Κυριακή, 27 Μαΐου 2012

1337 - Ο πατήρ Πορφύριος για τη Θεία Πρόνοια



Γέροντας Πορφύριος
Είναι ασύλληπτη η γνώση του Θεού απ’ το δικό μας νου. Είναι άπειρη, περιλαμβάνει όλα τα όντα, ορατά και αόρατα, έσχατα και αρχαία. Τα γνωρίζει ο Θεός όλα με ακρίβεια, σε όλο το βάθος και το πλάτος τους. Ο Κύριος γνωρίζει εμάς, πριν γνωρίσομε εμείς τον εαυτό μας. Γνωρίζει τις διαθέσεις μας και την παραμικρή μας σκέψη, τους λογισμούς, τις αποφάσεις μας, πριν να τις πάρομε. Αλλά και προ της συλλήψεώς μας και προ καταβολής κόσμου μας γνώριζε καλά. Γι αυτό ο Δαβίδ θαυμάζει και φωνάζει: «Κύριε, εδοκίμασάς με και έγνως με …»
Το Πνεύμα το Άγιον εισχωρεί παντού. Γι αυτό εκείνος που εμφορείται υπό του Αγίου Πνεύματος έχει και αυτός τη γνώση του Θεού. Γνωρίζει το παρελθόν, το παρόν, το μέλλον. Του τα φανερώνει το Άγιον Πνεύμα. Τίποτα δεν είναι άγνωστο στον Θεό απ’ τις πράξεις μας, αλλά γράφονται όλα. Γράφονται κι όμως δεν γράφονται. Γεννιούνται και υπάρχου, αλλά δεν γεννιούνται. Αυτό που ξέρετε εσείς τώρα, το ξέρει ο Θεός προ καταβολής κόσμου. Σας θυμίζω αυτό που λέει ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος στην Ευχή προ της Θείας Μεταλήψεως. Ακούστε: «Το μεν ακατέργαστόν μου έγνωσαν οι οφθαλμοί Σου· επί το βιβλίον δε Σου και τα μήπω πεπραγμένα γεγραμμένα Σοι τυγχάνει».
Αυτά τα λόγια κάποιοι τα παρεξηγούν και τα μπερδεύουν. «Αφού ο Θεός τα έχει όλα γραμμένα, έχομε μοίρα, λένε, έχομε τύχη, έχομε πεπρωμένο. Άρα ήταν γραμμένο και πεπρωμένο να κάνεις, για παράδειγμα, φόνο· σε είχε προορίσει γι’ αυτό ο Θεός». Θα μου πεις: «Αν είναι γραμμένο ότι εγώ επρόκειτο να σκοτώσω εσένα, είμαι εγώ υπεύθυνος ή ανεύθυνος; Αφού και τα «μήπω πεπραγμένα γεγραμμένα Σοι τυγχάνει», γιατί να είμαστε υπεύθυνοι οι άνθρωποι; Τώρα πες μου εσύ, που λέεις ότι ο Θεός είναι αγαθός, γιατί το έγραφε και δεν με απέτρεπε να το κάνω;».
Εδώ είναι το μυστήριο. Ο Θεός εν τη παντοδυναμία Του και παγγνωσία Του γνωρίζει τα πάντα, και τα μέλλοντα να συμβούν, αλλά δεν είναι Εκείνος υπαίτιος για το κακό. Ο Θεός προγνωρίζει αλλά δεν προορίζει. Για τον Θεό δεν υπάρχει παρελθόν, παρόν και μέλλον. Όλα είναι γυμνά και τετραχηλισμένα ενώπιόν Του. Πως το λέει ο απόστολος Παύλος; «Πάντα δε γυμνά και τετραχηλισμένα τοις οφθαλμοίς Αυτού». Ως παντογνώστης γνωρίζει και το αγαθό και το κακό. Συνεργάζεται με το αγαθό ως φύσει αγαθός και είναι ξένος του κακού. Αφού είναι ξένος του κακού, πώς είναι δυνατόν να μας προορίζει γι’ αυτό; Ο Θεός εδημιούργησε τα πάντα καλά λίαν και έδωσε σε όλα αγαθό άγιο προορισμό.
