Τρίτη, 17 Απριλίου 2012

1127 - Οι αρχιτεκτονικές υποθήκες ενός Αγίου




Χίλια χρόνια μετά, τα μοναστήρια του Άθω συνεχίζουν να τηρούν πιστά τις γραμμές που όρισε, κτίζοντας τη Λαύρα, ο Αγιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης






Η χερσόνησος του Αθω, ως αλίμενη, αγρίως ορεινή και αγεώργητη ήταν ανέκαθεν μια δυσπρόσιτη, δύσβατη και για αιώνες ακατοίκητη άκρη. Έχοντας όμως και θέση πάνω στον θαλάσσιο δρόμο και όχι μακριά από τον χερσαίο που ένωνε «συμβασιλεύουσα» και «βασιλεύουσα» πόλη του θεοκεντρικού Βυζαντινού κόσμου, Θεσσαλονίκη και Κωνσταντινούπολη, ήταν φυσικό να ελκύσει την προσοχή και τον ζήλο φιλέρημων ασκητών. Είχε επιπλέον το θέλγητρο να συνταιριάζει την παρθενική ωραιότητα «κατασκίου όρους και δασέος» με ξέφωτα προσήλια σε μικρά οροπέδια, πλαγιές και ορμίσκους, αλλά και τόπους σκληρής και απαραμύθητης ερημιάς στις βραχώδεις θαλασσόπληκτες υπώρειες του Αθω.
Κατά τις όχι ευκαταφρόνητες, αν και ατεκμηρίωτες αγιορειτικές παραδόσεις ­ πώς μπορούν, π.χ., να αγνοηθούν αυτές που απηχούν το κλίμα της εικονομαχίας; ­ O Άθως υπήρξε τόπος καταφυγής και άσκησης μοναχών και πριν από τον 9ο αιώνα για τον οποίο διασώζονται σχετικές ιστορικές μαρτυρίες. Σύμφωνα με αυτές, οι μοναχοί ζούσαν σε καλύβια και μικρά οικήματα (κελλία) μια ζωή που διαπνεόταν από τα αρχαιότροπα μοναστικά ήθη: των ερημιτών της απόλυτης μόνωσης και των ησυχαστών - κελλιωτών· δηλαδή ολιγομελών αδελφοτήτων, με 2-3 συνήθως μοναχούς, διάσπαρτων σε αραιές οικήσεις, όπου κύρια εκδήλωση κοινοτικού πνεύματος ήταν ο εκκλησιασμός σε κοινό ναό. Ωστόσο ένα μεγάλο κελλίον είναι ένα μικρό κοινόβιο. Γι' αυτό δεν είναι σαφές πότε πρωτοεμφανίστηκαν μοναστήρια. Συμπεραίνεται από μνείες στις πηγές η ύπαρξη πριν από τα μέσα του 10ου αιώνα «μοναστηριών» (π.χ. του Κλήμεντος, του Ξηροποτάμου, τα Βουλευτήρια). Το πρώτο μεγάλο κοινοβιακό μοναστήρι, η Λαύρα του Αγίου Αθανασίου του Αθωνίτου, που αρχίζει να χτίζεται το 963, αν και θεωρείται καινοτόμο για τα τότε θέσμια του Αθω, δεν ξεκόβει τους δεσμούς με το ησυχαστικό παρελθόν του τόπου: θεσπίζει και επιζητεί την εκπόρευση από αυτό ησυχαστών. Εκτοτε οι τρεις μορφές μοναχισμού συμπορεύονται αλληλέγγυα για μια υπερχιλιετή ιστορική διαδρομή.
Η δημιουργία μεγάλων μοναστηριών
Η Λαύρα του Αγίου Αθανασίου γίνεται γρήγορα το παράδειγμα για την ίδρυση, ή τη δημιουργία με επαύξηση, ανάλογων καθιδρυμάτων των οποίων στους κατοπινούς βυζαντινούς αιώνες δοκιμάζεται και εδραιώνεται, ή αντίθετα φθίνει, η μοναστική υπόσταση. Τον 14ο αι. ιδρύονται άρδην ή ενισχύονται σαν κάστρα, σε φύσει οχυρές θέσεις, λόγω του κινδύνου των πειρατικών επιδρομών, καθιδρύματα όπως η Μ. Διονυσίου, η Σίμωνος Πέτρα, η Μ. Παντοκράτορος. Την ίδια εποχή πραγματοποιούνται στο Όρος καλλιτεχνικά έργα μεγάλης πνοής. Αρκεί να αναφερθούν τα παραδείγματα των τοιχογραφιών του Πρωτάτου και της Μ. Βατοπαιδίου.
Μετά τη δυσπραγία της πρώτης περιόδου της Τουρκοκρατίας (που αρχίζει για το Όρος πριν από το 1430), τα τέλη του 15ου αι. προοιωνίζονται και ο 16ος αι. ανατέλλει μέρες ανόρθωσης και δημιουργίας, που φανερώνονται τόσο στην αρχιτεκτονική όσο και στη ζωγραφική. Χτίζονται και αγιογραφούνται Καθολικά (π.χ. Μ. Δοχειαρίου, Μ. Διονυσίου) και άλλα σημαντικά κτίρια και ενισχύονται οχυρώσεις. Στα μέσα του αιώνα αυτού χτίζεται και το ύστερο μοναστηριακό συγκρότημα, του Σταυρονικήτα, κατακλείδα της εικοσάδας των μοναστηριών που έκτοτε παραμένει κλειστή.
Η επόμενη περίοδος αναζωογόνησης και ακμής, κοινής για ολόκληρο τον Ελληνισμό και τεκμηριωμένης από μεγάλο πλήθος σημαντικών κτισμάτων, αρχίζει γύρω στα μέσα του 18ου αι., αναστέλλεται με την Ελληνική Επανάσταση του 1821, για να συνεχισθεί ιδίως μετά τα μέσα του 19ου αι., με αισθητή όμως τότε διαφοροποίηση του αρχιτεκτονικού (και εικαστικού) ύφους. Ανεγείρονται μεγάλα Καθολικά, πρωτοχτίζονται ή ξαναχτίζονται ολόκληρες κόρδες (πτέρυγες). Επεκτείνονται περίβολοι για την αύξηση του ζωτικού χώρου μονών (π.χ. Μ. Ξενοφώντος, Μ. Οσίου Γρηγορίου) και μειώνεται η εσωστρέφεια που χαρακτηρίζει τη φρουριακή διαμόρφωση καθώς, περισσότερο απ' ό,τι πριν και σε θέσεις λιγότερο απρόσβλητες, ξεπροβάλλουν στις όψεις των τειχών ξυλόπηκτες προεξοχές, κλειστές (σαχνισιά) και ανοιχτές (απλωταριές).
Έτσι, με αλλεπάλληλες μέσα στον χρόνο στοχαστικές προσαρμογές χώρων που σεβόταν ο καθένας την παρουσία και τη μορφή των άλλων γειτονικών του και όπου η ανάγκη για λειτουργικότητα ήταν η αφορμή για την αλλαγή αλλ' όχι και το μόνο κριτήριο για τον τρόπο επέμβασης, διαμορφώθηκε η εικόνα της μοναστηριακής αρχιτεκτονικής που αντίκρισε η γενιά μας. Σήμερα στον Αθω υπάρχουν, ως καταστάλαγμα μιας μακραίωνης παρουσίας και αλληλεπίδρασης των τριών κύριων τρόπων του μοναχικού βίου, τα εξής μοναστικά καθιδρύματα:
Τα είδη καθιδρυμάτων
1. Τα μοναστήρια. Είναι μεγάλα οικοδομικά συγκροτήματα μορφής κάστρου με περίκεντρη διάταξη των κτισμάτων γύρω από το νοητό κέντρο της αυλής, όπου ο μεγάλος ναός: το Καθολικό. Μικροί ναοί υπάρχουν ως παρεκκλήσια του Καθολικού, ελεύθερα στην αυλή ή μέσα στις πτέρυγες. Η φρουριακή οργάνωση ολοκληρώνεται με έναν τουλάχιστον υψηλό πύργο ως έσχατο αμυντήριο σε περίπτωση εκπόρθησης του κάστρου. Είναι ήδη φανερό ότι η λειτουργία της μονής προϋπέθετε και διατροφική αυτάρκεια. Πράγματι τα τρία βασικά αγαθά της παραδοσιακής δίαιτας, «ο άρτος, ο οίνος και το έλαιον», παράγονταν στο μοναστήρι. Τα σχετιζόμενα με τη σίτιση κτίσματα είναι: η τράπεζα, χώρος εστίασης με τυπική θέση απέναντι στη δυτική θύρα του Καθολικού, η εστία (μαγειρείο), το μαγκιπείον (φούρνος) και οι αποθήκες: λαδιού (δοχείον), σιτηρών (ορείον), κρασιού (βαγεναρείον) και παντοειδών (οικονομείον). Η φιάλη του αγιασμού των υδάτων είναι ένα κομψό κυκλοτερές, θολοσκέπαστο περιστύλιο που περιβάλλει περίτεχνο αναβρυτήριο. Το νερό φθάνει στις κρήνες και στις στέρνες από την πηγή ή αντλείται από τα πηγάδια που προστατεύουν φρεατοστεγάσματα.
