Κυριακή, 8 Απριλίου 2012

1070 - Ο Γιάννης Τσαρούχης, Πάσχα στο κελλί του Γέροντα Ιερόθεου


Είναι γνωστή η βαθιά έλξη που ασκούσε στον Τσαρούχη (1910-1989) το Άγιον Όρος, όπου - αν και άρρωστος σοβαρά - έφτανε ως απλός προσκυνητής τις παραμονές της Μεγαλοβδομάδας για να παρακολουθήσει τις ολονύχτιες ακολουθίες. 
Ανάσταση στο Πρωτάτο (1982). 
Ο Τσαρούχης στο στασίδι κρατώντας την λαμπάδα του.
Το μοναστικό τυπικό τον ενθουσίαζε. Οι αργόσυρτες βυζαντινές μελωδίες τον γοήτευαν.

Τα τελευταία χρόνια έμενε στο Ι. Κουτλουμουσιανό Κελλί Αγίου Νικολάου Χαλκιά του Γέροντα Ιερόθεου, προσκυνούσε στο Πρωτάτο, και εξομολογείτο πάντοτε.

Ο Μάνος Χατζιδάκις έγραψε: «Ο Τσαρούχης είναι χριστιανός, όχι γιατί πηγαίνει στην εκκλησία, αλλά γιατί ξέρει να στέκεται μέσα σ’ αυτήν, με την άνεση ενός παπά και με την αγιότητα ενός μικρού παιδιού». 

 
Πηγές:

1069 - Μεγάλη Εβδομάδα 1977 στην Ιερά Μονή Γρηγορίου


Μονή Γρηγορίου, Σάββατο του Λαζά­ρου 1977, απόγευμα. Πάστρα στο Μο­ναστήρι. Σκούπες, φασίνες, νερά, χέρια γρήγορα, προσεχτικά, ορεξάτα. Καθολι­κό, αυλές, τράπεζα, αρχονταρίκι, συνο­δικό, όλα λάμπουν. Και μυρτιές άφθο­νες.-Ευλογείτε!...-Ό Κύριος!...Καλή αγρυπνία!...Από απόψε και όλες τις μέρες, μέχρι την «κλητή και αγία ήμερα, τη μία των Σαββάτων», κάθε βράδυ αγρυπνία!


Η Εβδο­μάδα είναι μεγάλη από κάθε έποψη...Υπάρχει και Δεσπότης στο Μονα­στήρι. Ό Πισιδίας Ιεζεκιήλ, ό από Αυστραλίας, άνθρωπος της προσευχής και της αγάπης, καλογηρικός, ταπεινός, άξιόθεος. Συναγωνισμός ανάμεσα στα παλαιότερα γεροντάκια, ποιος να κρα­τήσει την ώα του μανδύα του. Υποχω­ρούν όλοι στον αγιασμένο γερο-Ήσύχιο. Σ' όλη την αγρυπνία ό ηλικιωμένος Επί­σκοπος στέκεται όρθιος στο Δεσποτικό, ήσυχος, πράος καί βλογημένος, Πανη­γυρική κωδωνοκρουσία σε τρεις στά­σεις. «Δόξα τη αγία καί Όμοουσίω καί Ζωοποιώ καί Άδιαιρέτω Τριάδι...». Αρχί­ζει ή Αγρυπνία. Αρχίζει ή μεγάλη πορεία της Μεγάλης Εβδομάδος. Ευφρόσυνα, χαρούμενα, πανηγυρικά. Αρχίζει καί ή εναγώνια ευθύνη καί αναμφισβήτητη εξουσία του Τυπικάρη, στον οποίο υπο­χρεούνται να υποτάσσονται, κάνοντας αδιάκριτη υπακοή, όλοι, από τους ψάλ­τες, κανονάρχους, διάκους, παπάδες, ηγούμενο, μέχρι και τον Αρχιερέα. Ό Τι­μόθεος θα τα καταφέρει περίφημα μέχρι τέλους. Είναι δήλιος κολυμβητής στις θάλασσες του μοναστηριακού τυπικού... Στo δεξιό χορό o καλλικέλαδος παπα-Παντελεήμων o Κάρτσωνας, το αηδονάκι της Αγίας Άννας. Στήν ενάτη έδωσε τον καλλίτερο εαυτό του. Ακούγοντας το «Θεός, Κύριος καί έπέφανεν ήμίν. Συστήσασθε έορτήν καί άγαλλόμενοι δεύτε μεγαλύνωμεν Χριστόν μετά βαΐων καί κλάδων...» δεν ξέρεις αν είσαι στη γη ή έχεις αρπαγή με τον Παύλο στον τρί­το ουρανό. Ευλογούνται τα βάγια καί μοιράζονται στους πατέρες. Όλοι θα τα κρατούν στο χέρι μέχρι τέλους της λει­τουργίας. Τα «νικητικά κατά των παθών σύμβολα», κατά τον μεγάλο Αγιορείτη Νικόδημο... Οί Εκκλησιαστικοί, μεγαλο­πρεπείς μέσα στους μαύρους μανδύες τους σκορπίζουν βάγια σ' όλο το ναό, στη λιτή, στον έξωνάρθηκα. «Εξέλθετε έθνη, εξέλθετε καί λαοί..». Ευωδιά δάφ­νης ελληνοπρεπούς στα πόδια του Εισερχομένου στην Αγία Πόλι επί πώ­λου όνου Βασιλέως των όλων... Γίνεται καί χειροτονία Διακόνου. Το καλογέρι των Καρτσωναίων, ό Χρυσόστομος. Στήν τράπεζα συνεχίζεται ή μυσταγω­γία. Καμπάνες, διβάμβουλα, κατζία, με τον ποτάμιο μανδύα του ό Άρχιερεύς, τον πορφυρούν καί περίχρυσον, με ανά­γνωση πατερική (ή ανάγνωση είναι ή με­γαλύτερη αυθεντία εν Άγίω Όρει: «Το είπε ή άνάγνωσις!...» έλεγαν οι παλαιοί, (πού θα πει: Roma locuta,causa finita), με Ύψωση της Παναγίας, με προσφώνη­ση του Ηγουμένου καί ομιλία του Δε­σπότη, Στό τέλος ό Γέροντας του νεοχειροτόνητου μοιράζει σ' όλους από ένα ρινόμακτρο αντί μπομπονιέρας. Παλαιό αγιορείτικο έθιμο, για νάχουν να σκουπί­ζουν οί πατέρες τα καρδιοστάλακτα δά­κρυα της κατανύξεως και τα γλυκερά καί παραμυθητικά του χαροποιού πένθους... Εν όψει των ήμερων του Πάθους ξεχω­ριστά χρήσιμο...


