Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2012

991 - Ήταν τρελός ο τρελο-Κώστας;


Κωνσταντίνος μοναχός Καρεώτης,
ο διά Χριστόν σαλός (1898-μετά το 1969)
(Φωτογραφία: Paul Hubert, 1969)
Περισσότερες φωτογραφίες:

.......... Πρόκειται για την τελευταία είσοδο της Εικόνος και της Λιτανείας σε αντιπροσωπεία. Την υποδέχεται πολυμελής αντιπροσωπία από ιερομονάχους και διακόνους, ενδεδυμένους με τις χαρακτηριστικές απαστράπτουσες χρυσοΰφαντες στολές, Μοσχοβίτικης κι Άγιο Πετροπουλίτικης προελεύσεως και Τσαρικής ενδόξου εποχής, και από μοναχούς κατάξανθους, εμφανούς ρωσικής κατατομής και εμφανίσεως, πού έρχονται προς τούτο από την Ι. Μονή των, την του Αγίου Παντελεήμονος, και στο εσωτερικό του ναού του Κανακιού η δέησις και η όλη σχετική τελετή γίνεται στην σλαβονική λατρευτική γλώσσα, σε κλασσική τετραφωνία. Όλα εδώ αποτελούν μια ξεχωριστή νότα και τάξι, εντελώς διάφορη και ιδιόμορφη μέσα στο σύνολο της λιτανείας.
Τον πήρε τον μάτι μου ανάμεσα στο πλήθος, μόλις ανεβήκαμε τις αρκετές σκάλες του Κανακιού και μπήκαμε μέσα, ακουμπισμένο στην γωνιά του νάρθηκα, με τον σφιχτοδεμένο με λινόσχοινο στην μέση του παληόπαλτο, με ανάκατα τα σταχτόχροα γένια του, και εντελώς απρόθυμα τα περισσότερα μαλλιά του, ρερυπωμένα κι' αυτά, να υποταθούν κάτω από την καλογερική του σκούφια, μονίμως μπερδεμένα και κατακατσιασμένα, πρωτότυπα να προσπαθούν να πλαισιώνουν τον ρυτιδωμένο αλλά συμπαθέστατο πρόσωπό του.