Το κακό είναι πρόβλημα, το οποίο η θρησκεία μας το εξηγεί μ’ ένα θαυμάσιο τρόπο, που καλύτερος δεν υπάρχει. Η εξήγηση που του δίνει είναι η εξής: Το κακό υπάρχει και προέρχεται απ’ τον διάβολο. Μέσα μας έχομε και το κακό πνεύμα και το αγαθό πνεύμα και μάχονται αλλήλους. «Ή γαρ τον ένα μισήσει και τον έτερον αγαπήσει ή ενός ανθέξεται και του ετέρου καταφρονήσει· ου δύνασθε Θεώ δουλεύειν και μαμωνά». Μέσα μας δηλαδή γίνεται πάλη μεταξύ καλού και κακού. Σ’ αυτήν όμως την πάλη ο άνθρωπος είναι ελεύθερος ν’ αποφασίσει τι θα διαλέξει. Άρα δεν είναι ο Θεός που προορίζει κι αποφασίζει αλλά η ελεύθερη βούληση του ανθρώπου.
Ο Θεός εν τη παντογνωσία Του γνωρίζει μ’ όλη την ακρίβεια όχι απλώς από πριν αλλά προ καταβολής κόσμου ότι ο τάδε θα κάνει, παραδείγματος χάριν, φόνο, όταν γίνει τριάντα τριών ετών. Αλλά ο άνθρωπος εν τη ελευθερία της βουλήσεώς του – δώρο που του έδωσε ο Θεός και το διαστρέβλωσε – ενεργεί αυτοβούλως. Δεν είναι ο Θεός ο αίτιος, ούτε μας προορίζει γι’ αυτό το σκοπό. Η παγνωσία Του δεν μας υποχρεώνει. Σέβεται την ελευθερία μας, δεν την καταργεί. Μας αγαπάει, δεν μας κάνει δούλους, μας δίνει αξία. Ο Θεός δεν επεμβαίνει στην ελευθερία μας, τη σέβεται, μας δίνει το ελεύθερο. Άρα είμαστε υπεύθυνοι, διότι κάνομε αυτό που θέλομε εμείς. Δεν μας αναγκάζει ο Θεός. Είναι προδιαγεγραμμένο και γνωστό στον Θεό ότι θα σκοτώσεις εσύ αυτόν τον άνθρωπο, αλλά δεν είναι κανονισμένο υπό του Θεού να το κάνεις. Πώς είναι δυνατό ο Θεός, που μας εδημιούργησε από άπειρη αγάπη κι ο ίδιος είναι απόλυτη αγάπη και θέλει μόνο την αγάπη, να θελήσει να σε οδηγήσει στην κακία και στο φόνο; Σου δίνει την ελευθερία και μετά σου την παίρνει; Εσύ ενεργείς ελεύθερα, εσύ αποφασίζεις αυτό που ο Θεός γνωρίζει εκ των προτέρων, χωρίς να σε αναγκάζει, γι’ αυτό και είσαι εσύ υπεύθυνος.
Αυτά τα θέματα είναι πολύ λεπτά, θέλουν θείο φωτισμό, για να τα κατανοήσει ο άνθρωπος. Είναι μυστήρια. Το αγαθό στη φύση είναι μυστήριο. Δεν είναι ωραίο ένα λουλουδάκι με ποικίλα χρώματα, που σε τραβάει και σε κάνει να το αγαπήσεις; Το πλησιάζεις κι έχει άρωμα τόσο ευγενικό, τόσο λεπτό, που σε κάνει να το αγαπάεις πιο πολύ. Αυτό είναι το αγαθό. Έ ναι, αλλά δεν είναι όμως κι αυτό μυστήριο; Πώς έγιναν αυτά τα χρώματα, πώς έγινε αυτό το άρωμα; Το ίδιο μπορούμε να πούμε για τα πουλιά, για τα ζώα, για τα υδρόβια. Όλα εκφράζουν την αγαθότητα του Θεού.
Ο Θεός έδωσε στον άνθρωπο ό,τι πιο ωραίο και καλό. Τον προόρισε να γίνει τέλειος. Του έδωσε, όμως, και την ελευθερία κι έτσι έγκειται και σ’ εκείνον ν’ ακολουθήσει το αγαθό ή το κακό. Από το ένα μέρος η αγάπη του Θεού κι από το άλλο η ελευθερία του ανθρώπου. Αγάπη και ελευθερία μπλέκουν. Ενώνεται το πνεύμα με το Πνεύμα. Αυτή είναι η μυστική ζωή. Όταν το πνεύμα μας ενώνεται με το Πνεύμα του Θεού, τότε κάνομε το αγαθό, γινόμαστε αγαθοί.