Στις κόρδες (πτέρυγες) βρίσκονται τα κελιά των μοναχών, ο ξενώνας των επισκεπτών: αρχονταρίκι, καθώς και οι ειδικοί χώροι περίθαλψης των ασθενών και γερόντων. Σε μέρη ασφαλή στεγάζονται η βιβλιοθήκη και το σκευοφυλάκιο (κειμηλιοθήκη).
Έξω από τον περίβολο της μονής βρίσκονται το κιόσκι, κρήνες και, λίγο παράμερα, βοηθητικά κτίσματα: εργατόσπιτα, εργαστήρια, π.χ. το χαλκαδιό (σιδηρουργείο), μύλοι σιτηρών και λαδιού καθώς και στάβλος (βουρδουναριό).
Τριγύρω απλώνονται σε αναβαθμούς της γης περιβόλια και κήποι: η αμπελική (αμπελώνας), ο ελαιώνας, ο νεραντζώνας... Οχι μακριά χτίζονται και τα καθίσματα, καλογερικά σπίτια (όπου αποσύρονται μονάζοντας ησυχαστικά αδελφοί της μονής). Στον εγγύτατο πρόσφορο ορμίσκο δημιουργείται ο αρσανάς (το καραβοστάσι) για τη φύλαξη του καϊκιού.
2. Οι σκήτες. Οι οκτώ «αρχαιόρρυθμες» σκήτες έχουν τη μορφή του παραδοσιακού αραιοχτισμένου χωριού, όπου τα σπίτια, λεγόμενα καλύβες, απλώνονται σποραδικά γύρω από τον κεντρικό κοινό ναό, το Κυριακό. Οι τέσσερις κοινοβιακές σκήτες είναι οικοδομικά συγκροτήματα με τη μορφή Μοναστηριού και συνιστούν νεοφανή μοναστικό θεσμό.
3. Τα κελιά. Είναι καλογερικά σπίτια που άλλοτε μοιάζουν με τις σύγχρονές τους ορεινοαγροτικές ή χωρικές κατοικίες της ευρύτερης περί τον Αθω περιοχής και άλλοτε με τα νοικοκυρόσπιτα ή αρχοντικά από τα οποία διαφοροποιούνται κυρίως λόγω της ύπαρξης ναϋδρίου.
4. Τα ερημητήρια ή ασκηταριά. Είναι πραγματικές καλύβες αυτοσχέδιας κατασκευής, τρώγλες ή σπηλιές, σε απόμερες και δυσπρόσιτες θέσεις κυρίως στα νότια κράσπεδα του Αθω.
Η διαχρονική ενότητα
Η εμμονή στους πατροπαράδοτους λειτουργικούς ­ με την εκκλησιαστική αλλά και με την ευρύτερη έννοια ­ τύπους είναι η κύρια αιτία της διατήρησης σχεδόν αναλλοίωτων, για μία ολόκληρη χιλιετία, και των τύπων της αρχιτεκτονικής. Μπορούμε να πούμε ότι ο Άγιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης άφησε δύο Υποθήκες:
 ένα Τυπικό γραπτό: την Υποτύπωση και
ένα Τυπικό κτιστό: το μοναστήρι της Λαύρας.
Εκτοτε οι Αθωνίτες δεν διακινδύνευσαν ούτε ενδιαφέρθηκαν να πρωτο-τυπήσουν, να εισαγάγουν δηλαδή νέους τύπους αρχιτεκτονικούς, μολονότι υπήρξαν, όπως θα δούμε, δελεαστικές αφορμές. Η εντελής εκπλήρωση του μοναχικού σχήματος εξασφαλιζόταν μέσα στο δοκιμασμένο ως τα τέλη της πρώτης μ.Χ. χιλιετίας και αποκρυσταλλωμένο στη Λαύρα, λειτουργικό και αρχιτεκτονικό «σχήμα» που διέγραψε, κατά το πλείστον, ο Αθανάσιος. Αυτό μπορούμε να το κρίνουμε από την εμμονή στον τύπο και στη χωροθετική συσχέτιση τριών κεντρικής σημασίας κτισμάτων: του Καθολικού, της Τράπεζας και της Φιάλης.
Ι. Ο Αθωνικός τύπος ναού (σταυροειδής εγγεγραμμένος με κόγχες ­ χορούς ­ στα άκρα του εγκάρσιου στελέχους του σταυρού) πρωτοδημιουργείται στη Λαύρα και επαναλαμβάνεται σε όλο το Όρος, σταθερά τον 11ο, 14ο, 16ο, 18ο ως και τον 19ο αιώνα.
Κανένα μοναστήρι δεν διανοείται να εφαρμόσει κάποιο νέο τύπο από τα λαμπρά Καθολικά που χτίζονται όχι μακριά από το Όρος, ήδη από τον 11ο αι. Αρκεί να θυμηθούμε το μεγαλόπρεπο Καθολικό του Οσίου Λουκά, αλλά και του Δαφνιού ή της Νέας Μονής στη Χίο, σε τύπο οκταγωνικό. Ακόμη, την εξαιρετικής πρωτοτυπίας εσωτερική διάρθρωση της Παρηγορίτισσας στην Αρτα (13ου αι.), που ήταν Καθολικό μονής. Καθώς και τα χωρίς χορούς μεσο-υστεροβυζαντινά Καθολικά της Κωνσταντινούπολης.
ΙΙ. Η διατηρούμενη στη Λαύρα επιβλητική σταυρόσχημη διάρθρωση της τράπεζας, που πιθανότατα οφείλεται στον Αθανάσιο, είναι το σταθερά επιδιωκόμενο σχήμα τράπεζας για όλες τις μονές, όταν το επιτρέπει το διαθέσιμο εύρος της αυλής και της δαπάνης, ως τον 19ο αι. (πρβλ. Μ. Ζωγράφου).
ΙΙΙ. Ο τύπος της φιάλης της Λαύρας, που η πρώτη κατασκευή της έχει αναχθεί στον 11ο αι., αποτελεί επίσης το πρότυπο ως την τελευταία δόμηση φιάλης τον 19ο αι.
Αν θέλουμε όμως να ιχνηλατήσουμε και τη βαθύτερη αιτία της διάρκειας τύπων και μορφών, θα πρέπει μάλλον να κατευθυνθούμε, περνώντας διαδοχικά τις τρεις θύρες και το βαρύ καταπέτασμα της Λιτής, στο κέντρο του Καθολικού: εδώ ο εικονολατρικός πλούτος της «διακόσμησης» και των τελουμένων ανακαλεί εκδηλώσεις αφοσίωσης της αλληγορούμενης παστάδος, στο «Ασμα Ασμάτων».
Η τυπολογία και η τεχνολογία
Πόσο μεγάλη ενότητα και πιστότητα χαρακτήρα διατήρησε ο αγιορειτικός κόσμος για μία τουλάχιστον χιλιετία δεν φαίνεται μόνο από την εμμονή στην τυπολογία των κτισμάτων· φανερώνεται και στην ισόχρονη διάρκεια της χρησιμοποιημένης τεχνολογίας. Ίσως αρκέσουν δύο παραδείγματα: α. Στην οικοδομική (τεχνική): οι κυριότεροι τρόποι, αυτοί της θολοδομίας, χρησιμοποιούνται ουσιαστικά αναλλοίωτοι από τον 10ο ως και τον 19ο αι. όπου χτίζονται τα τελευταία Καθολικά. β. Στην παραγωγική τεχνολογία: ο τύπος του υδρόμυλου που κατασκεύασε ο Αγιος Αθανάσιος στη Λαύρα τον 10ο αι. ήταν παρόμοιος, αν όχι εντελώς ίδιος, με εκείνον που περιγράφει πριν από χίλια χρόνια ο Βιτρούβιος (β' μισό του 1ου π.Χ. αι.) στο «Περί Αρχιτεκτονικής» βιβλ. Χ, 5, 2. Αυτός ο ίδιος τύπος υδρόμυλου συναντάται παροπλισμένος, βεβαίως, σήμερα σε κεντρικά μοναστήρια και λειτουργούσε ως τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα μας.
ΠΑΝΤΕΛΗΣ Γ. ΦΟΥΝΤΑΣ
ΤΟ ΒΗΜΑ,  Κυριακή 22 Ιουνίου 1997