Ξεθωριασμένα, χιλιοτσαγκρούνιστα, στραβοπάτητα και άδετα τα ταλαίπωρα παπούτσια του, πού ακάλτσωτος φορούσε, κι απορίας άξιο το πώς μπορούσαν ακόμα, χειμώνες καλοκαίρια τα ίδια, να τον υπακούνε και να συμβαδίζουν.
Είχε στραμμένο τον βλέμμα προς τα κάτω, και ενώ μουρμούριζε ποιός ξέρει τί, φαίνεται πώς είχε στραμμένη την προσοχή του στο ρωσσιστί και τετραφωνιστί αδόμενο μέλος, και κουνούσε ευρύθμως και διάπλατα τα χέρια του σαν μαέστρος σε σκαμνί, διευθύνων πολυμελή, πολυόργανο και πολυφωνική ορχήστρα. Όλοι τον ήξεραν όμως σαν «σαλλεμένο» και γι αυτό κανείς δεν έδινε προσοχή και σημασία.
Μυστήριο επτασφράγιστο τούτος ό άνθρωπος στην Καρυώτικη μικροκοινωνία. Και να, κι' εγώ δεν ξέρω για ποσοστή φορά, πάλι το ερώτημα ενώπιων μου: είναι; υπήρξε ποτέ τρελός, ή τον τρελό μας παριστάνει;
Όλοι στις Καρυές έτρεφαν αγάπη και συμπόνια για τον Κώστα, ενώ αυτός από κανέναν δεν την ζητούσε. Ξετρύπωνε κάπου, κάπου από τα λαβυρινθώδη ενδότερα κάθυγρα και βοριόπληκτα εγκαταλελειμμένα Σεραγιώτικα δώματα, προ πολλού χωρίς πορτοπαράθυρα, και τσαλαβουτώντας στις λάσπες και στα χιονόνερα πήγαινε στα Καρυώτικα σπίτια, και πλησίαζε την εξώπορτα όπου νόμιζε και έκρινε από όλα. Δεν την χτυπούσε. Περίμενε ολόρθος σιγοψιθυρίζοντας τα ακαταλαβίστικα του.
Το πόσο θα περίμενε, εξαρτιόταν από το πότε θα άνοιγαν οι νοικοκυραίοι Γεροντάδες, είτε επειδή κάποιος τον είχε αντιληφθή ή επειδή το επέβαλε ή περίπτωσης ή η ανάγκη οπότε τού έδιναν ένα κομμάτι ψωμί και ότι προσφάγια βρισκόταν στο «φανάρι». Τότε φυσιολογικώτατα και λογικότατα και με τέλεια άρθρωση έλεγε «ευχαριστώ», έκανε βαθειά υπόκλιση και έπαιρνε τον μονοπάτι της επιστροφής στο καταφύγιο του.
Στα «ευλογείτε» μας, τύχαιναν και φορές πού απαντούσε με το «ό Κύριος», όπως συνηθίζεται στο Όρος. Δεν μας έκανε όμως ποτέ την χάρι να σταματήσει και ν' ανταλλάξει μαζί μας λίγα λόγια. Εκείνη δέησης ή φήμη, την όποια αρκετοί με επιμονή και ζωηρότητα υπεστήριζαν, ότι ενδεχομένως να είναι «διά Χριστόν σαλός», ήταν πού όχι μόνο έκοβε κάθε διάθεση αστεϊσμού μας μαζί του, αλλά και μας γέμιζε με δέος, οσάκις περνούσε από δίπλα ή από ανάμεσα μας. Και γινόταν αυτό πολύ συχνά, αφού κοινή ήταν ή αυλή τούτο Σεραγιού και της Αθωνιάδος.
Δεν ήταν λίγες και οι φορές πού σκόπιμα παρεμβληθήκαμε στο διάβα του και κάναμε κινήσεις και διατυπώσαμε παρακλήσεις να μας κάνη την χάρι να πή κάτι. Εκείνος αθόρυβα και διακριτικά μας παρέκαμπτε, συνέχιζε να κινεί άτακτα τον ελεύθερο χέρι -με το άλλο συνήθως κρατούσε τον μπακράτσι- και να λέει «τα δικά του». Επιταχύνοντας μάλιστα κάπως τον βήμα χανόταν στου Σεραγιού τα δαιδαλώδη και ατέλειωτα ένδον, όπου κάπου αλανθάστως πάντως έβρισκε τον κατάλυμά του.
Στην Αθωνιάδα πάντοτε περίσσευε φαγητό και κάμποσοι του «τάγματος» αλλά και άλλοι άποροι έλυναν τον πρόβλημά τους. Είχαν δώσει «ευλογία» οι Έφοροι και ό Σχολάρχης. Από συμπόνια προτείναμε ό Κώστας, πού ήταν και γείτονάς μας, να μη κοπιάζει και υποφέρει, και δη τον χειμώνα, αναζητώντας τροφή μακριά μας, αφού μπορούσαμε να του προσφέρουμε εμείς. «Ματαιοπονείτε- -είπε ό Σχολάρχης-, Προηγήθησαν άλλοι σε καλή θέληση, αλλά απέτυχαν δεν δέχθηκε» και ό λόγος ήταν, μάλλον επειδή στην Άθωνιάδα... κρεωφαγούσαμε.
Δεν τον είδε ποτέ κανείς, στα φανερά του τουλάχιστον, να κρατάη βιβλίο, να διαβάζη κάτι- αλλά ούτε και θυμήθηκε κάποιος να απουσίασε από Κυριακή ή μεγαλογιορτή από το Πρωτάτο. Ένας τρελός, τελείως απομονωμένος και ασυντρόφευτος, χωρίς βιβλία και βοηθήματα, πώς μπορούσε να έχει ημερολογιακή γνώσι, εορτολογική συνείδησι και εκκλησιαστική συμμετοχή;
«Σπάζαμε» τα κεφάλια μας αλλά οι απορίες μας έμεναν αναπάντητες και μεγάλωναν ακόμα περισσότερο όταν τον διαπιστώναμε παρόντα και κατά τις εθνικές επετείους, όπως της 25ης Μαρτίου και της 28ης Οκτωβρίου, κατά τις εκδηλώσεις των όποιων και τις εκφωνήσεις λόγων, έδειχνε τόσο προσεκτικός και σύννους αλλά έβαζε και σε μεγίστη δοκιμασία την ψυχραιμία και την σοβαρότητά μας μόλις αρχίζαμε να ψέλνουμε τον Εθνικό Ύμνο. Γιατί κάθε φορά εισπηδούσε προς το κέντρο, και αυτοκλήτως και εμφανώς από όλους, μεταβαλλόταν μάλλον σε επιτυχημένο μαέστρο, αφού κουνούσε τόσο «εκφραστικά» τα χέρια και πρόδιδε γνώσι ρυθμού και μέτρου, φαινόμενο πού ενέβαλλε σε πρόσθετες απορίες...