Για τα πάθη μας ευθύνεται άλλος, η βούλησή μας. Ο Θεός δεν θέλει να περιορίσει τη βούλησή μας, δεν θέλει να μας πιέσει, δεν θέλει να επιβάλει τη βία. Από μας εξαρτάται τι θα κάνομε και πώς θα ζήσομε. Ή θα ζούμε τον Χριστό και θα έχομε τα θεία βιώματα και την ευτυχία ή θα ζούμε στη μελαγχολία και στη λύπη. Μέση κατάστασις, μέσος όρος δεν υπάρχει. Ή θα είσαι ή δεν θα είσαι. Ή το ένα ή το άλλο. Η φύση εκδικείται, μισεί το κενό. Το καθετί μπορεί να είναι έτσι, αλλά μπορεί και να μην είναι. Το φίλημα επί παραδείγματι μπορεί να είναι άγιο και μπορεί να είναι πονηρό. Αλλ’ αυτό έχει αξία, να ενεργεί ο άνθρωπος ελεύθερα. … Ο Θεός έκανε τον άνθρωπο να ζητάει μόνος του να γίνει καλός, να το επιθυμεί μόνος του και να γίνεται, τρόπον τινα, σαν δικό του το κατόρθωμα, ενώ στην πραγματικότητα προέρχεται απ’ την χάρι του Θεού. Έρχεται πρώτα στο σημείο να το θέλει, να το αγαπάει, να το επιθυμεί και κατόπιν έρχεται η θεία χάρις και το κατορθώνει.
Ο Θεός είναι αγάπη δεν είναι απλός θεατής της ζωής μας. Προνοεί και ενδιαφέρεται ως Πατέρας μας που είναι, αλλά σέβεται και την ελευθερία μας. Δεν μας πιέζει. Εμείς να έχομε την ελπίδα μας στην πρόνοια του Θεού και, εφόσον πιστεύομε ότι ο Θεός μας παρακολουθεί, να έχομε θάρρος, να ριχνόμαστε στην αγάπη Του και τότε θα Τον βλέπομε διαρκώς κοντά μας. Δεν θα φοβόμαστε μήπως παραπατήσομε.
Πόσες βελόνες έχει το κάθε πεύκο; Ο Θεός τις γνωρίζει και χωρίς τη δική Του θέληση ούτε μία δεν πέφτει κάτω. Όπως και οι τρίχες της κεφαλής μας και αυτές όλες είναι ηριθμημέναι. Εκείνος φροντίζει και για τις πιο μικρές λεπτομέρειες της ζωής μας, μας αγαπάει, μας προστατεύει.
Εμείς ζούμε σαν να μην αισθανόμαστε το μεγαλείο της θείας προνοίας. Ο Θεός είναι πολύ μυστικός. Δεν μπορούμε να καταλάβομε τις ενέργειές Του. Μη νομίζετε ότι ο Θεός το έκανε έτσι και μετά το διόρθωσε. Ο Θεός είναι αλάθητος. Δεν διορθώνει τίποτα. Ποιος είναι, όμως, στο βάθος ο Θεός, στην ουσία, εμείς δεν το γνωρίζομε. Τις βουλές του Θεού, δεν μπορούμε να τις εξιχνιάσομε.
Όταν ο Θεός μας δωρίσει το χάρισμα της ταπεινώσεως, τότε όλα τα βλέπομε, όλα τα αισθανόμαστε, τότε Τον ζούμε τον Θεό πολύ φανερά. Όταν δεν έχομε την ταπείνωση, δεν βλέπομε τίποτα. Το αντίθετο όταν αξιωθούμε της αγίας ταπεινώσεως, τα βλέπομε όλα, τα χαιρόμαστε όλα. Ζούμε τον Θεό, ζούμε τον Παράδεισο μέσα μας, που είναι ο ίδιος ο Χριστός.