Ο κ. Παντελής Γ. Φουντάς είναι αρχιτέκτων, αρχαιολόγος.

1126 - Το Άγιο Όρος από ψηλά


Οδοιπορικό στον Άθω μέσα από 29 μοναδικές φωτογραφίες

από Αριστείδη Χ. Κοντογεώργη(*)

Η πρώτη εικόνα του Αγίου Όρους που αντικρίζει κανείς από ψηλά, είναι αυτή της γυμνής κορυφής του όρους Άθω, στη μέση του Αιγαίου, να πετιέται προς τον ουρανό και να τρυπά τα σύννεφα, «πέτρινη λόγχη, που φρουρεί τον μυστικισμό», όπως έλεγε και ο συγγραφέας Ζαχαρίας Παπαντωνίου. Οι αρχαίοι γεωγράφοι και ιστορικοί πίστευαν πως η κορυφή του Άθω ποτέ δεν βρεχόταν γιατί τα νέφη σχηματίζονταν πιο χαμηλά, και ήταν τόσο ψηλή, ώστε η σκιά της έφθανε ως τη Λήμνο. Ο Σοφοκλής έχει γράψει: «Η σκιά που ρίχνει ο Άθως στη δύση του ήλιου έφθανε στην αγορά της πόλεως Μυρήνης της Λήμνου, όπου και σκέπαζε χάλκινο άγαλμα». Το άγαλμα αυτό παρίστανε ένα βόδι. Από αυτό έμεινε και ο παροιμιώδης στίχος: «Άθως καλύψει πλευράς Λημνίας βοός». Η εμπειρία του να πετάς φωτογραφίζοντας πάνω από αυτή την κωνική κορυφή, 2,5 χιλιόμετρα πάνω από τη θάλασσα, με τα χέρια παγωμένα από το κρύο (αν και καλοκαίρι είχε μόλις 9 βαθμούς εκεί ψηλά), διακρίνοντας τριγύρω όλη τη χερσόνησο του Άθω αλλά και τις άλλες χερσονήσους της Χαλκιδικής, είναι μοναδική!
Όρος και χερσόνησος στο ανατολικό μέρος της Χαλκιδικής, στα αρχαία χρόνια λεγόταν Ακτή. Στην κορυφή του υπήρχαν βωμοί για πολλούς από τους αρχαίους θεούς και τις θεότητες. Στη βυζαντινή εποχή πήρε την ονομασία Άγιον Όρος από τα πολλά μοναστήρια και τις σκήτες που κτίστηκαν στη χερσόνησο.


