧΟΝ"), του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Φρουράς (ΓΕΕΦ) της Κύπρου, καθώς και των ποδοσφαιρικών ομάδων ΑΕΚ (Αθλητική Ένωση Κωνσταντινούπολης) και ΠΑΟΚ (Πανθεσσαλονίκιος Αθλητικός Όμιλος Κωνσταντινουπολιτών).

1352 - Εξεγειρόμενοι πρωί επισκέπτεστε τους παρ’ υμίν ασθενείς



Γέροντας Αμιλιανς
Σιμωνοπετρίτης
Την παλαιά εποχή οι ασκηταί συνήθιζαν να σηκώνωνται περί το μεσονύκτιο και να τελούν την νυκτερινή ακολουθία. Εν συνεχεία το πρωί, όταν πια είχε φέξει, τελούσαν την θεία λειτουργία. Και τώρα ακόμη σε πολλά μοναστήρια του Αγίου Ορούς η πρωινή ακολουθία, ιδιαίτερα η λειτουργία, προϋποθέτει φως. Ήδη στην τελευταία ευχή του όρθρου ο ιερεύς ευχαριστεί τον Θεόν για το ότι μας έφερε το φως του ήλιου. Εμείς έχομε ενώσει την νυκτερινή ακολουθία με τον όρθρο και την θεία λειτουργία.
Μόλις σηκωθήτε, λέγει ο άγιος, το πρώτο που έχετε να κάνετε είναι να επισκεφθήτε τους ασθενείς. Ο ασθενής, επειδή διέρχεται μία ιδιάζουσα κατάστασι, πιο εύκολα ρέπει προς την αμαρτία, προς τον πειρασμό, προς την στενοχώρια, προς τους λογισμούς. Η φύσις του είναι πιο αδύνατη, γι’ αυτό ζητάει παρηγοριά, ενίσχυσι. Όταν τον επισκεφθής το πρωί, παίρνει θάρρος και αλλοιώς αντιμετωπίζει την ήμερα του. Λέγοντας όμως ο άγιος, επισκέπτεστε τους παρ’ υμίν ασθενείς, δεν εννοεί να ψάχνετε πού υπάρχουν άρρωστοι, αλλά εννοεί αυτούς που είναι στο περιβάλλον σας. Δηλαδή δεν βάζει βραχνά, αλλά θέτει έναν περιορισμό,
Ο άγιος απευθύνει αυτόν τον κανόνα στους υγιείς και όχι στους ασθενείς, ώστε να περιμένουν να τους κάνουν πρωί-πρωί επίσκεψι. Ο άρρωστος πρέπει να θυμάται ότι η ασθένεια που του χαρίζει ο Θεός είναι μοναδική ευκαιρία για την τελείωσί του. Η ασθένεια αντικαθιστά την προσευχή, που δεν μπορούμε να κάνωμε, αντικαθιστά την λατρεία, στην οποία δεν μπορούμε να συμμετάσχωμε. αντικαθιστά τα κατορθώματα της πίστεως, των παλαισμάτων, την νηστεία, όταν πρέπει να φάμε. Όταν είμαστε άρρωστοι, με ελάχιστο αντίδωρο εξοφλούμε όλες μας τις υποχρεώσεις απέναντι του Θεού.
Ο σατανάς όμως μας τα παρουσιάζει ανάποδα και μας δημιουργεί απογοήτευσι. Αυτό δεν είναι σωστό. Η ασθένεια που μας δίνει ο Θεός είναι με το σταγονόμετρο ζυγισμένη για μας, που θέλομε να γίνωμε τέλειοι. Αποκλείεται να γίνωμε τέλειοι χωρίς την αρρώστια, και μάλιστα την απρόσμενη, την απρόοπτη, η οποία ενδεχομένως μας ταπεινώνει ενώπιον των άλλων με το να τους χρειαζόμαστε και να μην μπορούμε να ζήσωμε μόνοι μας.