Βαλθήκαμε με έναν συσπουδαστή μου να εξιχνιάσουμε επί το τελειότερο τα κατ' αυτόν. Επί ημέρες, όταν οι άλλοι έκαναν περίπατο, εμείς «κόβαμε βόλτες» εξωτερικώς και κάτω από τούς βορεινούς μαντρότοιχους τού Σεραγιού. Ακροποδητί ο δικός μας «περίπατος» και ή αναπνοή μας ακόμα προσεκτική, μη και από λάθος μας σκιαχτεί τον «ελάφι», όπως λένε οι καλοί κυνηγοί. Κάποιο σύρσιμο ακούσαμε, λουφάξαμε πίσω από θάμνο και διακρίναμε την μορφή του στο άνοιγμα ενός παραθύρου. Κάτι έλεγε, αλλά δεν ξεχωρίζαμε λέξεις, γιατί ήμασταν αρκετά μακριά. Συγκίνησις όμως μας κυρίεψε όταν τον είδαμε κατακάθαρα να κάνη τον Σταυρό του. Με την ίδια προσοχή απομακρυνθήκαμε από το παρατηρητήριο μας και επιστρέψαντες διηγηθήκαμε την επιτυχία μας στον Σχολάρχη.
Ήταν Σάββατο- κι' αφού δεν είχαμε διάβασμα για την άλλη μέρα, θελήσαμε να δώσουμε συνέχεια στο θέμα. Σύμφωνος και πρόθυμος σε τούτο και ό Σχολάρχης, αφού κι' εκείνον η ίδια περιέργεια τον «έτρωγε» εδώ και χρόνια, για το τί τέλος πάντων ήταν και ποιόν ρόλο έπαιζε ό Κώστας. Είχε ήδη σκοτεινιάσει και επομένως δεν χρειαζόταν και πολλή προσοχή να βρεθούμε άνυποψιάστως γι' αυτόν κάτω ακριβώς από το παράθυρό του. Και αν ακόμα ακούσει τίποτα θορύβους μας -σκεφθήκαμε- σίγουρα θα μας νομίσει για «θηρία του δρυμού» και επομένως ήσυχος και αμέριμνος θα μείνει.
Και ενώ προσπαθούσαμε να βολευθούμε και να καθίσουμε στων κισσών το φυλλόστρωμα, που άρχιζε να απλώνεται και να έρπει από πολύ πιο κάτω μας, να σκαρφαλώνει ύστερα τον μαντρότοιχο και πάνω ακόμα από το παράθυρο του Κώστα, κρεμώντας προς εμάς την πλούσια και ασυμμάζωχτη χαίτη του, έκοψε την αναπνοή μας και παρά λίγο και την καρδιά μας ή φωνή του Κώστα- σοβαρά και ευκρινέστατα άρχιζε τον εσπερινό του!...
Ακούγαμε, και δεν το πιστεύαμε, πώς κατακάθαρα απάγγελνε τον Προοιμιακό. Άρχιζε, κατά το Κυριακοδρόμιο, από εκείνο τον Σάββατο ό ήχος Γ, και μου πέρασε η ιδέα πώς αν πράγματι σε τρίτο ήχο θα έψελνε τον «Κύριε έκέκραξα» και εν συνεχεία τα αναστάσιμα στιχηρά, τότε θα έπρεπε να τρελαθώ στην πραγματικότητα εγώ. Και όμως, έτσι εξελίχθηκε ό εσπερινός και τα περαιτέρω του. Σε ήχο τρίτο άναυδοι ακούαμε, και μουσικώς αλάνθαστα τα κεκραγάρια, την στιχολογία, τα τροπάρια!... Άποτραβηχθήκαμε ανοιχτότερα για να δούμε προς τα επάνω καλλίτερα. Ούτε λάμπα, ούτε κερί αναμμένο. Και τον σκοτάδι ήδη πυκνό. Άρα όλα από μνήμης και από στήθους τα έλεγε. Αυτός, πού ποτέ και κανένας δεν τον είδε να πλησιάσει αναλόγιο και δεν τον άκουσε πουθενά να πει ούτε ένα «Κύριε έλέησον»:
«Τω σω σταυρώ Χριστέ Σωτήρ θανάτου κράτος λέλυται...» «Πεφώτιστε τά σύμπαντα τη αναστάσει σου Κύριε...», «Δοξάζω τον Πατρός και του Υιου την δύναμιν και Πνεύ­ματος Άγιου υμνώ την εξουσίαν...» όλα από στήθους και εμμελώς, ό ευλογημένος· και υστέρα σε αργότερο χρόνο άρχισε το Δογματικό Θεοτοκίο:
«Πώς μη θαυμάσωμεν τόν θεανδρικόν σου τόκον Πανσεβάσμιε».
Πρόσθετο δέος, αγάπη και σεβασμό αισθάνθηκα να εγκαθί­στανται στα βάθη της ψυχής μου για τον Κώστα, και συνειδητο­ποίησα ότι το περί αυτόν μυστήριο έπαιρνε πλέον και απόκοσμες διαστάσεις. Ένοιωσα όμως και ντροπή για τον εαυτό μου γιατί, και αν ακόμη το προσπαθούσα, ποτέ δεν θα κατόρθωνα να αποστηθίσω όλα τα αναστάσιμα εσπέρια.
Συνέχισε ό Κώστας το προκείμενο, είπε το «Καταξίωσον Κύ­ριε» και «μπήκε» και στα απόστιχα...
Όταν αποχωρούσαμε απ εκεί, ψαχουλευτά σχεδόν και τοίχο τοίχο, εκείνος έλεγε το «Νύν απολύεις τον δούλον σου»· και τώρα, παρά την απόστασι, ευάκουστα, γαλήνια και οιονεί αγγελικά ενηχούσε στα αυτιά μας, και γλυκυθυμία χάριζε στις ψυχές μας το αναστάσιμο απολυτίκιο: «Εφραινέσθω τα ουράνια αγαλλιάσθω τα επίγεια».