Πλησιάζοντας στην άκρη της χερσονήσου, δεξιά από τον Άθω με κατεύθυνση προς τις Καρυές, στην άκρη του κατακόρυφου βράχου και σε πολύ μεγάλο υψόμετρο αιωρείται ένα κελί και στην άκρη του ένας μοναχός ανεμίζει μια μεγάλη κίτρινη σημαία με τον δικέφαλο αετό. Άγρυπνος φρουρός του ορθόδοξου μοναχισμού. Αργότερα έμαθα ότι κάθε φορά που κάποιο πολεμικό αεροπλάνο, πολλές φορές τουρκικό, περνά κοντά, ανεμίζει τη βυζαντινή σημαία.
Όσο πετάμε, ο Άθως των μοναστηριών ξεδιπλώνεται. Οι φυσικές τοποθεσίες της χερσονήσου είναι αξιοθαύμαστες, με γραφικούς λόφους, κατάφυτα δάση, απόκρημνους γκρεμούς και άφθονα νερά. Βελούδινες βουνοπλαγιές κατάφυτες από αιωνόβια δένδρα και θάμνους απλώνονται ως τη θάλασσα και δημιουργούν μία ασύγκριτη αισθητική ομορφιά σε όλη αυτή τη μαγευτική περιοχή. Έλατα, καστανιές, ρείκια, βελανιδιές, οξιές, κουμαριές, πλατάνια, φουντουκιές, αμπέλια και τόσα άλλα φυτά χρωματίζουν το τοπίο. Η γαλάζια θάλασσα περιλούζει τον πανέμορφο αυτό τόπο. Μακριά, ίσκιοι γαλανοί, η Θάσος, η Ίμβρος, η Λήμνος.
Κόκκινα στίγματα βυθίζονται στο πράσινο, σκαρφαλώνουν στις ανηφοριές, φωλιάζουν στις λαγκάδες, κατεβαίνουν στη θάλασσα. Τα κελιά, μικρά μοναστηράκια σαν αγροτικά σπίτια.
Οι μονές, οικοδομικά συγκροτήματα με ιδιαίτερη αρχιτεκτονική, με φρουριακή διάταξη και οχυρωματικής μορφής πτέρυγες, με επιβλητικούς πύργους, θαυμαστά κωδωνοστάσια, θολωτούς τρούλους, με εσωτερική αυλή, στο κέντρο της οποίας υψώνεται συνήθως ο κεντρικός ναός, το καθολικό, παρεκκλήσια, φιάλες και άλλα βοηθητικά κτίρια κυριαρχούν στο τοπίο. Όλα τα μοναστήρια του Αγίου Όρους, καθώς και οι κοινόβιες σκήτες, λόγω της φρουριακής τους διάταξης δίνουν εξωτερικά την εντύπωση μιας ενότητας, που θυμίζει μικρή οχυρωμένη πολιτεία της μεσαιωνικής εποχής. Το αρχιτεκτονικό τους σχήμα είναι το τυπικό σχήμα του βυζαντινού μοναστηριακού τύπου, όπως διαμορφώθηκε σε παλαιότερες εποχές, σύμφωνα με τα ανατολικά και τα ελληνιστικά πρότυπα. Ο λόγος που υπαγόρευσε μια τέτοιου είδους κατασκευή είναι η ανάγκη για την άμυνα των μοναχών απέναντι στους πολλούς και διάφορους εξωτερικούς εχθρούς. Έτσι έχουμε ολόγυρα έναν περίβολο που ακολουθεί τη διαμόρφωση του εδάφους και είναι συνήθως τετράπλευρος ή περίπου τετράπλευρος ή πολυγωνικός. Πρόκειται για κανονικό, ψηλό και ισχυρό τείχος, ενισχυμένο κατά διαστήματα με πυργίσκους, επάλξεις, πολεμίστρες και καταχύτρες ή ζεματίστρες, καθώς και έναν μεγάλο και επιβλητικό πύργο στο υψηλότερο ή το πιο ασθενές αμυντικά σημείο της μονής.
Στα κτίσματα αυτά επικρατεί κατά κανόνα το ασύμμετρο και ακανόνιστο της βυζαντινής σύλληψης και κατασκευής. Ο αμυντικός πύργος ενίσχυε ακόμη περισσότερο τον οχυρωματικό χαρακτήρα των μοναστηριών και χρησίμευε ως παρατηρητήριο και τελευταίο καταφύγιο των πατέρων σε περίπτωση πολιορκίας τους. Οι πύργοι αυτοί, που δίνουν μια ξεχωριστή εξωτερική εμφάνιση σε όλα σχεδόν τα αθωνικά μοναστήρια, είναι συνήθως πολύ ψηλοί και πολυώροφοι, με ξύλινα πατώματα, με παρεκκλήσι στον τελευταίο όροφο και στέρνα για νερό στο ισόγειο. Έχουν ορθογωνική κάτοψη με μια είσοδο στον πρώτο όροφο και αποτελούν πραγματικά αριστουργήματα της οικοδομικής αρχιτεκτονικής του Μεσαίωνα.
Τα άλλα πολυώροφα οικοδομήματα των μοναστηριών ενσωματώνονται εσωτερικά στον περίβολο και βλέπουν προς την πλευρά της αυλής, τονίζοντας έτσι περισσότερο τον φρουριακό χαρακτήρα των μοναστηριών. Από τις πλακοσκεπείς στέγες τους ξεφυτρώνουν σε πολλά σημεία μικροί τρουλίσκοι, καθώς και ένα δάσος από ψηλές καμινάδες, που δίνουν από μακριά μια υπέροχη εικόνα γραφικότητας και μεγαλείου. Τα ιστορικά μοναστήρια, τα χωμένα σε απόκρημνους βράχους κελιά, οι πύργοι, οι τρούλοι, τα καμπαναριά χαρακτηρίζουν το Άγιο Όρος ως αναμφισβήτητα το μεγαλύτερο ζωντανό Μουσείο Τέχνης, Εθνολογίας και Εκκλησιαστικής Ιστορίας.
Πετώντας από τα δεξιά, προβάλλει μπροστά μας ένα οικοδομικό συγκρότημα με τετράπλευρο σχήμα, κτισμένο πάνω σ’ έναν λοφίσκο κοντά στη θάλασσα. Είναι η Σκήτη του Τιμίου Προδρόμου. Δίπλα σχεδόν, κτισμένο πάνω στο πλάτωμα ενός βράχου, εκεί που τελειώνει η χερσόνησος και ο Άθως κατεβαίνει ήρεμα προς τη θάλασσα σχηματίζοντας πολλούς καταπράσινους λοφίσκους, σε μικρή απόσταση από την παραλία βρίσκεται το πρώτο και μεγαλύτερο μοναστήρι του Αγίου Όρους, η Μονή της Μεγίστης Λαύρας. Ιδρύθηκε το 963, αφιερωμένη στην Κοίμηση του Αθανασίου, στην οποία ανήκουν η κοινόβια Σκήτη του Τιµίου Προδρόµου, η ιδιόρρυθμη Σκήτη της Αγίας Άννας και η ιδιόρρυθμη Σκήτη της Αγίας Τριάδας-Καυσοκαλυβίων. Το μοναστήρι είναι ένα συγκρότημα από πολυώροφα κτίρια τοποθετημένα ολόγυρα σε τετράπλευρο σχήμα, με μια μεγάλη αυλή στο κέντρο. Ανάμεσά τους, στη νοτιοδυτική γωνία, δεσπόζει ο τετράγωνος, επιβλητικός και αρχαιοπρεπής πύργος του Τσιμισκή. Στη γύρω περιοχή διασώζονται σπαράγµατα µνηµείων που µας πάνε πίσω στα προχριστιανικά χρόνια.
Συνεχίζοντας, συναντάμε τη Μονή Καρακάλου, που ιδρύθηκε στις αρχές του 11ου αιώνα, αφιερωμένη στους Αποστόλους Πέτρο και Παύλο. Είναι ένα κτιριακό συγκρότημα με τετράπλευρο περίβολο, κτισμένη πάνω σε μια πλαγιά, απ’ όπου αγναντεύει περήφανα τη θάλασσα. Στη νοτιοδυτική πλευρά υψώνεται ο επιβλητικός πύργος της, τονίζοντας τον φρουριακό της χαρακτήρα.
Λίγο πιο ψηλά, βρίσκεται η Μονή του Φιλοθέου, αφιερωμένη στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, που ιδρύθηκε γύρω στα τέλη του 10ου αιώνα. Είναι ένα τετράπλευρο κτιριακό συγκρότημα, κτισμένο πάνω σ’ ένα καστανόφυτο οροπέδιο, κοντά στο αρχαίο Ασκληπιείο.