1336 - Εφραίμ ο ταλαίπωρος


Στην πνευματική μας πορεία στο επάνω μέρος των Κατουνακίων γνωρίσαμε ενάρετους ησυχαστές και ερημίτες, όπως τον ταπεινό μοναχό Εφραίμ τον ταλαίπωρο. Αυτός ο ευλογημένος καταγόταν από τα χωριά της Θεσσαλίας και ήρθε μεγάλος στην καλογερική, αλλά είχε καλλιεργημένη χριστιανική συνείδηση και πολύ καλή προαίρεση, διότι έτρεχε στα Μοναστήρια κι ο,τι ελεημοσύνες και βοηθήματα του έδιναν, παξιμάδι, ρύζι, ζάχαρη και κηπουρικά είδη, τα πήγαινε ως τροφοδοσία σε όλους τους άλλους ερημίτες που ήταν άρρωστοι ή γεροντάκια και ανάπηροι. Βοηθούσε όλους αδιακρίτως με πραγματική χριστιανική αδελφική αγάπη.
Ο μοναχός αυτός συνήθιζε να ελεεινολογεί τον εαυτό του κι όταν τον ρωτούσαν «Τί κάνεις πάτερ Εφραίμ; Πώς πάει η πνευματική προκοπή Σημειώνουμε πρόοδο ή μένουμε στάσιμοι στις εξετάσει της Καλογερικής;» αυτός στερεότυπα απαντούσε: «Τί να κάνω ο ταλαίπωρος; Μόνο αμαρτίες κάνω πατέρες.» Και επειδή έδινε πάντα την ίδια απάντηση, ο Γέροντας μου, ο οποίος τον αγαπούσε, όπως και κάθε αδελφό αγωνιζόμενο, για να τον δοκιμάσει αν από πραγματική ταπείνωση το λέγει αυτό ή από απλή συνήθεια, όταν μια μέρα σε κάποια εροταστική εκδήλωση, μετά απο τη θεία λειτουργία, ήταν όλοι οι πατέρες, τριάντα περίπου μοναχοί και παπάδες στο Αρχονταρίκι για το τυπικό κέρασμα στην είσοδο της αίθουσας αυτής καθόταν ο πατήρ Εφραίμ διστακτικός. Ο Γέροντας μου του φώναξε μπροστά σε όλους: «Έλα ταλαίπωρε και συ μέσα. Τί κάθεσαι έξω από την πόρτα;». Αυτός ο ευλογημένος μπήκε μέσα, αλλά είχε γίνει κατακόκκινος από ντροπή.
Την άλλη μέρα ο π. Εφραίμ ήρθε στο Κελλί μας στην Κερασιά, όπου τακτικά μας επισκεπτόταν, διότι κι αυτός μας αγαπούσε και πολλές φορές συμβουλευόταν το Γέροντα σε δύσκολα πνευματικά ζητήματα. Τότε ο Γέροντας μου ρώτησε τον πατέρα Εφραίμ:
- «Αδελφέ πως σου φάνηκε χθες που σε φώναξα μπροστά σε όλους «ταλαίπωρο»;
- «Τι να σου ειπώ σεβαστέ μου Γέροντα Ιωακείμ...Αισθάνθηκα τόση ντροπή και τέτοια προσβολή, σαν με φώναξες έτσι, που δάγκασα τη γλώσσα μου, για να μη παραφερθώ και εκφραστώ άσχημα. Αν δε σε αγαπούσα και σεβόμουν, ασφαλώς θα σε έβριζα»
Και ο γέροντας Ιωακείμ απάντησε:
- Βλέπεις αδελφέ πόσο εύκολα είναι κανείς να βρίζει και να εξευτελίζει τον εαυτό του μόνος του, αλλά πόσο δύσκολο και απαράδεκτο είναι να σε βρίζει και εξευτελίζει άλλος; Γι’ αυτό αγαπητέ μου πάτερ Εφραίμ, πρέπει να είμαστε έτοιμοι και να χαιρόμαστε όταν μας ταπεινώνουν οι άλλοι και μας βρίζουν, γιατί τότε έχουμε μισθό, όταν υπομένουμε τα εξευτελιστικά λόγια των άλλων, αρκεί να μην ανταποκρίνονται αυτά στην πραγματικότητα και να μην είναι αλήθεια. Τότε, αν τα υπομένουμε για την αγάπη του Χριστού θα έχουμε μισθό αιώνιο από το μισθαποδότη Δεσπότη Χριστό, όπως μας λέγει ο ίδιος στους Μακαρισμούς «Μακάριοι εστε, όταν ονειδίσωσιν υμάς και διώξωσι και είπωσι παν πονηρόν ρήμα καθ’ υμών ψευδόμενοι ένεκεν εμού» (Ματθ. ε΄11)
Ο π. Εφραίμ έφυγε από το Κελλί πολύ ευχαριστημένος για το μάθημα που οδηγεί το μοναχό στην ταπείνωση, τη βάση όλων των αρετών. Και από τότε έμεινε να αποκαλούν τον αδελφό αυτόν «ταλαίπωρο» κι εκείνος του λοιπού ευχαριστιόταν να το ακούει από όλους τους μοναχούς.
Έτσι διακρίναμε τον πατέρα Εφραίμ «ταλαίπωρο» από τον άλλο επίσης αγαπητό μας εν Χριστώ αδελφό μοναχό Εφραίμ, του Γέροντα Ιωσήφ Φραγκίσκου από τον Άγιο Βασίλη, τον οποίο επειδή ήταν από την πολλή εγκράτεια αποξηραμένος και ισχνός στη σάρκα, αλλά δυνατός και πνευματώδης στη ψυχή, τον αποκαλούσαμε Εφραίμ τον «Σύρο». Ήταν και οι δύο εξίσου καλοί και ενάρετοι και έρχονταν τακτικά στο Κελλί μας και τους προμηθεύαμε διάφορα κηπευτικά και φρούτα.
Καλοί και ενάρετοι μοναχοί στα ησυχαστήρια του Αγίου Βασιλείου ήταν και ο γερο-Χερουβείμ, ο γερο-Ιωσήφ και ο γερο-παπα-Βαρθολομαίος με την ευλαβέστατη συνοδεία τους. Όλοι αυτοί αγωνίζονταν για την ψυχική σωτηρία και με τη χάρη του Θεού έγιναν ζωντανά παραδείγματα αρετής και πνευματικής προκοπής, με σημαντικές προόδους στη νοερά προσευχή και αφήκαν οι περισσότεροι διαδόχους που ακόμη επιδίδονται στην καλλιέργεια της νοεράς καρδιακής προσευχής με το να λέγουν ακατάπαυστα την ιερά ευχή, να ασκούνται στη θεοδώρητη ταπείνωση, την υπακοή και κάθε είδους αρετή.
(Το Γεροντικό του Αγίου Όρους – Ανδρέου Μοναχού Αγιορείτου – Εκδόσεις Άθως)