Ξένοιαστος ο Κώστας, -ο «τρελλός»- για το ότι εκείνη την ώρα κανείς δεν μπορούσε να είναι κάτω απ το ενδιαίτημά του, και στραμμένος προς τον ιστορικό Λάκκο του Αδειν και την Καψαλιώτικη ερημιά, άφηνε ελεύθερα να εκφράζεται η ψυχή του προς τον Σωτήρα Κύριο, και «εκ βαθέων» να δοξάζη και ανυμνή την ανάστασι και τα μεγαλεία Του.
Αναφέραμε λεπτομερώς τα καθέκαστα και ήταν και του Σχολάρχου μας ή εκπληξις μεγάλη. Του γνωστοποιήσαμε όμως συγ­χρόνως και τον σχεδιασμό μας, πώς σύντομα θα επιχειρούσαμε επέλασι και στην κέλλα του· ξέραμε τώρα ποιά απ τις πολλές εκα­τοντάδες είναι και που του Σεραγίου βρίσκεται, για να κατοπτεύ­σουμε τον προσωπικό του χώρο και συμπεράνουμε τις λεπτομέ­ρειες της ενδιαιτήσεώς του.
Βέβαιος εκείνος, για το ότι κλειδαριές οπωσδήποτε δεν θα μας εμπόδιζαν γιατί το δώμα του και ο ίδιος δεν τις χρειαζόταν, αλλά κι εμείς δεν αμφιβάλλαμε γι αυτό αφού απ το παράθυρο του -όπως παρατηρήσαμε- έλλειπαν τα τζαμλίκια και μόνο η «κάσα» στεκόταν στη θέσι της, έδωκε την συγκατάθεσι. Μόνο πού συνέστησε μεγάλη προσοχή ως προς την επιλογή της ώρας της «επιχειρήσεως». Έπρεπε να βεβαιωθούμε ότι ό Κώστας θα βρισκόταν στις Καρυές, ή πάντως να έλλειπε οπωσδήποτε- γιατί θα ήταν σφάλμα, ντροπή και αδιακρισία, να ταράξουμε την ησυχία του και να τον στενοχωρήσουμε, παρουσιαζόμενοι αγενώς, απροσκλήτως, απροειδοποιήτως καί ανεπιθυμήτως στο καταφύγιο και ενώπιόν του.
Ενημερώσαμε σχετικώς τον θυρωρό μας, κι εκείνος δέχθηκε πρόθυμος να κρατεί σκοπιά και «καραούλι» από την τζαμόπορτα κι από το παράθυρο του- και σε ένα από τα αμέσως επόμενα απομεσήμερα μας κάλεσε εν σπουδή για να μας διαβεβαίωση ότι δεν είχε πολύ ώρα πού ό Κώστας βγήκε από του Σεραγιού την κυρία είσοδο, έκαμε δυτικά και χάθηκε στην δασοπλαγιά.