Συνεχίζοντας τη διαδρομή μας, στη βορειοανατολική πλευρά της χερσονήσου, πάνω σ’ έναν γραφικό ορμίσκο και πλάι στις εκβολές ενός μεγάλου χειμάρρου, προβάλλει μπροστά μας η Μονή Ιβήρων, αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου, που ιδρύθηκε το 976 και στην οποία ανήκει και η ιδιόρρυθμη Σκήτη του Τιµίου Προδρόµου. Το μοναστήρι είναι ένα κτιριακό συγκρότημα πολυώροφων κτισμάτων με φρουριακή διάταξη, που λούζονται από το κύμα της γαλάζιας θάλασσας.
Στην πορεία μας προς τις Καρυές, συναντάμε τη Μονή Κουτλουμουσίου, αφιερωμένη στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος, που ιδρύθηκε το 12ο αιώνα και στην οποία ανήκει η ιδιόρρυθμη Σκήτη του Αγίου Παντελεήμονος. Η Μονή είναι κτισμένη πάνω σε μια θαυμάσια πλαγιά γεμάτη από δένδρα και πυκνούς θάμνους.
Οι Καρυές, το ένα από τα δύο χωριά του Αγίου Όρους, είναι χτισμένες σε μια μαγευτική τοποθεσία με άφθονα νερά, σε υψόμετρο 370 μέτρων. Είναι η πρωτεύουσα της μοναστικής πολιτείας, όπου εδρεύουν τόσο οι μοναχικές, όσο και οι κοσμικές εξουσίες (ο Πολιτικός ∆ιοικητής, η Αστυνοµική ∆ιοίκηση, τα ΕΛΤΑ, ο ΟΤΕ και το Κοινοτικό Ιατρείο). Στις Καρυές είναι εγκατεστηµένη η Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους και η Ιερά Επιστασία, και εκτός από το «κονάκι» (αντιπροσωπεία) που διατηρεί κάθε μονή, υπάρχουν κελιά και εργαστήρια ή καταστήματα που ανήκουν σε διάφορες από τις 20 μονές του Αγίου Όρους. Στη μοναδική πλατεία του χωριού, στην οποία απαγορεύεται το κάπνισμα και η διέλευση εφίππων, βρίσκεται ο θαυμάσιος ναός του Πρωτάτου, τον οποίο κοσμούν εκπληκτικές αγιογραφίες και η ιστορική φορητή εικόνα «Άξιον Εστί». Στο χώρο των Καρυών βρίσκεται και η γνωστή εκκλησιαστική σχολή Αθωνιάδα.
Αφήνοντας τις Καρυές και πετώντας πάντα βορειοανατολικά, περνάμε πάνω από τη Μονή Σταυρονικήτα, αφιερωμένη στον Άγιο Νικόλαο από το 1541, η οποία είναι κτισμένη πάνω στο πλάτωμα ενός βράχου δίπλα στη θάλασσα. Από άποψη κτιριακών εγκαταστάσεων, είναι το μικρότερο σε έκταση από τα 20 μοναστήρια του Αγίου Όρους. Χαρακτηριστικός είναι ο ψηλός οδοντωτός πύργος του, που φαίνεται από μακριά και που, θαρρείς, έχει φυτρώσει στην είσοδό της παραμένοντας εκεί μόνιμος φρουρός της και παρατηρητής.
Πιο πέρα, πάνω σ’ ένα βράχο που τον χτυπά ακατάπαυστα το κύμα της τρικυμισμένης θάλασσας είναι κτισμένη η Μονή Παντοκράτορος, που είναι αφιερωμένη στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος και που ιδρύθηκε το 1363. Το σχήμα των κτιριακών εγκαταστάσεων του μοναστηριού είναι ακανόνιστο πολύπλευρο, με τείχος γύρω γύρω και τον οχυρωματικό πύργο στη δυτική πλευρά του. Πλησίον της µονής υπήρχε η αρχαία πόλη Θύσσος. Απέναντι, πάνω σ’ ένα ύψωμα στέκει η Σκήτη του Προφήτη Ηλία, που ανήκει στη Μονή Παντοκράτορος.
Σε μικρή απόσταση, στην αμμουδιά ενός μακάριου μυχού της θάλασσας, ζωγραφίζεται το τεράστιο πέταλο των αφρών της, και στην άκρη της θάλασσας πάνω σε μια κατάφυτη πλαγιά, προβάλλει ένα μεγάλο πυκνό δάσος από θόλους, πύργους, τζάκια, καμπαναριά: το μοναστήρι του Βατοπεδίου, αφιερωμένο στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, που ιδρύθηκε το 972 και στο οποίο ανήκουν η κοινόβια Σκήτη του Αγίου Ανδρέου και η ιδιόρρυθμη Σκήτη του Αγίου Δημητρίου.
Δίπλα σχεδόν, πάνω στο κύμα, μέσα σ’ έναν γαλήνιο ορμίσκο είναι κτισμένο το μοναστήρι του Εσφιγμένου, με τα μεγαλοπρεπή του κτίρια, που ιδρύθηκε στα τέλη του 10ου αιώνα, και είναι αφιερωμένο στην Ανάληψη του Κυρίου. Τα προσθαλάσσια θεµέλια της µονής βρέχονται από τα νερά του Στρυµονικού κόλπου, ενώ στη γύρω περιοχή ερείπια και αποµεινάρια άλλων εποχών, που φτάνουν από τα ρωµαϊκά χρόνια ως τους πρώτους ερηµίτες που κατοίκησαν τον Άθω, µαρτυρούν για τη µεγάλη ιστορική πορεία που έζησε ο τόπος.
Στη διαδρομή μας προς την Ιερισσό, συναντούμε τον πύργο Μιλούτιν και τη σερβική Μονή Χελανδαρίου, που ιδρύθηκε το 1197 και είναι αφιερωμένη στα Εισόδια της Θεοτόκου. Είναι το πρώτο από τα μοναστήρια που κτίστηκαν στη βορειοανατολική πλευρά του Όρους και χάνεται αθέατο και κρυμμένο μέσα στην πλούσια βλάστηση του τοπίου, με περιορισμένο ορίζοντα, αν και απέχει ελάχιστα από τη θάλασσα όπου βρίσκεται και ο αρσανάς του.
Περνώντας πάνω από την Ουρανούπολη και πετώντας νοτιοδυτικά του όρους Άθω, πάνω στο βουνό, χωμένη σε μια δασωμένη πλαγιά, ξεπροβάλλει η βουλγαρική Μονή Ζωγράφου, που ιδρύθηκε γύρω στο 1270 και είναι αφιερωμένη στον Άγιο Γεώργιο. Λίγο πιο κάτω, πάνω στην αμμουδιά βρίσκεται ο αρσανάς του μοναστηριού.