1335 - Γέροντας Γρηγόριος, ηγούμενος της Ιεράς Μονής Δοχειαρίου (video)


Απόσπασμα από πρόσφατη συνομιλία του με προσκυνητές 



1334 - Μοναχισμός, μοναστήρια, μοναχοί


Γράφει ο μοναχός Μωυσής, Aγιορείτης

.......Όταν ο κόσμος αλλοιώνεται, επηρεάζει και το μοναχισμό. Ο μοναχισμός όμως πρέπει να μένει αναλλοίωτος. Η υποβάθμιση του ορθόδοξου μοναχισμού σε περιόδους εκκοσμικεύσεως είναι ανεπίτρεπτη.
Το εκκλησιαστικό ήθος πρέπει να μένει ανεπηρέαστο πάντοτε. Η διατήρηση του μηνύματος και της προσφοράς του μοναχικού ιδεώδους δεν πρέπει να αλλάζει, αλλά να χαρίζει το πνεύμα της ασκήσεως, της εγκράτειας και της ταπεινοφρο-σύνης, τόσο απαραίτητων στη ζωή. Ο μοναχισμός, όποτε ήταν σε ακμή, δώριζε αίγλη στο σώμα της Εκκλησίας. Ο κόσμος θεωρεί το μοναχισμό περιττό, κάτι περασμένο, αχρείαστο και μερικές φορές και βλαβερό.
Ακόμη και λεγόμενοι άνθρωποι της Εκκλησίας βλέπουν με επιφύλαξη την αναχώρηση νέων στα μοναστήρια, λέγοντας ότι η κοινωνία τούς χρειάζεται περισσότερο για τις ανάγκες της. Η αφιέρωση νέων καταρτισμένων, μορφωμένων και ταλαντούχων και ο εγκλεισμός τους σε μοναστήρια είναι λαθεμένη. Ο μοναχισμός όμως είναι καθαρά εκκλησιαστικός θεσμός και ανέδειξε πλήθος αγίων. Το ασκητικό, ησυχαστικό και προσευχητικό φρόνημα πολλών ιερών ανδρών στην έρημο και τα μοναστήρια φανέρωσε το υψηλό και σπουδαίο της ζωής αυτής, που ονομάστηκε ισάγγελη.
Φωτισμένοι οι μοναχοί από τον Φωτοδότη Χριστό φώτιζαν τον κόσμο, κατά τον όσιο Ιωάννη της Κλίμακος. Άγιους μοναχούς από κελιά μονών και σπήλαια ερήμων παρέλαβε η Εκκλησία για τις πρώτες θέσεις της. Η ησυχαστική θεολογία, η υπεράσπιση του ορθόδοξου δόγματος γεννήθηκε και γαλουχήθηκε σε μοναστικούς χώρους. Μοναχούς άσημους, ταπεινούς και κρυμμένους πήρε η Εκκλησία και τους τοποθέτησε σε πατριαρχικούς θρόνους και επίλεκτες θέσεις. Ο μοναχισμός γέννησε σπουδαίες μορφές ιεραποστόλων, υμνογράφων, συγγραφέων και κηρύκων. Μίλησε για το βάθος, το ύψος και το εύρος του ευαγγελίου. Οι μοναχοί μίλησαν με το σιωπηλό παράδειγμα της ζωής τους. Απέναντι στο υλιστικό και κοσμικό φρόνημα κατέθεσαν την ορθόδοξη πνευματικότητα, που μιλά για κάθαρση, φωτισμό και θέωση. Έθεσαν αντί της κακίας την αρετή, στη θέση του κορεσμού την εγκράτεια, στον πλουτισμό την ακτημοσύνη. Ο μοναχός αγωνίζεται ισόβια για την κατάκτηση της ταπεινώσεως και την ολοκλήρωση της μετάνοιας. Αγωνίζεται για τη φυγάδευση του εγωισμού, του πάθους και της κακίας.
Κατά τον όσιο Νικόδημο τον Αγιορείτη τα μοναστήρια καθίστανται λιμάνια σωτηρίας, εργαστήρια αρετής και κατοικητήρια αγιότητος. Τα μοναστήρια στελεχώνονται από μοναχούς υπάκουους, υπομονετικούς, ησύχιους, πράους, φιλόθεους και φιλάδελφους. Αγωνίζεται να φτάσει στο «πρωτόκτιστο κάλλος» στην προπτωτική κατάσταση, τη θέωση και τον αγιασμό. Η μοναχική ζωή «πάσχει τα θεία», πορεύεται στην απάθεια, εντρυφά στη «θεία μέθη» και στο «θείο έρωτα». Βιώνει τη θεία σοφία, εντρυφά σε πνευματικές έννοιες, προσεύχεται, λυπάται για τις αμαρτίες του και χαίρεται για τα θεϊκά δώρα της χαράς, της ελπίδας και της αφοβίας. Με τον καιρό ταυτίζεται το θέλημα του μοναχού με του Θεού. Ο μοναχός αγωνίζεται συνεχώς κατά του εγωισμού και της φιλαρέσκειας, κατά της φιληδονίας και της φιλοδοξίας.
Στο άβατο Άγιον Όρος το πιο τιμημένο πρόσωπο είναι της Παναγίας. Οι Αγιορείτες πατέρες υπεραγαπούν την καθαρότατη, σεμνότατη και ταπεινότατη Υπεραγία Θεοτόκο. Η Παναγία κάποιες παραφωνίες και παρανυχίδες ανέχεται ελπιδοφόρα. Οι Γέροντες παρακινούν και προτρέπουν όλους σε ένθεη ζωή. Σήμερα παρατηρείται μία ακμή στο μοναχισμό και μία παρακμή στον πολιτισμό. Ορισμένοι αγνοούν, πολεμούν και αδιαφορούν για το Θεό. Άλλοι συνεχίζουν να λατρεύουν το Θεό και από μεγάλη αγάπη να οδεύουν στα μοναστήρια.
Τα μοναστήρια είναι φωλιές, πηγές και κηρύθρες. Είναι κτισμένα σε ωραίες θέσεις, χώροι ευλαβών προσκυνημάτων, τόποι πνευματικού ανεφοδιασμού, διδασκαλεία πνευματοκίνητα, οικήματα θεοσέβειας. Μοναστήρια γυναικεία και ανδρικά, παλαιά και νέα, με πολλούς ή λίγους μοναχούς, καθίστανται φάροι, που φωτίζουν και κατοικίες αγωνιζομένων, που εμπνέουν, ευλογούν και ενισχύουν.

1333 - Βιβλίο: «Μορφές που γνώρισα να ασκούνται στο σκάμμα της Εκκλησίας»

 
«Μορφές που γνώρισα να ασκούνται στο σκάμμα της Εκκλησίας»
του Γέροντα Γρηγορίου
Ηγουμένου της Ιεράς Μονής Δοχειαρίου
Μεγάλο Σχήμα. Δεμένο
463 σελ.
Εκδ. Ι.Μ. Δοχειαρίου, 2010