Όταν λοιπόν ασθενούμε, ας γνωρίζωμε πως αυτό είναι το άθλημά μας, το μεταγωγικό μέσον μας για τον ουρανό, και ότι είναι ανάγκη να στομώνωμε τον εαυτό μας και όσο μπορούμε να μην έχωμε ανάγκη τους άλλους. Να μοιάζωμε του Κυρίου και τους αγίους, οι οποίοι ούτε παρηγοριές ζητούσαν, ούτε ελάφρυνσι του ζυγού της ασθενείας τους. Επίσης, ας είμαστε πραγματικοί αθληταί στην νηστεία. Ας μη ζητάμε εύκολα την κατάλυσι και τα πιο παράξενα φαγητά ή εκείνα που ποτέ δεν τα τρώγαμε. Χρειάζεται να είμαστε πολύ προσεκτικοί, μήπως, αντί να αγιάσωμε, πέσωμε σε βάραθρο και εξέλθουμε χωρίς στέφανο.
Τους παρ’ υμίν ασθενείς. Εάν διαβάσωμε την ζωή του αγίου, θα διαπιστώσουμε ότι με την λέξι ασθενείς εννοεί τους σωματικώς, αλλά προπάντων τους ψυχικώς και πνευματικώς ασθενείς, οι οποίοι δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν τον αγώνα τους και τα τρωτά της υγείας τους. Πνευματική ασθένεια είναι τα πάθη, τα αμαρτήματα, οι λογισμοί, οι φαντασιώσεις… Αλλά όποιος έχει λογισμούς, δεν έχει ισορροπημένη ψυχή, έχει ψυχικά νοσήματα. Και όποιος αμαρτάνει, δεν είναι σωματικώς υγιής. Γι’ αυτό οι ασθενείς είναι συνήθως τα πιο συμπαθή μέλη μιας αδελφότητος, είτε έχουν μια βαρειά ασθένεια, έναν καρκίνο, είτε έχουν έναν πονόδοντο. Ο ασθενής έχει ανάγκη από ειδική περιποίησι και δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς αυτόν, διότι ο Θεός μας συγκληρωνει, μας παρέχει την ίδια κληρονομιά.
Δεν μπορεί να στηριχθή η αδελφότητα, όταν υπάρχη σκληρότητα, αδιαφορία προς τον ασθενή. Διότι ασθενής δεν είναι ο άλφα ή ο βήτα· στην πραγματικότητα όλοι είμεθα ασθενείς. Μπορεί να μη φαίνεται σήμερα η ασθένεια μας, θα φανή όμως αύριο ή μεθαύριο, όταν θα βρεθούμε σε μια δύσκολη στιγμή. Όλοι λοιπόν είμεθα ασθενείς και έχομε την χρεία ιατρού, όπως λέγει ο ίδιος ο Κύριος. Γι’ αυτό μία παλαιότατη, ωραιότατη μοναχική παράδοση, την οποία τιμούσαν και οι μεγάλοι Πατέρες, είναι το εξεγειρόμενοι πρωί εττισκέπτεσθε τους παρ’ υμίν ασθενείς.
Η επίσκεψις όμως των ασθενών δεν μπορεί να γίνεται χωρίς την γνώσι και την ευλογία του ειδικού προσώπου, του Γέροντος ή του νοσοκόμου. Διότι ο άρρωστος είναι δυνατόν να κουράζεται ή να βλάπτεται από τις πολλές επισκέψεις μας. Η ενότης της αδελφότητας, η διατήρησις του ενός σώματος είναι σημαντική. Ο ένας έχει την ανάγκη του άλλου, αλλά τόσο όσο για να συγκρατούμεθα και όχι να γινώμεθα χειρότεροι. Όταν συνηθίσωμε τον αδελφό μας να νοιώθη ως ανάγκη τις επισκέψεις μας, τον ρίχνομε στο βάραθρο και δεν τον βοηθούμε να αναστηθή.
(Αρχιμ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου. 
«Νηπτική ζωή και Ασκητικοί κανόνες», 
εκδ. Ίνδικτος- Αθήναι 2011, σ. 6-9)