Συνεχίζοντας την πορεία μας συναντάμε τη Μονή Κωνσταμονίτου ή Κασταμονίτου, που βρίσκεται σε μια από τις πιο γραφικές τοποθεσίες του Όρους, αγκαλιασµένη από δάσος, κατά το μέρος του Σιγγιτικού κόλπου, αθέατη, κτισμένη μέσα σ’ ένα καταπράσινο δάσος και σε μικρή απόσταση από τη θάλασσα. Έχει από τη μια μεριά τη Μονή Ζωγράφου και από την άλλη εκείνη του Δοχειαρίου. Η Μονή ιδρύθηκε τον 11ο αιώνα και είναι αφιερωμένη στον Άγιο Στέφανο.
Η Μονή Δοχειαρίου, που ιδρύθηκε τον 11ο αιώνα, αφιερωμένη στους Αρχαγγέλους Μιχαήλ και Γαβριήλ, είναι το πρώτο μοναστήρι κτισμένο στην πλαγιά ενός βουνού που κατηφορίζει απότομα προς τη θάλασσα, πάνω στη νοτιοδυτική πλευρά του Άθω, μετά τους αρσανάδες των Μονών Ζωγράφου και Κωνσταμονίτου.
Πιο κάτω, πάνω σ’ ένα ομαλό ύψωμα, πλάι στην ακτή, ανάμεσα στις Μονές Δοχειαρίου και Αγίου Παντελεήμονος, είναι κτισμένη η Μονή Ξενοφώντος, που ιδρύθηκε στα τέλη του 10ου αιώνα και είναι αφιερωμένη στον Άγιο Γεώργιο. Στη Μονή Ξενοφώντος υπάγεται η ιδιόρρυθμη Σκήτη του Ευαγγελισµού, που βρίσκεται πάνω σε μια καταπράσινη βουνοπλαγιά με ωραία θέα προς τη θάλασσα του Σιγγιτικού κόλπου.
Η Μονή του Αγίου Παντελεήμονος ή «των Ρώσων» ή «Κοινόβιον των Καλλιμάχηδων» ή απλώς «Ρούσικο», που ιδρύθηκε τον 10ο αιώνα, είναι αφιερωμένη στον Άγιο Παντελεήμονα. Είναι κτισμένη σ’ έναν ορμίσκο, μετά τη Μονή Ξενοφώντος και λίγο προτού φθάσουμε στη Δάφνη, από την πλευρά του Σιγγιτικού κόλπου. Η Μονή, ως οικοδομικό συγκρότημα, δίνει την εντύπωση μιας μικρής πολιτείας με τις πολλές πολυώροφες οικοδομές της, τα μεγαλοπρεπή κτίρια και τους υψηλούς τρούλους των εκκλησιών. Στο μοναστήρι ανήκει η κοινόβια Σκήτη της Κοιµήσεως της Θεοτόκου (Βογορόδιτσα).
Πιο κάτω η Μονή Ξηροποτάμου, που ιδρύθηκε τον 11ο αιώνα και είναι αφιερωμένη στους Σαράντα Μάρτυρες, κλασικό δείγµα αγιορειτικής αρχιτεκτονικής, στέκει σε μια μαγευτική και περίβλεπτη θέση στο μέσο της χερσονήσου, σε ύψος 200 µέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας και πάνω στο δρόμο προς τη Δάφνη. Όμορφο και επιβλητικό μοναστήρι, βλέπει κάτω στο Σιγγιτικό κόλπο, που απλώνεται συνήθως ήσυχος και γαλανός.
Η Δάφνη βρίσκεται στη νοτιοδυτική ακτή και αποτελεί τη μία από τις δύο πύλες εισόδου στη χερσόνησο του Αγίου Όρους. Η άλλη βρίσκεται στην Ουρανούπολη. Εδώ υπάρχουν 20 περίπου παλιά κτίσματα, λίγα καταστήματα, καθώς και μερικά κρατικά κτίρια, όπως τελωνείο, ΟΤΕ, Σταθμός Αστυνομίας κ.ά.
Το επταώροφο μοναστήρι της Σιμωνόπετρας ή η Μονή Σίμωνος Πέτρας, που ιδρύθηκε το πρώτο µισό του 14ου αιώνα και είναι αφιερωμένη στη Γέννηση του Ιησού, είναι το τολμηρότερο οικοδόμημα του Αγίου Όρους και ένα θαύμα της μοναστηριακής αρχιτεκτονικής. Στέκει αγέρωχα, κυριολεκτικά σκαρφαλωμένο πάνω σ’ έναν απότομο πύργινο βράχο σε ύψος 330 µέτρων, στην άκρη µιας βραχώδους βουνοσειράς και αγναντεύει με όλη την επιβλητικότητά του τη γαλάζια θάλασσα της νοτιοδυτικής πλευράς της χερσονήσου.
Η Μονή Γρηγορίου, που ιδρύθηκε πριν από τα µέσα του 14ου αιώνα και είναι αφιερωμένη στον Άγιο Νικόλαο, είναι κτισμένη πάνω σε θαλασσόβραχους στη νοτιοδυτική πλευρά της αθωνικής χερσονήσου. Βρίσκεται ανάμεσα στις Μονές Σιμωνόπετρας και Διονυσίου.
Η Μονή Διονυσίου, που ιδρύθηκε το 1375 και είναι αφιερωμένη στη Γέννηση του Τιμίου Προδρόμου, είναι κτισμένη σ’ έναν στενό και απόκρημνο βράχο, 80 μέτρα πάνω από τη θάλασσα, στη νοτιοδυτική πλευρά της χερσονήσου, μεταξύ των Μονών Γρηγορίου και Αγίου Παύλου. Το «αγριωπό μοναστήρι», σε παλαιά έγγραφα αναφέρεται και με άλλα ονόματα, όπως «Νέα Πέτρα», «Μονή του Μεγάλου Κομνηνού», «του κυρ Διονυσίου».
Η Μονή Αγίου Παύλου, που ιδρύθηκε το δεύτερο µισό του 10ου αιώνα και είναι αφιερωμένη στην Υπαπαντή του Κυρίου, βρίσκεται πλάι σ’ έναν μεγάλο χείμαρρο της δυτικής ποδιάς του Άθω και απέχει ελάχιστα από τη θάλασσα, όπου και ο αρσανάς της.
Αφήνοντας πίσω μας τη χερσόνησο του «Κρυσταλλωμένου Άθωνα», στην πορεία μας με κατεύθυνση προς τον Νότο, περνάμε πάνω από την ιδιόρρυθμη Σκήτη του Γενεσίου της Θεοτόκου (Νέα Σκήτη) και την ιδιόρρυθμη Σκήτη του Αγίου Δημητρίου (Λάκκου), που ανήκουν στη Μονή Αγίου Παύλου, τη Σκήτη της Αγίας Άννας, τα Καρούλια και τα Καυσοκαλύβια, που ανήκουν στη Μονή της Μεγίστης Λαύρας.