Μια προσωπική μαρτυρία για την ζωντανή Εκκλησία. Η ζωή των ανθρώπων που ασκήτεψαν μέσα στον κόσμο. Η ζωή ασκητών που αγίασαν τον κόσμο. "Δεν συνηθίζω να μετακινούμαι από την μετάνοια μου, γιατί ανάπαυση μου είναι η κέλλα μου. Κάποιες όμως φορές οι υποχρεώσεις μου απαιτούν να το κάνω. Σε μια από αυτές τις ελάχιστες φορές βρέθηκα σε πολυάνθρωπη αδελφότητα. Μετά την ευπροσήγορη υποδοχή των μοναχών, καθίσαμε στο μικρό τους αρχονταρίκι. Ελέχθηκαν πολλά για τα ταξίδια μας στα ανοιχτά πελάγη της μοναχικής ζωής. Μιλήσαμε για ναυτίες, φουρτούνες, καλωσύνες, ακρογιάλια και ακτές. Δόξασα τον καλό μας Θεό, γιατί τα νιάτα είχαν να καταθέσουν περισσότερα από τους προχωρημένους στην ηλικία μοναχούς. Και δεν ήτανε καθόλου αδολεσχίες, αλλά τριβές και προστριβές με τον εαυτό μας, τον διάβολο και τον κόσμο. Καθόλου δεν ξεφύγαμε σε κρίσεις και κατακρίσεις. Τα κατατιθέμενα ήτανε προσωπικά σκαμπανεβάσματα. Ένας πολύ μικρός αδελφός μνημόνευσε ένα σύγχρονο Γεροντικό μιας ξένης αδελφής Εκκλησίας. Κι ο μεγαλύτερος αυτής της καλογερικής συντροφιάς προσέθεσε με πολλή λαχτάρα: «Αν γυρίσουμε στα ελληνικά χωριά μας και πλησιάσουμε τις μάννες και τις γιαγιάδες, τους πατεράδες και τους παππούδες, τόμους πολλούς θα συγγράφουμε με θαυμαστά γεγονότα και αγωνιζόμενες μορφές όταν μάλιστα η προσέγγιση γίνη με πνεύμα μαθητείας και ταπεινώσεως, πολλά έχει να βοηθήση τον κόσμο ένα τέτοιο Γεροντικό». Αυτός ο μοναχός έγινε για μένα εκείνο το απόβραδο λογχίνος πού κέντησε την πολύπαθη καρδιά μου. Ευτυχώς από μικρό παίδι είχα την έφεση να μαθητεύω στους πονεμένους και τυραννισμένους ανθρώπους και λάτρεις της αγίας μας Εκκλησίας. Άκουγα και κατέγραφα. Έβλεπα και φωτογράφιζα μέσα στης καρδιάς τα φυλλοκάρδια με μελάνι ανεξίτηλο, γιατί ήταν αναμεμειγμένο με δάκρυ και αίμα, και γι' αυτό έμειναν στο μικρό μου μυαλό κειμήλια ιερά. Ποτέ δεν ρώτησα αν αυτά ήταν αλήθεια, γιατί μόνοι τους κάθε φορά προσέθεταν: "Αυτά, παιδί μου, είναι γενονά". (από τον πρόλογο του βιβλίου).
Ο ηγούμενος της Ιεράς Μονής Δοχειαρίου αρχιμ.Γρηγόριος προσφέρει σε κάθε φιλόθεο αναγνώστη ένα μικρό Γεροντικό. Ένα κόσμημα φιλοτεχνημένο με μοναδικά σχέδια. Με τρόπο απλό και συνάμα βαθιά πνευματικό μας παρουσιάζει μορφές σύγχρονων αγωνιστών της πνευματικής ζωής, τους οποίους ο ίδιος γνώρισε να ασκούνται στο σκάμμα της Εκκλησίας.

1332 - Ο Όλετ, το φιλότιμο πουλί του Γέροντα Παΐσιου


Στο τελευταίο σας γράμμα μου είχατε στείλει μια εικόνα με τον Αδάμ και τα ζώα στον Παράδεισο. Σκέφτηκα λοιπόν κι εγώ να σας στείλω με τη σειρά μου ζωγραφισμένο ένα πουλί, τον πιο στενό μου φίλο, γιατί αν σας έστελνα ζωγραφισμένο ένα φίδι, νομίζω, θα σας έπιανε φόβος. Τον έχω ονομάσει Όλετ, που σημαίνει στα αραβικά «παιδί». Μένει στο ραχώνι (λόφος, βουναλάκι), πεντακόσια μέτρα μακριά από το Καλύβι μου. Κάθε μεσημέρι τού πηγαίνω καλούδια και φιλεύματα. Μόλις του δίνω κάτι να φάη, παίρνει λίγο και φεύγει. Εγώ το φωνάζω να έρθει, αλλά αυτό φεύγει και σε λίγο έρχεται κρυφά από πίσω και κρύβεται κάτω από τη ζακέτα μου. Όταν πάω να φύγω με ξεπροβοδίζει σε απόσταση εκατό περίπου μέτρων κι εγώ, για να μη συνεχίση  να έρχεται από πίσω μου και κουρασθή, τού αφήνω κανένα ψίχουλο, για να απασχοληθή, και φεύγω γρήγορα, για να με χάση.
Τώρα τελευταία άφησε την άσκηση και ζητάει καλοπέραση!... Ούτε σπασμένο ρύζι τρώει ούτε βρεγμένο παξιμάδι, αλλά μόνο σκουληκάκια, που θέλει να τα βάζω στο ...πιάτο... -στην χούφτα μου- και να ανεβαίνη εκεί να τρώη. Πρόοδος !!
Είναι μέρες που πανηγυρίζω με τον Όλετ και την συντροφιά του. Μπορεί να πη κανείς: «Γιατί κάνεις εξαιρέσεις στον Όλετ; Γιατί δεν κάνεις το ίδιο και με τα άλλα πουλιά;» Απαντώ: «Όταν φωνάζω τον  Όλετ να έρθη, φέρνει μαζί του και άλλα πουλιά, φίλους του, τα οποία τρέχουν αμέσως στο φαϊ, ενώ ο Όλετ έρχεται από υπακοή και από αγάπη. Ακόμα και όταν είναι νηστικός, κάθεται αρκετή ώρα μαζί μου και ξεχνάει το φαγητό, εγώ του το θυμίζω. Και τώρα που καλωσύνεψε ο καιρός και βρίσκει ζουζούνια να φάη, όταν το φωνάζω πάλι έρχεται για την υπακοή, ενώ είναι χορτάτο και δεν το αναγκάζει η πείνα. Ε, πώς να μην το χαίρεσαι περισσότερο από τα άλλα πουλιά αυτό το φιλότιμο πουλάκι ;»
Πολλές φορές μου έρχεται από την πολλή μου αγάπη να το σφίξω μέσα στη χούφτα μου, αλλά φοβάμαι μήπως κάνω σαν την μαϊμού που από αγάπη σφίγγει τα παιδιά της και τελικά τα πνίγει. Γι αυτό σφίγγω την καρδιά μου, και το χαίρομαι από μακριά, για να μη το βλαψω.
Μια μέρα άργησα να πάω στο ραχώνι και ο Όλετ επειδή φυσούσε πολύ, είχε λουφάξει από νωρίς. Άφησα το φαγητό του και έφυγα, χωρίς να τον δω. Την άλλη μέρα ξεκίνησα να πάω πολύ νωρίς , γιατί ανησύχησα μήπως τον έφαγε κανένα γεράκι. Αυτό όταν είδε το φαγητό που του άφησα αποβραδίς, «το πείραξε ο λογισμός» και κατέβηκε στα μισά τού δρόμου και με περίμενε. Όταν με είδε έκανε σαν τρελό από την χαρά του. Του έδινα να φάη , αλλά αυτό περισσότερο ήθελε συντροφιά παρά φαγητό. Το θαυμάζω για την άσκηση του και για τη αγάπη που έχει , καθώς και για την ευγνωμοσύνη του. Εύχεσθε να μιμηθώ τις αρετές του.
Πιστεύω να μην έχετε παράπονο, σας τα είπα όλα, χωρίς να πάρω την συγκατάθεση τού Όλετ. Ελπίζω να μη τον στενοχωρήσω, μια που δεν θα γίνουν γνωστά έξω... Έχετε τους χαιρετισμούς τους δικούς του και τούς δικούς μου τούς πολλούς.
Στο καλύβι μου όχι μόνον τα πετούμενα πουλάκια αλλά όλα τα ζώα που έρχονται εκεί- τσακάλια, λαγοί, νυφίτσες, χελώνες, σαύρες, φίδια- χορταίνουν από την υπερχείλιση της αγάπης μου και χορταίνω κι εγώ, όταν χορταίνουν αυτά, και όλοι μαζί, «τα θηρία, και πάντα τα κτήνη, ερπετά και πετεινά πτερωτά», «αινούμεν, ευλογούμεν και προσκυνούμεν τον Κύριον»

(από τους λόγους τού μακαριστού γέροντος Παϊσίου τού αγιορείτου , τομος Ε΄. Ο γέροντας απαντά σε επιστολή των μοναζουσών του ησχαστηρίου της Σουρωτής που εστάλη την άνοιξη του 1975. Τότε ζούσε στην καλύβα του Τιμίου Σταυρού)



1331 – Η χαρά του Γέροντα Γερόντιου


Θυμᾶμαι τόν μακαρίτη γερο Γερόντιο πού-μεγάλος πιά σέ ἡλικία-ἔλεγε:
"Ἔχω μεγάλη χαρά πού θά πᾶω στήν ἄλλη ζωή!
Χιλιάδες ἄγγελοι, καημένε...!!!!
Χαίρομαι ὅπως τότε πού ἤμουνα μικρός καί μοῦπε ὁ πατέρας μου ὅ τι θά μέ πᾶει στήν Ἀθήνα ἀπό τόν Πῦργο Ἠλίας πού γεννήθηκα!
Τέτοια χαρά ἔχω!"

Από τη σελίδα: Εσφιγμένου Ιερά Μονή