Ή Ακολουθία του Νυμφίου σεμνή, αργόσυρτη, προσεγμένη, χωρίς μελο­δραματικές εξάρσεις, χωρίς δυτικόφερτα μαύρα καί μενεξελιά χρώματα σε άμφια καί καλύμματα. Το κατά Θεόν πέν­θος, το χαροποιό, είναι διαφορετικό από το κοσμικό. Ούτε από κρέπια εξαρτάται, οϋτε από πλερέζες, οϋτε από χρώματα. Είναι υπόθεση καρδιάς, εσωτερική, μυ­στική. "Αλλωστε οί Μοναχοί μια φορά τα φόρεσαν τα μαύρα και δια βίου.
Πρωινή ακολουθία της Μεγάλης Δευτέρας.Ώρες καί ατέλειωτα ευαγγε­λικά αναγνώσματα. Το βράδυ πανηγυρι­κός εσπερινός, άνοιξαντάρια, λιτή, αρτοκλασία, ολονύκτια αγρυπνία! Κά­που μπερδεύομαι. Τη Μεγάλη Τρίτη πέ­φτει ή γιορτή του Ευαγγελισμού! Τάχει αυτά το αδιόρθωτο Ιουλιανό ημερολό­γιο. Φέτος (2007) τα πράγματα θάν'ακόμα πιο μπερδεμένα.Ό Ευαγγελι­σμός πέφτει το Μέγα Σάββατο. Στό "Αγιον Όρος δεν ισχύει ή ξεκάθαρη πρό­βλεψη του Τυπικού (περίπτωση ΚΓ', § 69) πού διακελεύεται πώς αν συμπέσει ή εορτή τη Μ. Παρασκευή ή Μ. Σάββατο μετατίθεται για το Πάσχα, αλλά γιορτά­ζεται... ανήμερα! Κουβάρι σωστό, όλο-μπέρδευτο, καί ώδε εστίν ή σοφία των τυπικάρηδων να το ξεμπερδέψουν, χω­ρίς ούτε το πενθηρόν της εις "Αδου Κα­θόδου να λυμανθή, αλλά οϋτε καί το χαρμόσυνο καί πανηγυρικό του κεφα­λαίου της σωτηρίας ημών να περιορισθή. Χαίρομαι κατάβαθα πού με το διορ­θωμένο ημερολόγιο δεν μας προκύ­πτουν τέτοιες συμπτώσεις. Καθημερινά οι περισσότερες ώρες περνούν μέσα στο ναό. Οι ακολουθίες είναι σχοινοτενείς, τα αλλεπάλληλα ευαγγελικά αναγνώσματα ατέλειωτα. Το σώμα κουρασμένο καί από την άλαδία καί μονοφαγία, καταπονείται, αλλά έρχεται ή παράκληση του Παρακλήτου καί ή γλυκύτατη κατάνυξη. Βιώνεται έντονα το «Πόσον την βιοτικήν άποθώμεθα μέρίμναν, ως τον Βασιλέατων όλων ύποδεξόμενοι...».

 

Τη Μεγάλη Πέμπτη ή Ακολουθία των Άχραντων Παθών έχει κάτι το μοναδι­κό. Τα λυρικότατα αντίφωνα ψάλλονται αργά, σεμνά, από νηστεμένα στόματα, καί ή ψυχή τα ρουφά σαν σφουγγάρι. Γλυκά δάκρυα έρχονται σ' όλους. Κά­ποτε ένας Εβραίος έμπορος Θεσσαλο­νικιός πού εξυπηρετούσε το Μοναστή­ρι, βρέθηκε τέτοιες μέρες εδώ. Ακού­γοντας τους ύμνους πού στηλίτευαν τα κατά του Χριστού ανδραγαθήματα των παλαιών εκείνων Εβραίων έπεσε κάτω ξερός, λιπόθυμος. Όταν τον συνέφε­ραν είδαν κι έπαθαν να του δώσουν να καταλάβη ότι οί ύμνοι δεν γράφτηκαν γι' αυτόν προσωπικά. Παλαιότερα στο Όρος δεν λιτανευόταν μετά το πέμπτο ευαγγέλιο της Ακολουθίας των Άχρα­ντων Παθών ό Εσταυρωμένος. Απλού­στατα ό εκκλησιαστικός έφερνε κι έβα­ζε στο προσκυνητάρι την ιερά εικόνα της Σταυρώσεως. Όπως καί δεν γινό­ταν, βέβαια, ή λεγομένη Άποκαθήλωσις (ούτε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο γί­νεται μέχρι σήμερα). Τώρα, άλλοι παπάδες ήρθανε κι άλλα χαρτιά βα­στούσανε...Ή Μεγάλη Παρασκευή δεν έχει τί­ποτε από το δραματικό στοιχείο καί τις φιοριτούρες πού παρεισέφρυσαν τα τε­λευταία χρόνια οτήν πραξη των ενοριών. Όλα λιτά, δωρικά, μοναχοπρεπή. Ένα απλό τραπέζι στο κέντρο του ναού, χω­ρίς κουβούκλιο, με τον υφασμάτινο επι­τάφιο (αέρα) καί το ιερό Ευαγγέλιο, την "δια χάρτου καί μέλανος» εικόνα του Χριστού καί λίγα άνθη, πού τα μαζέψαμε το πρωί από τη γειτονική ρεματιά, μο­ναχοί μαζί καί προσκυνητές, είναι όλος κι όλος ό Επιτάφιος.