Η ιδέα της φωτογράφισης του Αγίου Όρους από ψηλά, στη χερσόνησο του Άθω της Χαλκιδικής στη Μακεδονία, που θεωρείται κέντρο του ορθόδοξου μοναχισμού λόγω της μεγάλης εθνικής, ιστορικής, θρησκευτικής και πολιτισμικής αξίας αυτού, αλλά και κέντρο διατήρησης και συντήρησης πλούσιου υλικού, έτσι ώστε να χαρακτηρίζεται «καταφύγιο» και «μουσείο» μοναδικού θησαυρού ελληνικής τέχνης και γραμμάτων, καθώς επίσης και τόπος ασύγκριτης φυσικής ομορφιάς, ήταν πολύ παλιά. Άρχισε όμως να παίρνει σάρκα και οστά από τον Νοέμβριο του 2005, όταν αποφασίσαμε μαζί με τον αγαπητό φίλο, λάτρη της φωτογραφίας και ερασιτέχνη φωτογράφο κ. Νικόλαο Σαράφη, αντιπρόεδρο της Εταιρείας «Ελ. Δ. Μουζάκης Α.Ε.Β.Ε.Μ.Ε. Κλωστοβιομηχανίαι», να προβούμε στις απαραίτητες ενέργειες ώστε να εξασφαλίσουμε τις απαιτούμενες άδειες. Έτσι τον Ιούνιο του 2006, με ελικόπτερο που παραχώρησε δωρεάν ο Ελ. Μουζάκης, πρόεδρος της παραπάνω εταιρείας, αρχίσαμε την αεροφωτογράφιση του Αγίου Όρους.
Σχεδόν ένα χρόνο αργότερα και ύστερα από πάμπολλες ώρες πτήσεων, τον Μαρτίου του 2007, παραδόθηκε όλο το φωτογραφικό υλικό, αποτελούμενο από περίπου 5.000 αεροφωτογραφίες, στον εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο της Ιεράς Κοινότητος του Αγίου Όρους μοναχό Επιφάνιο της Μονής Παντοκράτορος, όπως είχαμε προτείνει από την αρχή ως αφιλοκερδή προσφορά μας προς την Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους.
Οι φωτογραφίες που συμπεριλαμβάνονται στο άρθρο έχουν τραβηχτεί από εμένα τη συγκεκριμένη περίοδο και δείχνουν τη μοναδικότητα του φυσικού τοπίου και των μονών του Αγίου Όρους όπως αποτυπώθηκε στη φωτογραφική μου μηχανή αλλά και στη μνήμη μου.