Σίγουρα κατά την Καψάλα θα πήγαινε πρόσθεσε με ικανοποίηση. Οπότε εμείς ορμήσαμε στο αχανές εσωτερικό. Οι, καμιά εικοσαριά τότε, υπέργηροι ΡωσσοΣεραγιώτες έμεναν στα νοτιοδυτικά του κτιριακού συγκροτήματος, που ήσαν τα πιο υγιεινά και άντεχαν ακόμα. Ούτε μας πήραν είδηση όταν διασχίσαμε τις αυλές και χωθήκαμε στους όλως αντιθέτως κείμενους χώρους.
Μαυρίλες, κάπνες, σκόνες, αράχνες, στους τοίχους, στα περβάζια στις σκάλες των πολλών εκατοντάδων δωματίων. Εδώ και χρόνια, συμμάχησαν ακατοικεσία, εγκατάλειψης και στοιχεία της φύσεως, και βάλθηκαν άσπλαχνα να εξουθενώσουν την πάλαι ποτέ επιβλητικότητα, λαμπρότητα και ρωσική αυτοκρατορική σκοπιμότητα και αλαζονεία.
Κάποια στιγμή με προσεκτικό υπολογισμό προσδιορίσαμε ποιά έπρεπε να είναι ή κέλλα του Κώστα και με λογισμούς θριαμβευτικούς βαδίζαμε προς τα εκεί για να μπούμε μέσα. Ήταν ήδη Μάιος και παρά ταύτα το βορεινό και ή υγρασία της σαραβαλιασμένης κόρδας μας πιρούνιαζε τα κόκαλα. Η πόρτα του καταφυγίου του Κώστα μισάνοιχτη.
Ήμουν έτοιμος να πω τον αγιορείτικο σε τέτοιες περιπτώσεις, «ούτε σκυλί δεμένο δεν μένει εδώ τον Χειμώνα», όταν πατώντας στο κατώφλι και έσπρωχνα την μισόκλειστη πόρτα για ν' άνοιξη διάπλατα- αλλά εκείνη έδειξε πως κάτι δεν συμφωνούσε από πίσω. Την ώθησα δυνατότερα και ή συνέπεια ήταν να πέσω επάνω στον... Κώστα!... Ένα αμήχανο άαα... ξέφυγε από τα χείλη μου και ένοιωσα να λιώνω από εξουθενωτική καταισχύνη. Ίδια αισθάνθηκε και ό συσπουδαστής μου. Σκέφθηκα ότι έπρεπε να προσπέσουμε στα πόδια του και να του ζητήσουμε αμέσως συγγνώμη, αλλά για αρκετές στιγμές μέναμε άφωνοι και άγαλματωμένοι.
Ύστερα ακολούθησε το ακόμα πιο απροσδόκητα και αποκαλυπτικό για μας, πού είχε και την συνέπεια να μας αγάγη σε πλήρη αβουλία και αμηχανία:
- Τί με κοιτάτε έτσι; Γιατί δεν προσκυνάτε τις εικόνες;
Στραφήκαμε προς τον ανατολικό τοίχο του δωματίου και είδαμε τέσσαρες μεγάλες εικόνες με ολόσωμους και σε φυσικό ύψος τον Κύριο, την Θεοτόκο, τον Τίμιο Πρόδρομο και τον αρχάγγελο Γαβριήλ. Τα σταυροκοπήματά μας και οι προσκυνηματικές κινήσεις ήταν συνάμα ψυχικός ανασασμός, λυτρωτική διέξοδος, και της ασφυκτιούσης καρδιάς μας μερική έστω ανάταξης και ανακούφισης. Ύστερα πάλι βουβαμάρα εκ μέρους μας, πάλι δυσκολία στην αναπνοή και πολυσφυγμία στις αρτηρίες μας. Μη έχοντας λοιπόν τίποτα άλλο να κάνουμε και να πούμε, αρθρώσαμε με άκρα συστολή:
- Να μάς συγχωρέσης Κώστα ήταν απερισκεψία μας. Ευλογείτε.
- Στο καλό, ό Χριστός μαζί σας, πρόφερε. Και ενώ βουβοί απομακρυνόμασταν, είχαμε την αίσθηση ότι πολλά πράγματα βάραιναν επάνω μας, και τα ταβάνια ακόμα βλέπαμε με φοβία, μήπως έπεφταν να μάς πλακώσουν...
Αυτές οι εμπειρίες με έκαναν να τον σέβομαι και να τον ευλαβούμαι πολύ. Πολλές φορές σε άλλες ευκαιρίες και συναντήσεις καθ οδόν προσπάθησα να τον σταματήσω, να ανταλλάξουμε δύο λέξεις. Τίποτα. Επιτάχυνε σκόπιμα τον βηματισμό, λοξοδρομούσε και μ' απέφευγε, χειρονομώντας άτακτα και προφέροντας τα... «κινέζικά» του.

 
          του Επισκόπου Ροδοστόλου Χρυσοστόμου


990 - Ο Γερο Κωνσταντίνος, ο δια Χριστόν σαλός


Κωνσταντίνος μοναχός Καρεώτης,
ο διά Χριστόν σαλός (1898-μετά το 1969)
(Φωτογραφία: Chrysostomus Dahm, 1957)
Περισσότερες φωτογραφίες:


.......Ο άκακος και σιωπηλός δια Χριστόν σαλός Γερο-Κωνσταντίνος (Αγγελής) γεννήθηκε στο Καλέντσι της Δωδώνης, στην Ήπειρο, στις 10-2-1898. Τον πατέρα του τον έλεγαν Σταύρο και την μητέρα του Ανθούλα. Λεπτομέρειες από τα πρώτα χρόνια της μοναχικής ζωής του δεν γνωρίζουμε, αλλά αυτό που ξέρουμε είναι ότι είχε κάνει παλιά στην Ι. Μονή Διονυσίου ως αρχάριος. Χρόνια όμως, συνέχεια, τον έβλεπε κανείς να εμφανίζεται γύρω στις Καρυές και να μένη σ' ένα γκρεμισμένο Κελλί της Μονής Κουτλουμουσίου. (Παλιά ήταν το «Μονύδριο των Φιλαδέλφων» του Αγίου Γεωργίου).
Εκεί λοιπόν σε μία γωνία του γκρεμισμένου κτιρίου, που έπεφταν λιγότερα νερά από την στέγη και έμπαινε λιγότερο κρύο από τα σπασμένα παράθυρα και τις πόρτες, είχε κάτι κουρελιασμένες κουβέρτες και έμοιαζε σαν αετός στην φωλιά του.
Εξωτερικά ο Γερο - Κωνσταντίνος δεν φαινόταν τι είναι, διότι μόνο σκουφί και γένια είχε, που τον έδειχναν για Καλόγηρο. Πάντα τον σκέπαζε μια παλιά χλαίνη, με ένα σχοινί σφιχτά δεμένο στην μέση, και έδειχνε για κοσμικός. Εσωτερικά όμως ήταν ντυμένος με την Χάρη του Αγγελικού Σχήματος, η οποία ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του. Όποιος τον έβλεπε από μακριά τον Γέροντα, τον περνούσε για δυστυχισμένο φτωχό άνθρωπο ή τρελό, αλλά από κοντά, όταν έβλεπε κανείς το λαμπερό του πρόσωπο, καταλάβαινε ότι κάποιο μυστήριο κρύβεται σ' αυτόν τον ευλογημένο άνθρωπο και δεν τον θεωρούσε για τρελό, αλλά τρελούς θεωρούσε εκείνους που έλεγαν τρελό τον Γερο - Κωνσταντίνο.
Ο Γερο - Κώστας (έτσι τον έλεγαν), ενώ ζούσε στις συνθήκες που ανέφερα, με τελεία εγκατάλειψη του εαυτού του, και ενώ ούτε πλενόταν, εν τούτοις ήταν καθαρός, γιατί ζούσε σαν πετεινό του ουρανού.
Με ανθρώπους σπάνια μιλούσε, ενώ με τον Θεό πάντοτε δια της αδιάλειπτου προσευχής. Πολλές φορές ηρπάζετο ο νους του, και, όταν συνερχόταν, έκανε κάτι κινήσεις με το χέρι του, «για να θολώση τα νερά», χωρίς να πη τίποτα και έφευγε. Φυσικά, για τους κοσμικούς ανθρώπους αυτή η συμπεριφορά του ήταν παρεξηγήσιμη. Ακόμη και όταν τους έλεγε κανένα προφητικό, και αυτό τους φαινόταν για ανοησία.
Όταν καμιά φορά μιλούσαν οι γύρω του, και ο Γερο - Κωνσταντίνος δεν τους παρακολουθούσε, γιατί αυτός προσευχόταν, και ο νους του ήταν στον Θεό, πάλι για αφηρημένο τον νόμιζαν. Έπρεπε να τον ρωτάη κανείς πολλές φορές τον Γερο - Κωνσταντίνο και να επιμένη για να απαντήση, και πάλι θ' άκουγε δυό - τρία λόγια μουρμουριστά, αλλά προφητικά.
Ο Γερο Κωνσταντίνος είχε εσωτερική καθαρότητα, γι' αυτό έβλεπε καθαρά πολύ μακριά! Δυστυχώς όμως, μερικοί από εμάς τους ταλαίπωρους «τον άνθρωπο του Θεού» τον θεωρούσαμε για ταλαίπωρο άνθρωπο, επειδή έμενε μέσα στα χαλάσματα, ενώ εκείνος εκεί στα χαλάσματα έκτιζε συνέχεια την ψυχή του, η οποία ψυχή αξίζει περισσότερο απ' όλο τον κόσμο, καθώς μας είπε ο Χριστός.
Όπως ανέφερα, σε μια γωνιά στα χαλάσματα είχε την φωλιά του με τις κουρελιασμένες κουβέρτες και δίπλα του ένα Ψαλτήρι και ένα Ωρολόγιο της Εκκλησίας. Το δε νοικοκυριό του ήταν ένα τενεκάκι από κουτί κονσέρβας με ένα σύρμα για χερούλι! Αυτή ήταν όλη η περιουσία του!
Κάθε Σάββατο περνούσε συνήθως από δύο Κονάκια στις Καρυές, και οι Πατέρες του έβαζαν κάτι από τα περισσεύματα στο τενεκάκι του. Περνούσε πάντα σιωπηλά, χωρίς να ζητάη΄ είχε αρχοντιά. Εάν οι άλλοι ήταν απασχολημένοι, έφευγε χωρίς να πάρη τίποτα. Κάπου - κάπου περνούσε και από τα μπακάλικα και έπαιρνε μόνος του, σαν σπουργίτης, πέντε - έξι ελιές στο χέρι του και έφευγε. Οι μπακάληδες το θεωρούσαν αυτό ευλογία, γιατί τον αγαπούσαν τον Γερο - Κώστα. Εάν κανείς του έβαζε χρήματα στην τσέπη του κρυφά, τα άφηνε και αυτός κρυφά στα μπακάλικα και έφευγε.
Έτσι φρόνιμα ζούσε ο Γερο - Κώστας στο Περιβόλι της Παναγίας, σαν άκακο αρνάκι.
Δυστυχώς όμως, πριν από ένδεκα χρόνια, το 1969, επειδή έρχονταν πολλοί κοσμικοί, Ευρωπαίοι, και τον νόμιζαν για τρελό, έτσι όπως εμφανιζόταν στις Καρυές, οι Αρχές έστειλαν στο Τρελοκομείο τον άνθρωπο του Θεού! Εκεί στην κλινική, αφού τον εξέτασαν οι γιατροί, δεν του βρήκαν τίποτε. Τα μυαλά του ζύγιζαν τετρακόσια δράμια (μια οκά), αλλά εμείς οι σημερινοί άνθρωποι, oι εξωτερικοί, με την κατ' όψιν κρίση μας, τον αδικήσαμε και στην συνέχεια. Ενώ τον βρήκαν υγιέστατο, τον έστειλαν από το Τρελοκομείο στο Γηροκομείο. Εκεί, επειδή είχε βρεθή τελείως ξαφνικά σε κοσμικό περιβάλλον - στην Θεσσαλονίκη - έπιανε μία γωνία και έλεγε την ευχή, και από τα μάτια του κυλούσαν συνέχεια τα δάκρυα σαν χάνδρες.
Όταν έμαθα ότι ο Γερο - Κώστας πέρασε αυτή την ταλαιπωρία και βρίσκεται πια στο Γηροκομείο, είπα στην αδελφή που ήταν στην Γραμματεία να τον φροντίζη. Φυσικά, ήταν καλύτερα από το Τρελοκομείο στο Γηροκομείο, αλλά όσο και καλά να ήταν, για τον φιλήσυχο Μοναχό Γερο - Κωνσταντίνο το Περιβόλι της Παναγίας ήταν καλύτερο και απ' όλα τα παλάτια του κόσμου.
Απορούσε το καημένο Γεροντάκι και έλεγε στην αδελφή :
-Γιατί μ' έφεραν εδώ;
Εκεί λοιπόν πέρασε την επίλοιπη ζωή του ο «δια Χριστόν σαλός», ο οποίος ταλαιπωρήθηκε από εμάς τους κοσμικά έξυπνους.
Δεν έχει σημασία που κοιμήθηκε κι αν κοιμήθηκε στο Γηροκομείο ... και όχι στο Άγιον Όρος ο Γερο - Κώστας. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι θα ξύπνησε στον Παράδεισο, ο πολύ έξυπνος, ο «δια Χριστόν σαλός» Γερο - Κωνσταντίνος. Την ευχή του να έχουμε. Αμήν.

Απόσπασμα από το βιβλίο ΑΓΙΟΡΕΙΤΑΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΚΑΙ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΑ
Γέροντος Παισίου Αγιορείτου

989 - Aθανάσιος μοναχός Καρεώτης (1899-1988)


Aθανάσιος μοναχός Καρεώτης (1899-1988)
Περισσότερες φωτογραφίες:

Σχετικό:



988 - Γέροντας Παΐσιος: Μη βάζεις τα προγράμματά σου μπροστά από τα προγράμματα του Θεού


Ο Γρων Πασιος μς συνεβολευε ν ξετζουμε τος αυτος μας γι ν βλπουμε "πσων καρατων χριστιανο εμαστε".
 
φησα γι τ τλος δο συμβουλς, πο μο δωσε Γροντας, ταν τν πεσκφθηκα γι τν τελικ πιβεβαωση το Θεο, ς πρς τν εσοδ μου στν ερωσνη. ταν 1η Νοεμβρου 1986, πο κκλησα τιμ τν μνμη το σου Δαβδ το Γροντος.
Μσα στ γρ φθινοπωριν πγευμα κατβαινα μ λαχτρα π τς Καρυς πρς τ κελλ το Γροντος, τν Παναγοδα. Λγο πι κτω π τν μον Κουτλουμουσου, δο σκυλι γιναν "συνοδοιπροι" μου. Προπορεονταν στ μονοπτι, τ ποο δν γνριζα καλ. ταν μ δγησαν μπροστ στν ξπορτα τς αλς το κελλιο κα βγκε Γροντας γι ν μ ποδεχθ, τος επε μ νημα· "ντε, πηγανετε τρα". Κα κενοι, σν καλο "ποτακτικο", φυγαν μσως, φο εχαν κπληρσει τν ποστολ τους.
Ατ τν φορ μ δχθηκε Γροντας μσα στ κελλ, που ξυλσομπα καιγε. Μετ τ "κλασσικ" κρασμα, περσαμε στ κκλησκι το κελλιο. Το νφερα τν σκοπ τς πισκψες μου κα μετ τν νεπιφλακτη κα συγχρνως συγκλονιστικ γι μνα πντησ του "κα ββαια εναι θλημα Θεο", συζητσαμε γι διφορα θματα. κε, μεταξ τν λλων, μο δωσε τς παρακτω συμβουλς, τς ποες ναφρω λπζοντας, τι θ βοηθσουν τος δελφος μου, πως βοθησαν κι μνα.
πρτη συμβουλ του ταν· "μ βζης τ προγρμματ σου μπροστ π τ προγρμματα το Θεο". λγος του ατς πρξε λυτρωτικς γι μνα. Μ λευθρωσε π τ γχος κα τν γωνα. Μου δδαξε, ν προτσσω πντοτε τ θλημα το Χριστο στν ζω μου π τ δικ μου θλημα, ν ζητ π τν Χριστ ν προπορεεται καθημερινς στν ζω μου κα ν μ κατευθνει στ κθε τ. Κα εδα μσα π τν καθημεριν περα τσων χρνων, τι Χριστς ξρει κα μπορε ν κνει τ "κουμντο" κατ τν ριστο τρπο, ταν λεθερα, βαστα κα νεπιφλακτα τν γαπομε, τν μπιστευμαστε κα το τ ζητομε. Κι λοι καταλαβανουμε τν σημασα, πο χει ατ, διαιτρως γι τν διακονα το ποιμνος λογικν προβτων κα γι τος πιστος, πο το νεπιστεθη Χριστς.
δετερη συμβουλ του ταν· "Γι ,τι εσαι, ,τι χεις κα ,τι πιτυγχνεις ν εχαριστες τν Θε· εχαριστντας τν Θε, θ συνειδητοποις, τι δν εναι δικ σου κατορθματα, λλ εναι δρα του κα θ ταπειννεσαι". ντιλαμβνεται κανες χωρς πολλ σχλια τν σημασα τς ποθκης ατς το Γροντος, πο μ να πλ, λλ "τετργωνο", τρπο δηγε τν νθρωπο στν ατογνωσα κα τν σορροπα, μακρυ, π τ νοσηρ συμπλγματα μειονεξας κα περοψας, καθς κα π τν θανσιμο χθρ το νθρπου, τν περηφνεια. Τ λγια ατ το Γροντος μο θυμζουν πντα ατ πο γρφει π. Παλος· "Τ χεις οκ λαβες; Ε δ κα λαβες, τ καυχσαι ς μ λαβν;" (Α´ Κορ. 4,7).

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΙΣΙΟΣ ΤΗΝ  ΑΓΙΑ ΤΟΥ  ΕΥΧΗ ΝΑ ΕΧΟΥΜΕ !!
ΗΛΙΑΣ ΧΑΙΝΤΟΥΤΗΣ  28 ΜΑΡ 2012