Στό νου έρχεται ό ανεπανάληπτος, αριστουργηματικός στην απλότητα του βυζαντινός Επιτά­φιος του Καντακουζηνού (1354) της Μονής Βατοπεδίου... Ή ακολουθία είναι μακρύτερη. Κανένας δε βιάζεται. Υπνεί ή ζωή. Ό Βασιλεύς κεκοίμηται. Κάθε σκίρτημα γήινο, λοιπόν, καταστέλλεται. Μόνο ή καρδιά, γεμάτη χαρμολύπη, αγρυπνεί με αδιάλειπτη προσευχή, κα­θώς ό θείος Έρωτας της καθεύδει. Όταν οί δύο χοροί μαζί με κορυφαίους τον Δαμασκηνό, τον Υπάτιο καί τον παπα-Μελέτιο ψάλλουν το «Σέ τον αναβαλλόμενον το φως ώσπερ ίμάτιον», κι οί πέτρες ραγίζουν. Οί πατέρες δυσκο­λεύονται να κρύψουν τα συναισθήματα τους. Ή περιφορά του Επιταφίου γίνεται γύρω από το Καθολικό, με κηροδοσία, ψαλλομένου του «Τον ήλιον κρύψαντα τάς ιδίας ακτίνας...» Φέρεται πάνω στα άσκεπη κεφάλια τεσσάρων σεπτών ιερομόναχων με επικεφαλής τον ηγού­μενο, ό όποιος καί κρατά πάνω στο στήθος του με το δεξί του χέρι το ιερό Ευαγγέλιο. Κατά την επάνοδο στο ναό ό γερο-Δαμιανός ό οικονόμος, κατανενυγμένος σαν παιδί, αυτός ό ζόρικος, ό φωνακλάς Αρβανίτης, με δάκρυα στα μάτια, ραντίζει με ροδόσταμο τους πά­ντες, ευχόμενος «Καλή Ανάσταση»,Το Μέγα Σάββατο ή Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου, με όλα τα Παλαιοδιαθηκικά αναγνώσματα, το «Ανάστα ό Θεός» από τον σεβάσμιο Ηγούμενο Γε­ώργιο πού μας ραίνει με δάφνες, χαρμό­συνη κωδωνοκρουσία, ατμόσφαιρα χα­ρούμενη. 'Αλάδωτη τράπεζα κι ύστερα διαβάζονται εν τοις κελλίοις οι Πράξεις(συνεχίζεται)

Σεβαμιώτατου Μητροπολίτου πρ. Ν. Ζηλλανδίας κ. Ιωσήφ
Πειραϊκή Εκκλησία, 2007







1068 - Κυριακή των Βαΐων


 Γράφει ο Μοναχός Μωυσής, Αγιορείτης
στη ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, 8 Απριλίου 2012

Σήμερα η Εκκλησία μας μοιράζει βάια στους πιστούς της ως σύμβολα νίκης και υποδοχής. Ας φωνάξουμε όλοι μαζί «Ωσανά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου». Έρχεται ο ευλογημένος, ο ευεργέτης, ο ελεήμων.
Έρχεται, κατά τον άγιο Ευλόγιο Αλεξανδρείας, να απελευθερώσει τους δούλους, να ξοφλήσει τους χρεοφειλέτες, να σώσει τους άσωτους, να δώσει ελπίδα στους απελπισμένους, να δώσει στους αμαρτωλούς συγχώρεση και να τους οδηγήσει στη μετάνοια. Χθες ο Κύριος της ζωής ανάστησε τον φίλο του τετραήμερο Λάζαρο.
Τώρα έρχεται προς τον σταυρικό θάνατο και την τριήμερη εξανάσταση. Έρχεται ως φιλάνθρωπος και όχι ως δικαιοκρίτης, συγκαταβατικός και όχι τιμωρός.
Εισέρχεται στην Ιερουσαλήμ όλο ταπείνωση, πάνω σε ένα γαϊδουράκι. Δεν βαδίζει ως υπερόπτης βασιλιάς. Προχωρά, παρότι γνωρίζει τις εξελίξεις, ησύχια, άκακα, με κάθε πραότητα. Οι Ιουδαίοι κινούν τους κλάδους των βαΐων, τον αναφωνούν και τον υποδέχονται πρόσχαρα μαζί με τα άκακα παιδιά, που χαρούμενα στρώνουν τα ρούχα τους για να διαβεί ο Θεάνθρωπος Ιησούς. Οι γονείς των παιδιών επευφημούν, αλλά όχι τόσο υψηλόφωνα και εγκάρδια. Η Μ. Παρασκευή δεν είναι μακριά. Τα παιδιά δείχνουν πιο φρόνιμα, πιο σοφά, πιο καλά κατηχημένα. Ο Χριστός προσέλαβε πλήρως την ανθρώπινη φύση εκτός της αμαρτίας. Έτσι, πονά, διψά, συγκινείται και αναπαύεται κατά το ανθρώπινο.
Η είσοδός του επί πώλου όνου καθημένου δημιούργησε σεισμό στην πόλη. Πολλοί ρωτούσαν. Ποιος είναι αυτός; Μπορούμε κι εμείς να συμμετέχουμε στην πανήγυρη; Να συνοδεύσουμε τον Χριστό στο εκούσιο πάθος του, ώστε εξαγνισμένοι να φθάσουμε και στην αγία Ανάσταση; Ο Χριστός υποδεικνύει με τον τρόπο που εισέρχεται στην Ιερουσαλήμ μάθημα ταπεινώσεως. Δεν τον συνοδεύει στρατός με όπλα προς διασφάλιση της τάξεως και περιφρούρηση. Διδάσκει έτσι να μην καυχάται ανόητα ποτέ κανείς.
Ο Χριστός εισέρχεται στην αγία πόλη προς το εκούσιο πάθος του, να κτυπηθεί και να νικήσει τον θάνατο. Ακολουθούμε τον Χριστό για να συσταυρωθούμε και συναναστηθούμε. Απόρρητο, μυστικό και ανεξήγητο το μυστήριο. Ακολουθούμε το μαρτύριό του με κατάνυξη, σιωπή και περίσκεψη. Καλύτερα να κλαίμε για μας παρά για τον Χριστό. Είναι θριαμβευτική η είσοδος του Ιησού στα Ιεροσόλυμα. Ο Χριστός επιτρέπει την τιμή και τη λαμπρή υποδοχή. Μέσα στον θρίαμβο παραμένει σίγουρα πράος, ησύχιος, νηφάλιος και καθαρά ταπεινός. Το πρόσφατο θαύμα της αναστάσεως του φίλου Λαζάρου είχε αναθερμάνει την πίστη πολλών. Αυτοί ανήκαν στην πορεία και επευφημούσαν τον Κύριο. Το θαύμα της εγέρσεως του Λαζάρου είχε εγείρει τους πάντες.
Πηγή των πληροφοριών μας είναι το θείο και ιερό ευαγγέλιο, το οποίο όχι απλά μορφώνει, αλλά μεταμορφώνει τον αναγνώστη του. Τα γεγονότα δεν είναι κάποιες ωραίες αναμνήσεις αλλά μυστικά και ζωντανά εμπειρικά βιώματα. Εισέρχεται ο Θεός στην ιστορία και στη ζωή μας. Τα γεγονότα επαναλαμβάνονται εντός μας. Τα συμβάντα αυτά είναι ανεξίτηλα, δεν ξεθωριάζουν εύκολα, είναι ως παρόντα, επίκαιρα και δυνατά. Βιώνουμε συγκινητικά τα έργα της οικονομίας του φιλάνθρωπου Θεού.
Με θερμή πίστη, με καθαρή αίσθηση, με ταπεινό φρόνημα, με καλή διάθεση ας εισέλθουμε στην αγία Μεγάλη Εβδομάδα των παθών του απαθούς Κυρίου, που έπαθε για μας τους εμπαθείς. Η σιωπή είναι πιο καλή και λέει πολλά. Η πλούσια θεία χάρη ας μας εμπνέει, φωτίζει και χαριτώνει. Ας σταθμεύσουμε στην κορυφή του Γολγοθά, στη σκιά του σταυρού, να λάβουμε δύναμη από τον σταυρωθέντα για τη σωτηρία μας. Μέσα από τις τρύπες του σταυρού φαίνεται το φως της Αναστάσεως. Δεν παρακάμπτουμε τον τίμιο σταυρό. Πιστεύουμε σε σταυραναστηθέντα Χριστό.
Μακάρι σύντομα η μεγαλοβδομαδιάτικη λύπη να μετατραπεί σε χάρη και χαρά, ωφέλεια και ενδυνάμωση, ελευθερία και ειρήνη, δόξα και τιμή.


1067 - Η πανήγυρη του Ευαγγελισμού στην Ιερά Μονή Φιλοθέου


Θερμές ευχαριστίες στον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο που του έδωσε την ευλογία και την άδεια να τελέσει τη θεία λειτουργία για την χθεσινή πανήγυρη του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, με το παλαιό εορτολόγιο, στην Ιερά Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Φιλοθέου, εξέφρασε  στο κήρυγμά του, από το Περιβόλι της Παναγιάς, ο Μητροπολίτης Πειραιώς Σεραφείμ. 


Παρουσία πλήθους προσκυνητών ο Μητροπολίτης Σεραφείμ μίλησε με πολύ σεβασμό για τον Οικουμενικό Πατριάρχη και τη Μητέρα Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως ενώ, σύμφωνα με αγιορείτες και προσκυνητές, αίσθηση προκάλεσε η ομιλία του για την εορτή του Ευαγγελισμού.


Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά τη Θεία Λειτουργία ο Μητροπολίτης Πειραιώς μνημόνευσε «υπέρ του Αρχιεπισκόπου ημών Βαρθολομαίου», ενώ αρνήθηκε να ψάλλουν την φήμη του, κάτι που όπως παρατηρούσαν Αγιορείτες δεν έχει συμβεί ποτέ στο πρόσφατο παρελθόν.


Οι φωτογραφίες του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πειραιώς κ. Σεραφείμ είναι από την χθεσινή πανήγυρη στην Ι.Μ. Φιλοθέου, αποκλειστικά στις Αγιορείτικες μνήμες.

1066 - Πάσχα στο Άγιο Όρος

ΠΑΣΧΑ ΣΤΟ ΑΓΙΟ ΟΡΟΣ
Έχω πάει τη Μεγάλη Εβδομάδα στο Άγιο Όρος
Έχω κάνει Ανάσταση στο Άγιο Όρος
Δεν πήγα, θέλω να πάω
Δεν θέλω να πάω
Δεν μπορώ να πάω (γυναίκα)

Poll hosted at tadPoll.ws

1065 - Από τα «ωσαννά» στα «σταυρωθήτω»


Γράφει ο Μοναχός Μωυσής, Αγιορείτης
στη ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, 28 Μαρτίου 2010

Με αρκετά πρόσφατη την ανάσταση του Λαζάρου, μόλις χθες, με τη μνήμη των επί τριετία θαυμάτων του και ιλαρών κηρυγμάτων του, όλος ο κόσμος υποδέχεται στην είσοδο της πόλεως των Ιεροσολύμων, μετά βαΐων και κλάδων, τον καθήμενο επί πώλου όνου Χριστό, κραυγάζοντας συνεχώς τα "ωσαννά".

Πρόκειται για μια απρόσμενα και απροετοίμαστα θερμή υποδοχή από το ενθουσιασμένο πλήθος. Σαν να επιστρέφει ένας βασιλιάς από περιφανή νίκη σε πόλεμο. Η επιφυλαχθείσα θριαμβική υποδοχή προβληματίζει, ως και η σιωπηλή διάβαση του Ιησού. Το πέρασμά του από τους στενούς δρόμους της ανηφορικής Ιερουσαλήμ γίνεται δίχως στάσεις. Δεν φαίνεται καθόλου να επηρεάζεται από τις φωνές, τις ιαχές, τις ζητωκραυγές και τις επευφημίες. Δεν προκάλεσε τότε αλαλαγμούς, συλλαλητήρια, διαδηλώσεις και συγχαρητήριες εκδηλώσεις. Δεν μιλά, δεν χαιρετά, δεν χαμογελά ικανοποιημένα. Δεν έχει κάτι άλλο να πει. Τους τα είπε με σαφήνεια κι ευκρίνεια όλα. Δεν έχει τίποτε άλλο να προσθέσει. Δεν συμφωνεί με τις θορυβώδεις εκδηλώσεις του πλήθους. Ποτέ δεν θέλησε να δημιουργήσει φανατικούς οπαδούς, φωνασκούντες, χειροκροτητές, αλαλάζοντα όχλο. Δεν σταθμεύει στο προσωρινό πανηγύρι, στον επιπόλαιο δοξασμό, στο δυνατό χειροκρότημα.
Δεν αντιλαμβάνονται οι φωνασκούντες τη διδαχή της τωρινής σιωπής του, τη θέση του πάνω σ' ένα ονάριο, τη μη ανταπόκρισή του στις ιαχές των "ωσαννά". Γνωρίζει καλά ότι ο δρόμος αυτός θα καταλήξει στην κορυφή του Γολγοθά. Μόνο σε τέσσερις ημέρες τα δυνατά "ωσαννά" θα γίνουν δυνατότερα "σταυρωθήτω". Δεν κατάλαβαν το ήθος και το ύφος του, το βάθος της ταπεινώσεώς του, την ωραιότητα της σεμνότητός του. Εκείνοι δεν τον κατενόησαν. Εκείνος όμως τους κατανόησε βαθύτατα. Τους μίλησε με αγάπη, κατανόηση, συμπάθεια και σεβασμό, αλλά δεν τους φέρθηκε, ούτε για μια στιγμή, επιφυλακτικά, καχύποπτα, διπλωματικά, προκλητικά, δεσμευτικά, ανελεύθερα και αναληθή. Δεν χάιδεψε κανενός τ' αυτιά και μάλιστα των εξουσιαστών γραμματέων και φαρισαίων. Δεν πήγε με τα νερά τους, δεν τους έκανε τον καλό, τον κακόμοιρο, τον συγκαταβατικό, τον ψεύτικο φίλο, τον καιροσκόπο, τον διπρόσωπο, τον φιλόδωρο, τον φοβισμένο, τον δειλό, τον ανέτοιμο, τον υποσχόμενο λαγούς και πετραχήλια.
Γνωρίζει πολύ καλά πού πορεύεται. Δεν κάνει καμία κίνηση επιστροφής ή αποφυγής. Πηγαίνει ν' αγκαλιάσει τον σταυρό, να υψωθεί πάνω σε αυτόν, να μαρτυρήσει. Κατά ένα τροπάριο της ωραιότατης υμνολογίας μας. Ο Χριστός "γενόμενος άνθρωπος πάσχει ως θνητός και διά πάθους το θνητόν αφθαρσίας ενδύει ευπρέπειαν". Βλέπει πάνω από το γαϊδουράκι τόση οχλοβοή και συλλογίζεται, πώς αυτά τα ίδια χείλη σε λίγο θα πουν τα φοβερά "σταυρωθήτω"; Πόσο ευόλισθος, ευκολοπαρασυρόμενος, αχάριστος, αγνώμων, αμνήμων, ασεβής και κακός γίνεται ο άνθρωπος από τη μία ώρα στην άλλη;
Ο Χριστός παραμένει καταπληκτικά νηφάλιος, ειρηνικός, γαλήνιος και ατάραχος και στα "ωσαννά" και στα "σταυρωθήτω".  Όπως έλεγε ένας αρχαίος αββάς: Ν' ακούς με το ίδιο αυτό και τον έπαινο και την κατηγορία ... Ο Χριστός χαρίζει στους αληθινούς εραστές του την υπέρ πάνω νου ειρήνη. Στην παραζάλη των καιρών γίνεται προσπάθεια να ξεγυμνωθεί η Εκκλησία του Χριστού. Η Εκκλησία μπορεί να ζήσει γυμνή. Ο Χριστός γυμνός ήταν στον σταυρό και στη ζωή του μονοχίτων. Ο κόσμος δεν μπορεί να ζήσει γυμνός. Το να θέλει βίαια να ξεγυμνώσει την Εκκλησία, φανερώνει την εσωτερική του γύμνια. Ο Χριστός δεν θέλει ούτε "ωσαννά" ούτε "σταυρωθήτω" αλλά ειλικρινή σεμνότητα και σοβαρότητα.



1064 - Γέροντα, έχω ευλογία να σάς βγάλω μια φωτογραφία;


Επίσκεψη στον γέροντα Γαβριήλ, στο ιερό κελλί του Οσίου Χριστοδούλου.

- Γέροντα, έχω ευλογία να σάς βγάλω μια φωτογραφία;
- Έχεις οικογένεια;
- Ναι.
- Έχεις παιδιά;
- Ναι, ένα αγόρι.
- Άμα δεν τρώει να τού δείχνεις τη φωτογραφία.

Κι αυτά λέγοντας, έβαλε το σκούφο του και πήρε την αγιορειτική στάση φωτογράφισης, γνωστή εξάλλου και από τον Παπαδιαμάντη...



1063 - Ο Αλέξανδρος Α΄ Οβρένοβιτς στο Χιλιανδάρι, 1896


(απάντηση στην ανάρτηση 1011)

Την 21η Μαρτίου 1896, Μεγάλη Πέμπτη, σημειώθηκε στο Άγιο Όρος ένα αξιοσημείωτο γεγονός. Ο Βασιλιάς της Σερβίας Αλέξανδρος ο Α΄ (1876-1903), του οίκου των Οβρένοβιτς, με οθωμανική θαλαμηγό, η οποία του παρεσχέθη στη Θεσσαλονίκη, μετά από εντολή του Σουλτάνου, έφτασε στο Αγιο Όρος.
Αποβιβάστηκε στον αρσανά της Ι.Μ. Χιλιανδαρίου που βρίσκεται στο ΒΑ άκρο της χερσονήσου.
Ο λόγος της επίσκεψής του ήταν η εκπλήρωση θρησκευτικών καθηκόντων, στην πραγματικότητα όμως ήλθε για ν αναθερμάνει το αίσθημα των πατέρων της Μονής, οι οποίοι ήταν Βουλγαρικών φρονημάτων και να επανασυτήσει τις αρχαίες σχέσεις αυτών με τους Σέρβους ηγεμόνες, οι οποίοι είναι και οι κύριοι κτίτορες της Ι.Μ. Χιλιανδαρίου.
Για την υποδοχή του κατήλθαν από τις Καρυές οι ορισθέντες από την Ιερά Κοινότητα οκτώ αντιπρόσωποι Ιερών Μονών, οι Αλέξανδρος (Μεγίστης Λαύρας), Ιάσων (Βατοπεδίου), Δανιήλ (Ιβήρων), Ευλόγιος (Ξηροποτάμου), Ναθαναήλ (Ζωγράφου), Χαρίτων (Κουτλουμουσίου), Θεόφιλος (Σταυρονικήτα) και Γεράσιμος (Εσφιγμένου). Παρόντες ήταν επίσης και ο Πρωτοεπιστάτης Λαυριώτης Δωρόθεος με τον Αρχιγραμματέα της Ιεράς Κοινότητος Χριστόφορο Ιβηρίτη.


Τον Βασιλέα προσεφώνησαν πρώτος ο Καϊμακάμης στα γαλλικά και δεύτερος ο Πρωτοεπιστάτης στα Ελληνικά. Στη συνέχεια ο Αλέξανδρος ο Α΄ διήνυσε πεζός την απόσταση (50΄) από τον αρσανά μέχρι τη Μονή. Τον συνόδευαν υπουργοί και στρατιωτικοί, ο ακόλουθος του Σουλτάνου, ο γιατρός, ο διευθυντής της αστυνομίας του Βελιγραδίου, οι αντιπρόσωποι της Κοινότητας με τους Σερδαρέους και μερικούς χωροφύλακες του Καϊμακάμη.
Σε απόσταση 20΄ από τον αρσανά η ακολουθία του Βασιλιά σταμάτησε κι αυτός φωτογραφήθηκε να φυτεύει δύο κυπαρίσσια και δύο ελιές εκατέρωθεν του δρόμου, στο σημείο όπου «πατήρ κα υιός, βασιλεύς και διάδοχος, ο της Σερβίας Στέφανος Νεμάνια και ο όσιος Σάββας, συνέφαγον κατά γης ξηρόν άρτον».


Στο σημείο αυτό υπάρχει και η προ 650 ετών φυτευθείσα ελιά από τον Σέρβο Βασιλιά Στέφανο Δουσάν.
Δέκα λεπτά μετά από το σημείο αυτό προϋπάντησε τον Αλέξανδρο ο Επίκοπος της Σάμπατς Δημήτριος, ο οποίος είχε αφιχθεί πριν λίγες ημέρες από την Σερβία. Παρόντες ολόκληρο το Ιερατείο της Μονής και οι λοιποί Προϊστάμενοι.


Από το σημείο αυτό, όπου υπάρχει προσκυνητάριο προς ανάμνηση της ευρέσεως της εκ Σερβίας αφικούμενης αγίας Εικόνος της Τριχερούσας, μέχρι τη Μονή, ο Βασιλιάς ασκεπής και θυμιώμενος υπό των Ιεροδιακόνων, έφθασε στα προπύλαια της Μονής, όπου Αρχιμανδρίτης κρατώντας στα χέρια αργυρόν δίσκο με ψωμί και αλάτι, του το προσέφερε σύμφωνα με σλαβικό έθιμο και τον προσεφώνησε στα σερβικά.
Στην Ι.Μ. Χιλιανδαρίου παρέμεινε μέχρι τη Δευτέρα της Διακαινησίμου.
 




Οι μοναχοί δώρισαν στον Βασιλιά το πρωτότυπο ενός Ευαγγελίου του ΙΓ΄ αιώνα, γραμμένο σε περγαμηνή μήκους 0,415 μ. και πλάτους 0,285 μ., το οποίο ανήκε στον ηγεμόνα της Σερβίας Μιροσλάβο. Επίσης δώρισαν και το χρυσόβουλλο (1198) του αυτοκράτορα Αλεξίου Γ΄ του Κομνηνού, στο οποίο αναγράφονται όλες οι τοποθεσίες γύρω από τη Μονή Χιλιανδαρίου με ελληνικά ονόματα.


Ο Αλέξανδρος δεν κατόρθωσε να μεταβεί στην Ι.Μ. Βατοπεδίου, όπως ήθελε, επειδή στο λιμάνι ήταν αδύνατο να προσεγγίσει καράβι, λόγω των σφοδροτάτων ανέμων.

Τελικά πήγε στην Ι.Μ. Ρωσικού (Αγίου Παντελεήμονος), όπου τον ανέμεναν οι πατέρες και αξιωματικοί της ελληνικής θαλαμηγού "Σφακτηρία", η οποία είχε αποσταλεί από τον Βασιλέα των Ελλήνων Γεώργιο τον Α΄ για να τον παραλάβει από το Αγιο Όρος και να τον μεταφέρει στον Πειραιά. Μετά τις καθορισμένες διατυπώσεις στην Ι.Μ. Ρωσικού ανεχώρησε αυθημερόν στην Ελλάδα.   


ΒΑΣΙΛΙΚΟ ΔΩΡΟ ΚΑΙ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΩΝ ΣΕΡΒΩΝ ΣΤΟ ΧΙΛΙΑΝΔΑΡΙ

Την 27η Μαρτίου (9η Απριλίου) 1900, μεταφέρθηκε από το λιμάνι της Δάφνης στην Ιερά Μονή Χιλιανδαρίου το αποσταλέν από τον βασιλιά της Σερβίας Αλέξανδρο Α΄ λάβαρο, σε ανάμνηση της προσκυνηματικής του επίσκεψης το 1896 στο Σέρβικο μοναστήρι.


Το λάβαρο ήταν τοποθετημένο μέσα σε δύο κιβώτια και το συνόδευε ο Επίσκοπος της Σερβικής Επαρχίας Σάμπατς, Δημήτριος, ο οποίος είχε παραβρεθεί και στην επίσκεψη του βασιλέως στην Ιερά Μονή Χιλιανδαρίου.
Ο Δημήτριος προσεκόμισε και συστατήριο Πατριαρχική επιστολή, με αριθμό πρωτοκόλλου 549/8 Φεβρουαρίου 1900, η οποία περιείχε μεταξύ των άλλων και τα εξής:
«Η Α. Μεγαλειότης ο ευσεβέστατος βασιλεύς της Σερβίας Αλέξανδρος Α΄ ηυδόκησεν αφιερώσαι τη ιερά Μονή Χιλιανδαρίου λάβαρον, ως ανήγγειλεν ημίν ο σεβασμιώτατος Αρχιεπίσκοπος Βελιγραδίου και Μητροπολίτης Σερβίας κ. Ιννοκέντιος, εις ανάμνησιν της εν έτει 1896 προσκυνήσεως του ευαγούς τούτου Σκηνώματος. Η επίδοσις του αυλικού δώρου ανετέθη τω Επισκόπω της θεοσώστου εν Σερβία επαρχίας Σάμπατς κ. Δημητρίω, ος προσεχώς ελεύσεται και ότι έχει παρ' ημών την άδειαν του ιερουργείν κατά την αυτόθι διαμονήν αυτής και προτρέπομεν, όπως εκδηλώσητε την οικείαν τω ιερώ Τόπω χριστιανικήν φιλοξενίαν».
Να σημειώσουμε εδώ ότι την εποχή εκείνη την Ιερά Μονή Χιλιανδαρίου κατείχαν βουλγαροφρνούντες μοναχοί.
Ο Επίσκοπος Δημήτριος, δύο ημέρες μετά την άφιξή του στο Χιλιανδάρι, κάλεσε όλους τους Πατέρες της Μονής και τους ανακοίνωσε την εύνοια του βασιλιά της Σερβίας και τη δωρεά του λαβάρου, προς ανάμνηση της κατά το 1896 επισκέψεώς του.
Ανέπτυξε σ' αυτούς τις αδελφικές σχέσεις, οι οποίες συνδέουν όλους τους Σέρβους με τη Μονή της Μετανοίας τους και την υψηλή προστασία επ' αυτής του βασιλέως Αλεξάνδρου του Α΄ και τους έπεισε να υπογράψουν Πρακτικό, στο οποίο να φαίνεται ότι οι μεν Πατέρες της Μονής αποδέχονται την κοινοβίαση Σέρβων, αφού η Ιερά Μονή Χιλιανδαρίου ιδρύθηκε από Σέρβους ηγεμόνες και ανήκει σ' αυτούς, οι δε Σέρβοι ότι θα αναλάβουν την πληρωμή των χρεών αυτής που ανήρχοντο σε 5.000 οθωμανικές λίρες το εξωτερικό δάνειο και σε 5.000 το εσωτερικό.
Στις 3/16 Απριλίου αφίχθησαν στο μοναστήρι τρεις Σέρβοι Αρχιμανδρίτες με σκοπό να μονάσουν, κατατάχθηκαν αμέσως στη χορεία των Προϊσταμένων της Συνάξεως και παρέλαβαν τα δύο από τα τέσσερα τμήματα της σφραγίδας της Μονής. Κατέθεσαν δε 3.000 λίρες προς απόσβεση των χρεών, δηλώσαντες ότι σε μικρό χρονικό διάστημα θα καταβάλλουν και άλλα χρηματικά ποσά. Η δε σερβική Κυβέρνηση, η οποία από λίγων ετών χορηγούσε 300 οθωμανικές λίρες ετησίως, υποσχέθηκε να χορηγεί στο εξής 1.000.
Να σημειωθεί ότι και η βουλγαρική Κυβέρνηση πριν από λίγα χρόνια άρχισε να χορηγεί 500 ναπολεόνια ετησίως, αυταπατώμενη με χρυσές ελπίδες για το μοναστήρι.
Και να επανέλθουμε στο βασιλικό δώρο προς το μοναστήρι, το πολύτιμο λάβαρο, που ονομάζεται Horougva (Χορούγκβα), σήμερα βρίσκεται κρεμασμένο στη λιτή της Μονής.
Στις φωτογραφίες οι δύο όψεις του λαβάρου.


Περιγραφή του Λαβάρου από τον Γεράσιμο Σμυρνάκη (1902), ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ, σελ. 494-496

Προς ανάμνησιν της σεπτής αυτού επισκέψεως της Μονής η Α. Μεγαλειότης ο Αλέξανδρος εδωρήσατο αυτή Λάβαρον πολύτιμον αξίας 15.500 χρυσών φράγκων, αποσταλέν αυτή τη 27η Μαρτίου 1900 δια του Επισκόπου της εν Σερβία Επαρχίας Σάμπατς κ. Δημητρίου. Τούτο, αφ' ου αφηρέθησαν απ' αυτού οι υποστηρίζοντες εξάριθμοι κοντοί ή στυλίδες, ανηρτήθη επί του μέσου της υποθολίου δυτικής αψίδος του Καθολικού Ναού, καθελκόμενον δια τροχαλίας.
Το μνημονευθέν λάβαρον, όπερ παρά τοις Σέρβοις καλείται Χορούγκβα, εγένετο κατ' απομίμησιν της αυτοκρατορικής πορφυράς σημαίας της «εφ' υψηλού δόρατος χρυσώ κατημφιεσμένου» κατά τον Ευσέβιν τον Παμφύλου, Επίσκοπον Καισαρείας της Παλαιστίνης, εφ' ης ο Μέγας Κωνσταντίνος πρώτος αντικατέστησε τον αετόν δια του Σταυρού και του ιερού μονογράμματος του Ιησού Χριστού και ήτις εκλήθη Λάβαρον. Ερείδεται δ' επί δύο μεγάλων κοντών εκ ξύλου καρύας, μήκους 2,78 μ., κεχρυσωμένων μετά διαζωμάτων γεγλυμμένων κατά το μέσον. Επί των άνω άκρων των κοντών εισίν εντεθειμέναι στεφάναι χρυσαί μετά λαβών, εντός των οποίων διαφαίνονται τα βασιλικά μονογράμματα μετά διαφόρων σμιλευμάτων. Άνω των στεφανών υπάρχουσιν ανά δύο σφαιρώματα χρυσά γεγλυμμένα, ων τα κάτω είναι μείζονα. Κάτωθεν δε τούτων εντός των κοντών επεκτείνονται αι επίχρυσοι λαβαί αυτών, μήκους 0,30 μ. μετά δύο ωτίδων επιχρύσων. Επί δε των λαβών τούτων είναι προσηρμοσμένη επιμήκης επίχρυσος ράβδος μήκους 2,05 μ., εξ ης εξήρτηται το κυρίως Λάβαρον. Άλλοι τέσσαρες κοντοί ή στυλίδες, μήκους 1,53 μ., εγκαρσίως υποστηρίζουσι προς ορθοστασίαν τους δύο μεγάλους κοντούς, μεθ' ων συνδέονται δια κοχλιωδών επιχρύσων αγκίστρων. Άπαντες δ' οι κοντοί φέρουσιν επιχρύσους πτέρνας μεταλλικάς. Η ειρημένη επιμήκης ράβδος φέρει άνωθεν καθ' όλον το μήκος αυτής τόρευμα ή πλαίσιον επίχρυσον, άριστα εξειργασμένον, εν δε τω μέσω αυτής εξέχει πολύτιμος Σταυρός, ου τα κέρατα είναι εκ μίλτου.
Κάτωθεν της ράβδου εξήρτηται το Λάβαρον, αποτελούμενον εξ υφάσματος ολοσηρικού βυσσινόχρου, χήματος ορθογωνίου, απολήγοντος κάτωθεν εις τρεις τριγωνικάς ανίσους γλωχίνας, μήκους την μεν μέσην από της εξαρτήσεως 2,68 μ., τας δ' εκατέρωθεν 2,47 μ. το δε πλάτος αυτού είναι 1,58 μ. Επί των παρυφών του Λαβάρου είναι επερραμμένη χρυσή πλατεία σειρίς, επί δε του άνω μέρους αυτού υπάρχουσι πέντε αστέρες μεγάλοι χρυσοί, εκ δε των άκρων των γλωχίνων εξήρτηνται τρεις μεγάλοι χρυσοποίκιλτοι θύσσανοι, ενώ τας παρυφάς αυτών περικοσμούσι κροσσοί. Ομοίως εκ των επιχρύσων ωτίδων των λαβών των μεγάλων κοντών και εκατέρωθεν της επιμήκους χρυσής ράβδου εξήρτηνται δύο αορτήρες μήκους έκαστος 2,26 μ. μετά θυσάνων χρυσοποικίλτων.
Έχει δε το Λάβαρον δύο προσόψεις. Κατά δε το άκρον της εξαρτήσεως αυτού κατά μήκος της επιχρύσου ράβδου υπάρχουσιν εφ' εκατέρας των προσόψεων δύο πρόσθετα εκ του αυτού υφάσματος τμήματα μετά τριών γλωχίνων, μήκους 0,30 μ., εφ' ων είναι επερραμμένη χρυσή σειρίς μετά χρυσών κροσσών. Και επί μεν του προσθέτου τμήματος μεταξύ δύο χρυσών αστέρων υπάρχει χρυσοκέντητος σερβική επιγραφή: «Τη Σερβική Βασιλικη Λαύρα του Χιλιανδαρίου ο της Σερβίας Βασιλεύς Αλέξανδρος Α΄ επί τη αναμνήσει της ελεύσεως Αυτού 21-25 Μαρτίου 1896», κάτωθεν της οποίας είναι χρυσοκέντητον μικρόν στέμμα εντός χρυσού πλέγματος. Εκατέρωθεν δε τούτου επί των δύο άκρων γλωχίνων εντός κύκλων ο δικέφαλος αετός. Κάτωθεν δ' επί του κυρίως Λαβάρου είναι χρυσοποίκιλτον τρίγωνον, συμβολίζον την αγίαν Τριάδα, επί των γωνιών του οποίου υπάρχουσι τα εκ της Εξόδου (γ΄. 14) ειλημμένα γράμματα Ο, Ω, Ν. Κάτωθεν δε τούτων υπάρχει χρυσοποίκιλτον λαμπρόν μέγα στέμμα, φέρον επί των προεξοχών (κόψεων) αυτού σειράς μαργαριτών ίσων το μέγεθος προς ερέβινθον και μικρά λεπτοκάρυα, περί την βάσιν δε και άνωθεν αυτής δύο στεφάνους πεποικιλμένους δια πολυχρώμων πολυτίμων λίθων ίσων προς κύαμον, σμαράγδων και ρουβινίων. Κάτωθεν δε του στέμματος είναι ο βασίλειος θρόνος εκ μεταξοχνοώδους υφάσματος (βελούδου) υσγινοβαφούς (άλικου) μετά συνεπτυγμένων και επτυχωμένων παραπετασμάτων προεχόντων επί λευκού εδάφους. Εντός δε των παραπετασμάτων τούτων είναι δύο Αρχάγγελοι δορυφορούντες και κρατούντες το εκ δικεφάλου λευκού αετού διάσημον του σερβικού Έθνους. Εκατέρωθεν δε του παραπετάσματος του θρόνου επιφαίνονται προς μεν τα άνω άκρα αργυρού ξίφους και σκήπτρου βασιλικού χιαστί τεταγμένων, κάτωθεν δε αι χρυσαί λαβαί αυτών. Όλος ο θρόνος περιβάλλεται υπό χρυσοποικίλτου πλέγματος μετά κρίνων κυανολεύκων. Κατωτέρω δε επί των γλωχίνων είναι το βασιλικόν μονόγραμμα και άλλα ποικίλματα.
Επί δε του προσθέτου τμήματος της ετέρας προσόψεως υπάρχει επιγραφή χρυσοκέντητος μετά σερβικών γραμμάτων, ειλημμένη εκ των ψαλμών του Δαυΐδ (142ου και 25ου): «Κύριε εμνήσθην ημερών αρχαίων εμελέτησα εν πάσι τοις έργοις σου. Ηγάπησα ευπρέπειαν οίκου Σου». Κάτωθεν δ' επί της ετέρας ταύτης προσόψεως του κυρίως Λαβάρου υπάρχει τετράγωνον πλαίσιον, εντός του οποίου είναι μετά θαυμασίας λαμπρότητος ενυφασμένος εξ ευωνύμων μεν ο Άγιος Συμεών, φέρων μοναχικόν μανδύαν, ου τα άκρα εισι κεκομβωμένα πρόσθεν και έσωθεν του οποίου διαφαίνεται ο Ανάλαβος του Μοναχού ή τα Σχήματα, και επανωκαλυμμαύχιον επί της κεφαλής, εκ δεξιών δε ο Άγιος Σάββας ως Αρχιεπίσκοπος, φέρων βυζαντιακόν σάκκον πλήρη σταυρών και την λοιπήν αρχιερατικήν αμφίεσιν. Αμφότεροι δε κρατούσιν εν ταις χερσί τον Καθολικόν Ναόν της Μονής. Και ο μεν Άγιος Συμεών δια της δεξιάς ευλογεί, ο δε Άγιος Σάββας εν τη αριστερά φέρει Ευαγγέλιον. Εν τω μέσω δ' εκάστης των πλευρών του περιβάλλοντος αυτούς τετραγώνου πλαισίου και έξωθεν αυτού υπάρχουσιν εντός κύκλων επί βάσεων κυανοχρόων τέσσαρες βασιλείς ευεργέται της Μονής. Τούτων ο μεν Στέφανος Ουρώς ο Α΄ (1240-1272) εύρηται επί της άνω πλευράς, ο δε Λάζαρος ο Α΄ (1372-1389) επί της κάτω, αριστερόθεν δε ο Στέφανος Μιλουτίνος Ουρώς ο Β΄ (1281-1320) και δεξιόθεν ο Στέφανος Δουσάν Ουρώς ο Δ΄ (1331-1355) πάντες φέροντες βασιλικόν διάδημα και εν χερσί κρατούντες σκήπτρον.
Επί δε της μέσης γλωχίνος του Λαβάρου τοξοειδώς δια χρυσών γερμανικών γραμμάτων είναι γεγραμμένον και το όνομα των κατασκευαστών αυτού «Ερνέστος Κρίσσηλ και Σχβάϊγκερ. Βιέννη Κολμάρκτ 2 + 1899»   



Στον περιβάλλοντα χώρο της Ιεράς Μονής Χιλιανδαρίου υπάρχει μια κρήνη με Σταυρό και επιγραφή σε ανάμνηση της προσκυνηματικής επίσκεψης του σέρβου βασιλιά Aleksandar Obrenovic Α, τον Μάρτιο του 1896.


 Η επιγραφή αναφέρει:
Το μνημείο του Σέρβου βασιλιά Αλέξανδρου Α εγερμένο προς τιμή του ερχομού του εις την σερβική μονή Χιλανδαριού, στην οποία έμεινε από 21 έως 25 Μαρτίου το 1896. Αυτό το μνημείο μετά του περιβάλλοντος αμπελιού και υδραγωγού εγείρει με την άδεια της αδελφότητος χιλανδαρινής πολλώ κόπω ο αρχιμανδρίτης Βασίλειος Χιλανδαριώτης.