(*)Δρ Αριστείδης Χαραλ. Κοντογεώργης – Επίκουρος Καθηγητής Τμήματος Φωτογραφίας και Οπτικοακουστικών Τεχνών, Σχολής Γραφικών Τεχνών και Καλλιτεχνικών Σπουδών, ΤΕΙ Αθήνας, Πρόεδρος Διεθνούς Ομοσπονδίας Φωτογραφικών Φεστιβάλ (IPFF), τ. Πρόεδρος Ελληνικής Φωτογραφικής Εταιρείας (ΕΦΕ)

Δείτε περισσότερες φωτογραφίες στη πηγή της ανάρτησης:

1125 - Άγιος Μακάριος ο Νοταράς (+1805)


Αγιορείτης Άγιος
Μνήμη 17 Απριλίου


Ο Άγιος Μακάριος (κατά κόσμον Μιχαήλ) γεννήθηκε το 1731 στα Τρίκαλα της Κορινθίας και καταγόταν από τη σπουδαία οικογένεια των Νοταράδων. Ο πατέρας του Γεωργαντάς (ή Γεώργιος), πρόκριτος της περιοχής Κορινθίας, απέκτησε από το γάμο του με την ενάρετη Αναστασία εννιά παιδιά. Από τον Ευστάθιο, δάσκαλο από την Κεφαλληνία, διδάχθηκε τα πρώτα γράμματα στο μοναστήρι της Παναγίας. Έδειξε την κλήση του προς τα έργα της ευσέβειας και την αγάπη του προς την Εκκλησία από μικρός. Ως επιστάτης των οικογενειακών κτημάτων απέτυχε αφού όχι μόνο δεν μπορούσε να εισπράξει τα ενοίκια από τους χωρικούς αλλά μοίραζε και τα δικά του στους φτωχούς. Ο πατέρας του δεν του επέτρεψε να γίνει μοναχός στη Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου και έτσι επιδόθηκε στη μελέτη των θείων γραφών και πατερικών κειμένων.
Μετά το θάνατο του δασκάλου του ανέλαβε δωρεάν για έξι χρόνια να διδάξει τους μαθητές της Κορίνθου. Αυτό δημιούργησε το μεγάλο θαυμασμό και την εκτίμηση των συμπολιτών του με αποτέλεσμα το 1764 όλος ο κλήρος και ο λαός της περιοχής να ζητήσει από το Οικουμενικό Πατριαρχείο να τον χειροτονήσει ως επίσκοπο Κορίνθου μετά τη χηρεία του μητροπολιτικού θρόνου. Ο άγιος Μακάριος θεώρησε την ομόφωνη γνώμη κλήρου και λαού ως κλήση Θεού και δέχθηκε το αξίωμα της Αρχιεροσύνης. Κατά την χειροτονία του ονομάσθηκε Μακάριος.
Ως αρχιερέας έκανε μεγάλο αναμορφωτικό έργο. Φρόντισε για την επιμόρφωση του κλήρου. Έπαυσε τους αγράμματους ή υπέργηρους κληρικούς και όσους είχαν αναμειχθεί σε πολιτικά ζητήματα. Πρόσεχε πολύ τις χειροτονίες του και ήταν πιστός τηρητής των ιερών κανόνων. Φρόντισε για την ίδρυση σχολείων και για το κήρυγμα της μετανοίας στο ακαλλιέργητο λαό της επαρχίας του.
Το έργο του διέκοψε ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος (1768-1774). Μετά την καταστολή της εξέγερσης λόγω των αιματηρών αντιποίνων των Τούρκων κατέφυγε με την οικογένειά του στη αρχή στη Ζάκυνθο, στην οποία για τρία χρόνια δίδασκε το λαό, και μετά στη Ύδρα. Ποτέ δεν επέτρεψε στην επαρχία του. Αντικαταστάθηκε χωρίς να παραιτηθεί από νέο επίσκοπο που αναγκάσθηκε μετά από πιέσεις να διορίσει το Οικ. Πατριαρχείο. Από τότε υπογράφει «ο από Κορίνθου Μακάριος».
Στην Ύδρα συνάντησε τον μετέπειτα συνεργάτη του άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, τότε λαϊκό Νικόλαο, και τον «εξακουστό Σίλβεστρο τον ερημίτη» μεγάλη ασκητική προσωπικότητα. Από την Ύδρα πήγε στη Χίο και μετά στο Άγιον Όρος το 1777. Έμεινε στο βατοπαιδινό Κελλί του Αγίου Αντωνίου κοντά στον συντοπίτη του Γερο - Δαβίδ. Εκεί έγινε η σημαντική συνάντησή του με το μοναχό της Μονής Διονυσίου άγιο Νικόδημο στον οποίον παρέδωσε χειρόγραφο τη «Φιλοκαλία» για να διορθώσει τα σφάλματα που υπήρχαν, να ετοιμάσει πρόλογο και σύντομους βίους των αγίων συγγραφέων του έργου. Το περιεχόμενο της «Φιλοκαλίας» το αντέγραψε από χειρόγραφα αγιορειτικών βιβλιοθηκών «προπάντων όμως εις την βιβλιοθήκην της ενδόξου και μεγάλης μονής του βατοπαιδίου ανακάλυψε θησαυρόν, ήτοι βιβλίον περί ενώσεως του νοός μετά του Θεού, συλλεχθέν εις αρχαίους χρόνους υπό μεγάλων ζηλωτών εκ πάντων των αγίων, και έτερα περί προσευχής ...» όπως γράφει σε επιστολή του ο όσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκυ. Το πυρήνα της Φιλοκαλίας πήρε ο άγιος Μακάριος από το Βατοπαιδινό Κώδικα 605 του 13ου αιώνα όπως υποστηρίζει ο καθηγητής κ. Α. Ταχιάος. Η «Φιλοκαλία» εκδόθηκε το 1782, αποτέλεσε σταθμό στην ορθόδοξη πνευματική ζωή και δίκαια ο άγιος Μακάριος ονομάσθηκε Γενάρχης του φιλοκαλισμού.
Η σχέση του αγίου Μακαρίου με τη μονή Βατοπαιδίου καλλιεργήθηκε μέσω της σχολής της Αθωνιάδος. Ο Σχολάρχης, μετέπειτα βιογράφος και ακόλουθος του αγίου στη Χίο, Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος έχει ως σύμβουλό του τον πρώην Κορίνθου Μακάριο. Ο άγιος Μακάριος γίνεται ο πνευματικός καθοδηγητής της Σχολής. Στο Κελλί του Αγίου Γεωργίου των Σκουρταίων έγινε μεγαλόσχημος μοναχός από τον ενάρετο Γέροντα Παρθένιο.
Αφού συμμετείχε στο αναγεννητικό και αναμορφωτικό κίνημα των ιεροπρεπών Κολλυβάδων μετέβει στη Χίο, μετά στη Πάτμο, στην οποία παρέμεινε στο Κάθισμα των Αγίων Πάντων Κουμάνας περίπου δέκα χρόνια. Αφού τακτοποίησε κληρονομικές του υποθέσεις στην Ύδρα και την Κόρινθο επέστρεψε στη Χίο στην οποία παρέμεινε τα τελευταία δώδεκα χρόνια της ζωής του ασχολούμενος με άσκηση, μελέτη, συγγραφή και διδασκαλία.
Το ταπεινό Κελλί του βρίσκεται στο ναό των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, που μετά την κοίμηση του είναι γνωστό με το όνομα Άγιος Μακάριος έγινε «φροντιστήριο, θεραπευτήριο, διδακτήριο και εξομολογητήριο πολλών ευλαβών Χιωτών αλλά και θύρα ελέους». Με το κήρυγμα του ωφελούσε τους πάντας. Όπως γράφει ο βιογράφος του: «Πως ήτον βολετόν να μην ωφελούνται οι Χριστιανοί εκείνοι, οι οποίοι πρώτον μεν έβλεπον ένα Αρχιερέα Κορίνθου να τους διδάσκη με ένα σχήμα ταπεινότατον, με ενδύματα πενιχρότατα, με ένα φαινόμενον ευτελέστατον‡ κατ' αλήθειαν, λέγω το καλυμμαύχι της κεφαλής του άλλος κανένας δεν ήθελε να καταδεχθή να φορέση».
Ο άγιος Μακάριος προετοίμαζε μέσα στα χρόνια της σκλαβιάς του γένους χριστιανούς για το μαρτύριο. Έγινε «αλείπτης», εμπνευστής, χειραγωγός, εξομολόγος των νεομαρτύρων Πολυδώρου του Κυπρίου (+1794), Θεοδώρου Βυζαντίου (+1795), Δημητρίου του Πελοπονησίου (+1803), Μάρκου του Νέου (+1801) και Αγγελή του Αργείου (+1813).
Πλήθος είναι τα έργα του, κυρίως αγιολογικά, προσωπικά ή σε συνεργασία με τους αγίους Νικόδημο Αγιορείτη και Αθανάσιο Πάριο. Ενώ ετοίμαζε το βιβλίο του «Νέον Λειμωνάριον» ασθένησε από ημιπληγία και παρέλυσε η δεξιά του πλευρά. Παρέμεινε κατάκοιτος για οκτώ μήνες προσευχόμενος συνεχώς με πολλά δάκρυα, γιατί όπως έλεγε δεν άρχισε να μετανοεί, κοινωνούσε καθημερινά και συμβούλευε όσους έρχονταν να πάρουν την ευλογία του.
Μετά τους μεγάλους αγώνες του κοιμήθηκε στις 17.4.1805. Ετάφη στη νότια πλευρά του προαυλίου του ναού των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, όπου βρίσκεται σήμερα ο τάφος του. Ανακομιδή των τιμίων λειψάνων του έγινε το 1808. Πλήθος θαυματουργικών ιάσεων αναφέρονται σε πιστούς πού ασπάζονται τα ιερά του λείψανα. Οι κάτοικοι της Χίου τον τιμούσαν όταν ζούσε ως άγιο, τιμή που διαδόθηκε σε όλη την Εκκλησία.
Ταις αυτού αγίαις πρεσβείαις ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν.