Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2012

966 - Το 'Αγιον 'Ορος και η Επανάσταση του 1821 (9)

........Οι κινήσεις των ελληνικών και των τουρκικών δυνάμεων κατά τη διάρκεια της εξέγερσης στη Χαλκιδική και το Άγιον Όρος (1821)

965 - Το 'Αγιον 'Ορος και η Επανάσταση του 1821 (8)



ΑΓΙΟΡΕΙΤΕΣ ΠΡΟΔΡΟΜΟΙ ΤΟΥ Κ. ΚΑΝΑΡΗ

Δικαιωματικά βέβαια κατείχε ο Κανάρης τα εύσημά του και τη δόξα του για το κάψιμο της τουρκικής ναυαρχίδος, ώφειλε όμως να γνωρίζει ότι στα μπουρλότα και στα πυρπολικά δεν ήταν ο «πρώτος». Τον πρόλαβαν και προηγήθηκαν οι καπεταναίοι των αγιορειτικών νερών, που πήραν τα καΐκια των Μονών, τα μετέτρεψαν σε πυρπολικά και, πλησιάσαντες αθόρυβα, τα κόλλησαν στη βασιλική «Καπετάσια» και σε άλλα βρίκια του στόλου που ναυλοχούσε στον κόλπο της Αμμουλιανής και τα λαμπάδιασαν για καλά μαζί με τα πληρώματά τους, από τα οποία ελάχιστοι σώθηκαν και περιθάλφθηκαν για ευνόητους λόγους πάλι από τις Μονές. «...12 φελουκατζίδες εκ των βασιλικών καραβίων..., 30 ετέρους φελουκατζίδες εκ των βασιλικών καραβίων..., των καραβοκαέντων γεμιτζίδων (ναυτών) δια 22 ημέρας».
Τα πάνδεινα υπέμεινε τότε (1810) το Όρος, αφού ενοχοποιήθηκε από την Υψηλή Πύλη, και για δύο χρόνια σε βάρος του ετρέφοντο 500 εργάτες και 250 επιστατούντες τούρκοι ναυτικοί, που έκαναν προσπάθειες να ανασύρουν από το βυθό τα κανόνια των πλοίων, για να μη περιέλθουν στα χέρια των ελλήνων.
«Ποίοι ακριβώς ήσαν οι πρόδρομοι αυτοί του Κανάρη και του Βότση, το παράδειγμα των οποίων εφώτισε το έργον της επαναστάσεως, μοι είναι άγνωστον. Κατά την επανάστασιν ευρέθησαν οι συνεχισταί, οίτινες επυρπόλησαν δύο εισέτι πλοία εις τον αυτόν κόλπον του Αγίου Όρους, εν εις τα Καρτάλια της Σιθωνίας και εν (την ακτοφυλακίδα φρεγάταν) εις τον λιμενίσκον της Ι.Μ. Ξηροποτάμου παρά την Δάφνην. Επομένως το Τουρκικόν Ναυτικόν εστερήθη πέντε πλοίων κατά τας παραμονάς της επαναστάσεως» (Κωδ. Δ΄ Ι.Κ.., φ. 169α και Αλ. Λαυριώτου, μν. Έργ., σελ. 60-61).

ΕΠΙ ΜΕΡΟΥΣ ΔΡΑΣΕΙΣ

... Ως πολύ άτυχο χαρακτήριζαν οι Γεροντάδες τον πατέρα Χαρίτωνα από το Καρακαλληνό κελλί Άγιος Νικόλαος, ο οποίος, σ' ένα από τα πολλά δρομολόγια διακινήσεως και διανομής όπλων με τη βάρκα του, δεν μπόρεσε ν' αποφύγει, κατά την τελευταία στιγμή, το πήδημα μέσα σ' αυτήν δύο ενόπλων τούρκων, για να τους μεταφέρει, ήθελε δεν ήθελε, στον αρσανά της Λαύρας. Απρόοπτο του ήλθε. Δεν είχε καλοκρύψει το «φορτίο» και βρέθηκε σε δεινότητα θέσεως, όταν είδε πως οι τούρκοι κόλλησαν τα μάτια τους στον οπλισμό, και επομένως κατάλαβαν τι είδους «θελήματα» και μεταφορές έκανε κάθε τόσο...
Δεν ήταν μόνο η σκέψη του τι περίμενε τον ίδιο. Τον έκανε αλλόφρονα η αποκάλυψη πολλών μυστικών του αγώνος. Και ο ευλογημένος, αφού «το έλεγαν» βέβαια τα κότσια του, έδωκε μια σπρωξιά στον ένα, που άρχισε αμέσως να αμολάει μπουρμπουλήθρες από τα βαθιά νερά. Ο άλλος πάλι δεν πρόλαβε ν' αντιδράσει, γιατί του άνοιξε το κεφάλι με το τσεκούρι, που είχε πάντοτε στη βάρκα.
Μετάνοιωσε βέβαια και έκλαψε πολύ για τον πνιγμό και τον φόνο. Ιδιαίτερα αυστηρός δείχτηκε και ο πνευματικός του κατά την εξομολόγηση...

Τα στοιχεία είναι από το βιβλίο
του Επισκόπου Ροδοστόλου Χρυσοστόμου

964 - Το 'Αγιον 'Ορος και η Επανάσταση του 1821 (7)


Η ΕΚΡΗΞΗ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΚΑΙ Η ΔΡΑΣΗ ΣΤΟ ΑΓΙΟN ΟΡΟΣ
Μετά την έκρηξιν της ελληνικής επαναστάσεως ενεφανίσθη εν Aγίω Ορει ο εκ Σερρών μεγαλέμπορος και τραπεζίτης Εμμανουήλ Παπάς, αφικόμενος εκ Κωνσταντινουπόλεως, ότε κατά Μάιον του 1821 αι ιεραί μοναί είχον κοινωνήσει του υπ' αυτού γενομένου κινήματος προς εξέγερσιν της Χαλκιδικής. Μεταβάς δε εις τας μονάς Λαύρας και Ιβήρων, ένθα ην ο φίλος αυτού Νικηφόρος, μεθ' ου είχε συνεννοηθή πρότερον εν μυστικότητι, απεφάσισε να παραμείνη εν τη μονή του Εσφιγμένου, εν η θα συνήρχοντο όπως συσκεφθώσι περί των πρακτέων προς εξέγερσιν του αγίου Ορους.
Κατά τούτον τον χρόνον πολλά χωρία εν τοις πέριξ της Θεσσαλονίκης ηρημώθησαν, ως και η μονή της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολυτρίας, και τα εν Χαλκιδική μετόχια, οι δε οικονόμοι των μετοχίων του Aγίου Ορους και διάφοροι μοναχοί ταξιδιώται περί τους 80 πάντες φυλακισθέντες εν Θεσσαλονίκη εβασανίσθησαν και εθανατώθησαν. Προσέτι δε και εξ Αγίου Ορους απήχθησαν τη διαταγή του νέου εν Θεσσαλονίκη διοικητού Αβουλαβούτ πασσά 82 μοναχοί, εξ ων 16 μεν ήσαν εκ Λαύρας, οι δε λοιποί εκ των λοιπών μονών. Εν Aγίω Ορει ην τότε διοικητής ο Μουράτ Αγάς, όστις εβασάνιζεν επί διετίαν τους μοναχούς προς χρηματισμόν, αλλ' επειδή παρ' αυτοίς δεν εύρισκε να λάβη χρήματα, εξεποίει τους βόας, τους ημιόνους, τας αίγας, τα εκ χαλκού σκεύη αυτών και ει τι έτερον εύρισκενώστε το Ορος απεγυμνώθη τελείως εναπολειφθέντων μόνον των κτιρίων.
Εν Ιερισσώ πολλοί των χριστιανών εθανατώθησαν, ως και εν Παζαρούδα, εγγύς της λίμνης Βόλβης (Μπουγιούκ Μπεσίκ), ριφθέντες εν αυτή. Εν Θεσσαλονίκη δε εθανατώθη ο επίτροπος του μητροπολίτου Θεσσαλονίκης και επίσκοπος Κίτρους κυρ Μακάριος, ο άρχων Μπαλάνος, ο Μενεξές επίτροπος του ναού του "αγίου Μηνά" και πάντες οι πεφυλακισμένοι Αγιορείται, διασωθέντος μόνον του Χατζή Γερμανού εκ της του Σταυρονικήτα μονής, όστις ανεκοίνωσε πάντα τα βασανιστήρια, οίον αγχόνας, ραβδισμούς, κολαφισμούς, εμπαιγμούς και λοιπά, άτινα υπέστησαν οι εθνομάρτυρες ούτοι μοναχοί μετά πολλών προϊσταμένων των διαφόρων χωρίων. Τότε περί τας πεντακισχιλίας ψυχάς γυναικοπαίδων κατέφυγον εις τας τω Αγίω Ορει μονάς ως εις άσυλον, ένθα πολλοί τούτων απέθνησκον ένεκα επιδημικών νοσημάτων και της πείνης. Κατά τούτον δε τον χρόνον απεφασίσθη εν Θεσσαλονίκη ν' αποσταλώσιν εις το Αγιον Ορος στρατιώται προς κατοχήν, επειδή εν τη προ της μονής Ξηροποτάμου παραλία είχε πυρποληθή υπό των Υδραίων μία οθωμανική φρεγάττα. Διετάχθη λοιπόν προς τούτο ο Τσερίμπασης εκ του χωρίου Παζαρούδα παρά τον Στρόλογγον μετά 300 ανδρών ως και ο εν Καλαμαρία Σερδάρης μετά 300 ετέρων, όπως μεταβώσιν εις Aγιον Ορος.
Αφού δε ταύτα εγένοντο γνωστά εν Aγίω Ορει, συνήλθον οι εκ των μονών Λαύρας, Βατοπεδίου, Ιβήρων και Χιλιανδαρίου προϊστάμενοι εν τη του Εσφιγμένου μονή και εψήφισαν τον Εμμανουήλ Παπά αρχιστράτηγον της Μακεδονίας.
Ταυτοχρόνως δε οι εν τη κωμοπόλει του Πολυγύρου φονεύσαντες τους διοικητάς οθωμανούς επανέστησαν, καθώς και τα εν Λογγώ χωρία, ειδοποιήσαντες περί των πράξεων αυτών τους εν τη του Εσφιγμένου μονή, ένθα παρέμενε και ο Εμμανουήλ. Τότε δε απεφασίσθη ο μεν Εμμανουήλ να πορευθή ανά τα χωρία της Χαλκιδικής, ο δε Νικηφόρος διά θαλάσσης να μεταβή εις Κασσάνδραν. Μιμηταί του Εμμανουήλ εγένοντο και ο άγιος Μαρωνείας Κωνστάντιος, και ο ιατρός Ευάγγελος εξελθόντες μετά στρατιωτών, ο αρχιμανδρίτης Βατοπεδινός Θεόφιλος, ο Χιλιανδαρινός αρχιμανδρίτης Ησαϊας, ο εκ Κουτλουμουσίου αρχιμανδρίτης Γρηγόριος, ο Λαύρας Ναθαναήλ, ο καθηγούμενος Εσφιγμένου Ευθύμιος και φίλος επιστήθιος του Εμμανουήλ, ο Ξενοφωντινός Γεδεών, όστις ην Σπαθάριος, και πλείστοι έτεροι μοναχοί και λαϊκοί συνεξεστράτευσαν μετά του Εμμανουήλ Παππά. Φθάσαντες όμως εις το στενόν της Ρεντίνας (Ρεντίν μπογάζ), απέχον μίαν σχεδόν ώραν του Εσφιγμενιτικού μετοχίου "Στρολόγγου" και δύο ώρας του εν τω Στρυμονικώ κόλπω "Σταυρού", και εις τα χωρία Παζαρούδα (απέχον 3/4 του μετοχίου Εσφιγμένου οι άγιοι Ανάργυροι) και Εγριμπουτζάκι (απέχον αυτού δύο ώρας), διεσκορπίσθησαν πάντες υπό των οθωμανικών ιππικών στρατευμάτων, διασωθέντος μόνον του Εμμανουήλ και διεκπεραιωθέντος εις Κασσάνδραν, όθεν μετά του Νικηφόρου διηυθύνθησαν διά θαλάσσης εις Aγιον Ορος. Ενταύθα τότε απεφασίσθη μετά της ιεράς κοινότητος να κατασκευασθή εν Πρόβλακι ο χάνδαξ προς απόκρουσιν των Τούρκων, εάν ήθελον εισβάλη εις Aγιον Ορος. Λίαν δε χαρακτηριστική της αυταπαρνήσεως της ιεράς κοινότητος είνε η κάτωθι επιστολή σχετική προς τα ανωτέρω επιτελούμενα, αποτεινομένη προς τας εν Aγίω Ορει διαφόρους μονάς:
"Την υμετέραν Πανοσιότητα, άγιοι προεστώτες και επίτροποι της Μονής..., αδελφικώς εν Κυρίω ασπαζόμεθα. Επειδή ο μεν φιλόχριστος Μακεδονικός στρατός προβαίνει νικητής και τροπαιούχος κατά την χθεσινήν περιγραφήν και πληροφορίαν των εις Ιερισσόν Προεστώτων και εφόρων, αναχαιτίζεται δ' όμως η γενναία των ορμή και η κατάκτησις του Μπογαζίου (Ρεντίνης, το οποίον μας είναι συμφερώτατον και αναγκαιότατον εκ της ελλείψεως του μπαρουτίου, η δε έλλειψις αύτη δύναται ν' αναπληρωθή με μεγάλην ποσότητα. Πλην η άφυκτος ανάγκη θέλει οκάδες εκατόν, ως γράφουσιν οι ειρημένοι φιλαλήθεις και εις την σωτηρίαν μας πρόθυμοι αδελφοί. Δια τούτο απεφασίσθη παρά της ιεράς Συνάξεως επιμόνως να δώση απροφασίστως έκαστον Μοναστήριον εκ των υστερημάτων του από τρεις έως πέντε οκάδες, και ό,τι περισσότερον εν συνειδήσει και φόβω Θεού δύναται να δώση, ή δανεικόν, ή με εξαγοράν, επειδή εστάλησαν εις Υδραν αδελφοί διά αποκόμισιν των πολεμικών αναγκαίων. Εάν δε, ό μη γένοιτο, ηθέλετε αδιαφορήση, μέλλει ν' ακολουθήση ο μέγιστος κίνδυνος και έπειτα όψονται οι αδιαφορούντες. Ταύτα και μένομεν εν τάχει προσμένοντες την επιστολήν της. Αωκα (1821) Ιουνίου ιδ (14). Απαντες οι της ιεράς Συνάξεως της του Αγίου Ορους Κοινότητος Προϊστάμενοι".
Εν δε τη από 25ης Ιουνίου 1821 επιστολή αυτής προς τον Εμμανουήλ Παπάν, ικέτευεν αυτόν ένεκα των επαπειλούντων ερήμωσιν του τόπου δεινών "όπως αποκομίση (ο προς τον Παπάν αποσταλείς Στέριος) ιντάτι (επικουρίαν) εις τας βίγλας του Αγίου Ορους το από άντικρυ του Ολύμπου ελθόν και αριθμούμενον έως ανθρώπους πεντακοσίους με συμφωνίας λουφέδων. Διό και ημείς παρακαλούμεν, όσον τάχιστα να προφθάση αυτή η δύναμις διά να εξοστρακίσωμεν τη βοηθεία της κυρίας ημών Θεοτόκου τους εχθρούς μας βαρβάρους, όπου μας φοβερίζουν καθημερινώς με την αύξησίν των και μελετώσι τον τέλειον αφανισμόν και εξολόθρευσιν όλων των καλογήρων εκάστης τάξεως και πάντων των εν τω Ορει ευρισκομένων ορθοδόξων με θάνατον φρικωδέστατον...".
Ο δε αρχιμαδρίτης και ιατροδιδάσκαλος Διονύσιος Πύρρος ο Θετταλός, όστις παρήν εν Aγίω Ορει κατά την επανάστασιν του ελληνικού έθνους, ούτως αφηγείται τα εν αγίω Ορει: "Προ δύο μηνών είχε φθάση εις το Ορος ο άρχων των Σερρών κ. Εμμανουήλ Παπάς φέρων μαζύ και πλοίον φορτωμένον με πολεμοφόδια και χρήματα. Αυτός επαρακίνησε τους καλογήρους να σηκωθώσι και αυτοί να κτυπήσωσι τους Τούρκους και ούτω να λάβωσι την Θεσσαλονίκην οι καλόγηροι εκείνοι, δια να μη μείνωσι και αυτοί έξω του αγώνος και να καταφρονώνται ύστερον από τους κοσμικούς. Ηκουσαν την συμβουλήν του άρχοντος ότι φήμη του Υψηλάντου τότε έτρεχε παντού ως νικητού και τροπαιούχου. Οι Υδρεοπετζιώται παραπλέοντες τα νερά του Αθωνος ήλθον εις την αγίαν Λαύραν και λαβόντες τον πρώην Αρτης αρχιερέα, εβίασαν τους καλογήρους όσον τάχος να οπλισθώσι και να ευρεθώσιν έξω της Θεσσαλονίκηςκαι αυτοί πλέοντες θέλουσιν ευρεθή έξω της αυτής πόλεως, την οποίαν πολιορκήσαντες διά ξηράς και διά θαλάσσης θέλουσι την κυριεύση ευθύς οι Ελληνες και ήθελε γίνη τούτο εξ άπαντος, αν η ναυτική δύναμις δεν έφευγεν. Αυτοί μόλις είδον την Κασσάνδραν και αμέσως επέστρεψαν εις τας πατρίδας των. Οι καλόγηροι τότε εξήλθον έως 1.500 με τον καπετάνιον αυτών Ευθύμιον και προχωρούντες εκυρίευσαν όλα τα εκεί χωριά, διώξαντες εκείθεν τους Τούρκους ώστε μετά πέντε ή έξ ημέρας έφθασαν εις το πεδίον της Θεσσαλονίκης. Αυτού επολέμησαν γενναίως οι καλόγηροι πλην όντες οι Τούρκοι έως 10.000 μάλιστα και ιππείς πολλοί και πασάς αυτών, περικυκλώσαντες τους καλογήρους εις το πεδίον του Λαγγαζά τους ενίκησαν. Εκεί εθανατώθη και ο γενναίος καπετάν Ευθύμιος του Aγίου Oρους, αφού επολέμησε γενναίως. Οι καλόγηροι δε περιμένοντες να εμφανισθώσι τα πλοία εις την Θεσσαλονίκην, να έλθη και βοήθεια από τους Μαδεμοχωρίτας δεν είδον μηδέν, δια τούτο ορμήσαντες δια μέσου των Τούρκων, άλλοι μεν εμβήκαν εις την Κασσάνδραν καθώς και ο Εμμανουήλ Παπάς, οι λοιποί δε πολεμούντες μετά οκτώ ημέρας εμβήκαν εις το Aγιον Ορος ομοίως και οι Τούρκοι από κοντά, οι κοσμικοί δε αντί να πολεμώσιν, ελαφυραγώγουν τας οικίας των Τούρκωνπλην και αυτοί αφήσαντες τας ιδικάς των εμβήκαν έως 8.000 ψυχαί εις το Ορος, οι οποίοι και εις ολίγας ημέρας έφαγον όλας τας τροφάς των καλογήρων. Και πού ψωμί τότε και πού σίτος; Εγώ δε εις αυτήν την περίστασιν εφώναζον και εδίδασκον τους καλογήρους να εναντιωθώσιν εις τους Τούρκους, διότι ο πόλεμος χρειάζεται χρήματαϋπλην ποίοι με ήκουσαν εις αυτήν την βαβυλωνίαν; Τότε η Κοινότης του Aγίου Ορους με προστάζει να κάμω πυρίτιδα μόνον κατά την ερμηνείαν της φαρμακοποιϊας μου πλην πού νίτρον και πού θείον; Ηγωνιζόμεθα να κατασκευάσωμεν κανόνια ξύλινα με στεφάνια σιδηρά πλην και αυτό δεν επροφθάσαμεν. Τότε κοινή ψήφω των 20 Μοναστηρίων πέμπομαι από μέρους της Λαύρας ομού με άλλους τρεις πατέρας από Βατοπέδιον και Ιβήρων, ώστε απελθόντες εις Σκόπελον, Υδραν και Πέτσαν να στείλωμεν πλοία βοηθητικά εις το Ορος. Ελθόντες δε εις την Σκόπελον νήσον με συμβουλάς και απειλάς, εστείλαμεν τρία πλοία πολεμικά, άτινα πλησιάζοντα από το έν και άλλο μέρος του ισθμού ημπόδιζον τους Τούρκους δια να μη εμβαίνωσιν εις το Ορος καθώς έγινε διά τρεις μήνας, έως ου έφυγαν εκείθεν ή επροσκύνησαν οι Χριστιανοί".
Μετά το εν Aγίω Ορει συμβούλιον προς διώρυξιν του προς της Ιερισσού χάνδακος, παρέστη και ο καπετάν Ρήγας εις το Ορος μεθ' όλων των επιτρόπων (μουτεβελήδων), όστις μη συμφωνών εις τινας αποφάσεις ατυχώς μετά του Εμμανουήλ, επεβουλεύθη την ζωήν αυτού. Τότε εψηφίσθη ο Νικηφόρος διοικητής του Aγίου Ορους εν τη μονή του Κουτλουμουσίου, όπως μετά της συνάξεως και των επιστατών δικάζη και αποφασίζη, ο δε Εμμανουήλ ανεχώρησεν εις Κασσάνδραν. Ο Νικηφόρος επέβαλε φόρους τοις μοναχοίς, πολλούς δ' εφυλάκισεν ένεκα της ακαταστασίας αυτών. Επειδή δε τας δαπάνας οι προϊστάμενοι επέβαλλον αδιακρίτως εις τε πλουσίους και πένητας, καθώς και τας των πλοίων, άτινα εφύλαττον δια να ανοιχθή ο χάνδαξ, ο Νικηφόρος δυσηρεστήθη, διότι δεν εισηκούετο υπό των προϊσταμένων της συνάξεως, οίτινες εν τέλει απέβαλον αυτόν. Εν τω μεταξύ οι πατέρες των μονών Λαύρας, Ιβήρων, Παντοκράτορος, Εσφιγμένου και άλλων κατέφυγον μετά των θησαυρών αυτών εις Σκόπελον, Σκίαθον, Ψαρά, Υδραν, Πελοπόννησον και διάφορα μέρη της Δύσεως προς διάσωσιν. Κατά τούτον δε τον χρόνον ο Αβουλαβούτ πασσάς κατετρόπωσε τους καταφυγόντας εν Παλλήνη (Κασσάνδρα) άνδρας και αυτόν τον αρχηγόν Εμμανουήλ όστις ηναγκάσθη τότε να καταφύγη εις το Ορος τη 9η Δεκεμβρίου 1821, και είτα μετά του Νικηφόρου ανεχώρησεν εις Υδραν.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 24/3/1996

963 - Το 'Αγιον 'Ορος και η Επανάσταση του 1821 (6)


Το Άγιον Όρος υπό τον οθωμανικό ζυγό (1430-1912)


Στα χρόνια της οθωμανικής σκλαβιάς η μοναστική πολιτεία του Όρους αγωνίζεται να επιβιώσει κάτω από απερίγραπτες συνθήκες. Αντέχει στο νέο κατακτητή, δοκιμασμένη ήδη από πολλούς παλαιότερους κατακτητές.
Τα κύρια χαρακτηριστικά της αγιορειτικής ιστορίας της περιόδου αυτής είναι: οι πιέσεις των Οθωμανών, κύρια φορολογικές, τα εσωτερικά προβλήματα ζωής και διοίκησης των μοναστηριών, η πνευματική κίνηση του Όρους στον 18ο αιώνα, η συμμετοχή των Αγιορειτών στα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα του 19ου αιώνα και οι εθνικοί ανταγωνισμοί των ορθοδόξων χριστιανικών λαών μέσα στο Όρος, το β΄ μισό του 19ου αιώνα.
Για τα παραπάνω, που συνθέτουν τις κεντρικές γραμμές της ιστορίας του Αγίου Όρους στην τουρκοκρατία πολύ λίγα πράγματα γνωρίζουμε, γιατί όλα σχεδόν τα αρχεία των μοναστηριών του Όρους, που έχουν αυθεντικό ανεκτίμητο υλικό, είναι ακόμα ανεξερεύνητα. Η συνολική μελέτη τους θα επιτρέψει την πλήρη καταγραφή και ανάλυση της ιστορίας αυτής.
Για πρώτη φορά καταλήφθηκε το Όρος από τον Μουράτ Α΄ το 1381 και για δεύτερη φορά και οριστική το 1429/1430 από τον Μουράτ Β΄. Είναι αυτός, του οποίου η σύζυγος Μάρα ήταν χριστιανή, θυγατέρα του Σέρβου ηγεμόνα Γεωργίου Μπράνκοβιτς. Αυτή χάρισε στο μοναστήρι του Αγίου Παύλου στο Όρος τα τίμια δώρα των τριών μάγων στον γεννηθέντα Χριστό στην Βηθλεέμ της Ιουδαίας. Εν τούτοις της απαγορεύτηκε να παραβιάσει το άβατο.
Οι σχέσεις του Αγίου Όρους με τους Οθωμανούς κατακτητές δεν είναι τίποτα άλλο, παρά μία ατελείωτη καταγραφή διαφόρων οικονομικών καταπιέσεων με ιδιαίτερα επαχθείς φορολογίες. Το χαράτσι στην αρχή ήταν 130.000 άσπρα ετησίως, δηλαδή 2.166 γρόσια, ποσό τεράστιο για την εποχή εκείνη. Στην συνέχεια αυξήθηκε σε 200.000 άσπρα ετησίως, δηλαδή 3.300 γρόσια. Το 1808 το σύνολο της φορολογίας ήταν 35.108 γρόσια. Εδώ, βέβαια, δεν συμπεριλαμβάνονται οι έκτακτες εισφορές και οι δωροδοκίες, που ήταν πολύ πιο βαρύτερες από τις τακτικές καταβολές.
Σ' όλα αυτά πρέπει να προστεθεί και η πειρατεία και η επίσημη αρπαγή. Το μόνο αντάλλαγμα, που περιέσωσε την ιδιαιτερότητα και το αυτοδιοίκητο του Αγίου Όρους ήταν το αναπαλλοτρίωτο της μοναστηριακής περιουσίας και η υποχρέωση των μοναχών να τους κληρονομεί μετά θάνατο το μοναστήρι και όχι κοσμικός, χριστιανός ή μουσουλμάνος. Το ασύδοτο είχε καταργηθεί στην πράξη με την επαχθή φορολογία.
Η παραπάνω κατάσταση είχε σοβαρές συνέπειες στην εσωτερική ζωή και οργάνωση των μοναστηριών του Όρους. Αυτά σχεδόν ερημώθηκαν με αποτέλεσμα το κοινοβιακό σύστημα ζωής και διοίκησης να παραλύσει, όπως και ο θεσμός του Πρώτου στο Πρωτάτο Καρυών και να περιέλθει το ιδιόρρυθμο σύστημα. Είχε προηγηθεί βέβαια και η θεωρητική αφορμή του ιδιόρρυθμου με την έξαρση του ησυχασμού, που αποτελούσε χαλάρωση του συγκεντρωτισμού χάριν ελευθερώτερης επιδόσεως στην πνευματική τελείωση.
Έτσι, οι μοναχοί αναγκάζονται να οικονομήσουν τα κατ' αυτούς μόνοι των. Πλήθη μοναχών κατευθύνονται στις σκήτες και στα κελιά. Όσοι απέμειναν στα μοναστήρια απήτησαν μεταβολή του συστήματος λειτουργίας των από το κοινοβιακό στο ιδιόρρυθμο. Πρώτα έγιναν ιδιόρρυθμα τα μεγαλύτερα και πολυαριθμώτερα μοναστήρια Λαύρας και Βατοπεδίου, γιατί κάτω από την επαχθή φορολογία δεν έμενε τίποτα για στοιχειώδη έστω συντήρηση των μοναχών. Ο αριθμός των 20 κυριαρχικών μοναστηριών παρέμεινε σταθερός και σ' αυτά αποκλειστικά κατανέμονταν η αγιορειτική χερσόνησος.
Το ιδιόρρυθμο σύστημα αποδείχθηκε τότε πολύ θετικό, γιατί συντέλεσε στην ανάσχεση της καταπτώσεως. Μετά από λίγο το σύνολο των μοναχών ανερχόταν στο Όρος σε 6.000 περίπου. Στην ανόρθωση συντέλεσε και η εξεύρεση χρηματικών ελεημοσυνών από τους αγιορείτες. Στο κεφάλαιο αυτό η συμβολή του Οικουμενικού Πατριαρχείου, της Ρωσίας, της Ιβηρίας, της Βλαχίας και Μολδοβλαχίας, ήταν μεγάλη. Στις χώρες αυτές μετανάστευαν μοναχοί αγιορείτες για συλλογή εράνων με την περιφορά ιερών λειψάνων και εικόνων και τιμίου ξύλου και για την εγκατάσταση μετοχίων.
Η συμβολή των τελευταίων τόσο για το Όρος όσο και για γενικώτερες υποθέσεις ήταν ανεκτίμητη, πλην ακόμα άγνωστη μέχρι σήμερα. Πολλές φορές για να λύσουν τα δυσβάστακτα οικονομικά προβλήματα, οι αγιορείτες έκαμναν δάνεια από τους Εβραίους, στους οποίους παρέδιδαν τιμαλφή και κειμήλια ως ενέχυρα μέχρι την εξόφληση των χρεών τους ή παρέδιδαν την διαχείριση της περιουσίας σ' άλλους φορείς π.χ. στην συντεχνία των γουναράδων. Μ' αυτούς τους τρόπους και άλλους πολλούς μπόρεσαν να ελαφρύνουν τον επαχθή φορολογικό ζυγό του αλλόθρησκου κατακτητή.
Ήταν επόμενο, λοιπόν, ότι και ο τρόπος διοικήσεως θα άλλαζε. Στα μοναστήρια οι ηγούμενοι αντικαταστάθηκαν από επιτρόπους, στο δε Πρωτάτο ο Πρώτος από 4 επιστάτες, πλαισιουμένους από μόνιμη ιερά σύναξη ή κοινότητα. Η τελευταία αποτελέσθηκε από 20 εκπροσώπους, ένα δηλαδή από κάθε μοναστήρι. Έτσι αποκρυσταλλώνεται και ισχύει περίπου μέχρι σήμερα το καθεστώς διοικήσεως του Αγίου Όρους, με βάση τα Τυπικά του 1781, 1783 και 1810.
Μία άλλη ανεκτίμητη ιστορική σελίδα του Αγίου Όρους στην τουρκοκρατία είναι η συμμετοχή των αγιορειτών στην ελληνική επανάσταση του 1821, όπως και σε άλλα επαναστατικά κινήματα στην χερσόνησο του Αίμου. Γενικά η συμβολή του Όρους στους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες των ορθοδόξων λαών στην χερσόνησο του Αίμου είναι πολύ αξιόλογη, συγχρόνως δε και ανεξερεύνητη. Περισσότερα γνωρίζουμε για την συμμετοχή των αγιορειτών στην ελληνική επανάσταση, στην Μακεδονία, υπό αρχιστράτηγο τον Εμμανουήλ Παπά.
Το κίνημα απέτυχε και το Όρος για 9 χρόνια (1821-1829) υπέστη τα πάνδεινα, αφού οι Τούρκοι κατάργησαν το αυτοδιοίκητό του με το να εγκαταστήσουν φρουρούς σε κάθε μοναστήρι. Αλλά και στο σημείο αυτό οι γνώσεις μας είναι πολύ περιορισμένες, αφού τα σχετικά αρχεία των μοναστηριών βρίσκονται ακόμα στο στάδιο της ταξινόμησής τους και τώρα μόλις αρχίζει συστηματικότερη προσπάθεια αξιοποίησής τους.
Η δημιουργηθείσα κατάσταση στο Όρος μετά το αποτυχόν κίνημα του Εμμανουήλ Παπά περιγράφεται ως εξής:
«Η γενική κατάσταση του Αγίου Όρους στις αρχές του 19ου αιώνος ευρισκόταν σε συνεχή ανοδική πορεία. Το τεράστιο χρέος ήταν υπό έλεγχο, οι κτιριακές εγκαταστάσεις είχαν ανοικοδομηθεί, τα μοναστήρια είχαν ανασυγκροτηθεί, το κοινόβιο είχε επαναφερθεί σε πολλά από αυτά, τυπογραφείο λειτουργούσε, θεολογικές συζητήσεις έντονες πραγματοποιούνταν. Όλα αυτά εξαφανίστηκαν σ' ένα μήνα κατόπιν καταπνίξεως του κινήματος του ηρωϊκού Εμμανουήλ Παπά και της εισβολής ισχυρής τουρκικής δυνάμεως στις αρχές του 1822.
Οι ενέργειες αυτές της δυνάμεως είχαν ολεθριώτερες συνέπειες για το Όρος από όσο είχαν γι' αυτό η επιδρομή των Καταλανών και η πτώση του Βυζαντίου. Η τουρκική διοίκηση επέβαλε πρόστιμο 3.300 πουγγιά, δηλαδή 1.650.000 γρόσια, εδιπλασίασε το χαράτσι επί 3.000 μοναχών. Οι Τούρκοι στρατιώτες, 3.000 στον αριθμό, που ετρέφοντο από τα μοναστήρια, προέβησαν σε ανήκουστες βαρβαρότητες.
Εφόνευσαν μοναχούς και γυναικόπαιδα που είχαν καταφύγει εκεί, κατέστρεψαν το τυπογραφείο, εσύλησαν όσους θησαυρούς ευρήκαν, χρησιμοποίησαν χειρόγραφα σε φυσίγγια ή φωτιά. Οι περισσότεροι μοναχοί διασκορπίστηκαν και άρχισαν να επανέρχονται αραιά από το 1826.
Με την πρώτη επιστροφή ο συνολικός αριθμός ανήλθε σε 590 και το 1846 ήσαν 1.557. Αργότερα όμως η τουρκική καταπίεση μειώθηκε, διότι μετά την ελληνική επανάσταση η Τουρκία περιήλθε σε θέση δυνάμεως δευτέρας τάξεως».
Τέλος, ένα άλλο κεφάλαιο του ιστορικού βίου του Αγίου Όρους είναι ότι αυτό έγινε επίκεντρο εθνικού ανταγωνισμού μεταξύ των ορθοδόξων λαών της χερσονήσου του Αίμου και της Ρωσίας, το β΄ μισό του 19ου αιώνος. Βέβαια, ευθύς μετά την τουρκική κατοχή του Όρους και λόγω της ερημώσεώς του για τους λόγους που αναφέραμε, όλοι σχεδόν οι μη Έλληνες αγιορείτες εγκατέλειψαν το Όρος και πήγαν στις πατρίδες τους, όπως Σέρβοι, Βούλγαροι, Ρουμάνοι, Ρώσοι κ.ά.
Οι Ελληνορθόδοξοι μοναχοί ήταν εκείνοι που βάσταξαν το βάρος της σκλαβιάς 400 περίπου χρόνων και περιέσωσαν τον θεσμό της μοναστικής αθωνικής πολιτείας.
Όλοι οι άλλοι κάμνουν εμφανέστερη και δυναμική την παρουσία τους και πάλι τον 19ο αιώνα, σαν αποτέλεσμα του νέου αφυπνιστικού εθνικού κινήματος στα Βαλκάνια με την συμπαράσταση της Ρωσίας. Η τελευταία σαν μία από τις Μεγάλες Δυνάμεις τότε, βλέπει το Άγιον Όρος σαν πεδίο όχι μόνο θρησκευτικής αναγεννήσεως αλλά και μείζονος ρωσικής επιρροής στα Βαλκάνια και κύρια προς τις θαλάσσιες προσβάσεις του Αιγαίου.
Για το τελευταίο αυτό οι εθνικοί ανταγωνισμοί του 19ου αιώνα μεταφέρθηκαν έντονοι στο Όρος. Αποτέλεσμά των ήταν πρώτα η κατάληψη της μονής Αγίου Παντελεήμονος από τους Ρώσους, η δημιουργία πλήθους σκητών και κελιών, πολυτελέστατης κατασκευής, όπως και η εγκατάσταση 5.000 περίπου Ρώσων μοναχών στο Όρος έναντι 4.000 Ελλήνων. Οι Βούλγαροι διατήρησαν την μονή Ζωγράφου και απέκτησα μία άλλη κοινοβιακή σκήτη. Οι Σέρβοι πήραν πάλι από τους Βούλγαρους την μονή Χιλανδαρίου, ενώ οι Ρουμάνοι απέκτησαν μία κοινοβιακή και μία ιδιόρρυθμη σκήτη.

962 - Το 'Αγιον 'Ορος και η Επανάσταση του 1821 (5)


Τα καΐκια των Μονών μετέφεραν τα κανόνια
Τα καΐκια των αγιορειτικών μονών μετέφεραν τα κανόνια για τον Αγώνα, όπως μαρτυράει το παρακάτω ιεροκοινοτικό έγγραφο της 18 Ιουνίου 1821, που υπογράφουν οι Αντιπρόσωποι και Προϊστάμενοι των 20 αθωνικών μονών και απευθύνεται στους Επίτροπους της μονής της Μεγίστης Λαύρας.
«Εκ του προς ημάς γράμματος του πανευγεστάτου άρχοντος κ. Εμμανουήλ Παπά πληροφορούμενοι την αναγκαίαν και άφευκτον μετακόμισιν των τοπίων εις το Μολυβόπυργον κατά τον Πολύγυρον, παρακαλούμεν να μετακομισθώσιν αυτά από της των Ιβήρων και να βαλθώσι μέσα εις το καΐκι του ιερού υμών Μοναστηρίου, το οποίον θέλει πορευθεί εις Κασσάνδραν, καθώς επληροφορήθημεν, δια να τα ευγάλη εκείσε εις τον Μολυβόπυργον κατά τον Πολύγυρον, και ανίσως τα κανόνια μέχρι τούδε δεν εφέρθησαν αυτού, αμέσως ήδη εγράψαμεν εις την Ιεράν Μονήν την Ιβήρων δια να φέρωσιν εις το ιερόν υμών Μοναστήριον. Λοιπόν παρακαλούμεν να τα δεχθήτε και να κάμετε κατά το γράμμα της πανευγενείας του, προς τον οποίον ιδίως γράφομεν περί της αποστολής των κανονίων. Και λοιπόν κατά την επιγραφήν την προς ευγένειάν του θέλετε τα στείλη, τα κανόνια, ομού και το ραβάσιον. Και αυτά μεν επί του παρόντος, τα δε έτη υμών είησαν ότι πλείστα και πανευφρόσυνα».


 Στην «Περιήγηση Ιστορική» (1848) ο Διονύσιος Πύρρος ο Θετταλός, που βρισκόταν το 1821 στο Όρος, αναφέρει ότι η Ιερά Κοινότητα τον πρόσταξε να φτιάξει πυρίτιδα. Έχει πολύ ενδιαφέρον η σχετική αναφορά του.
«Τότε η Κοινότης του Αγίου Όρους με προστάζει να κάμωμεν πυρίτιδα κόνιν, κατά την ερμηνείαν της φαρμακοποιΐας μου, πλην του νίτρου και του θείου ηγωνιζόμεθα να κατασκευάσωμεν κανόνια ξύλινα, με στεφάνια σιδηρά, πλην και αυτό δεν επροφθάσαμεν, τότε κοινή ψήφω των μοναστηρίων, πέμπομαι από μέρους της Λαύρας, ομού με άλλους τρεις πατέρας, από το Βατοπέδιον και Ιβήρων, ώστε απελθόντες εις Σκόπελον, Ύδραν και Πέτσαν, να στείλωμεν πλοία βοηθητικά εις το Όρος, ελθόντες δε εις Σκόπελον νήσον, με συμβουλάς και απειλάς εστείλαμεν τρία πλοία πολεμικά, άτινα πλησιάζοντα από το εν και το άλλο μέρος του ισθμού, ημπόδιζον τους Τούρκους δια να μη εμβαίνουσιν εις το Όρος, καθώς και έγινε, δια τρεις μήνας, έως ου έφυγον εκείθεν ...».

961 - Το 'Αγιον 'Ορος και η Επανάσταση του 1821 (4)


Γνωρίζετε ότι ...

...Το 1821, 60 Οθωμανοί στρατιώτες κατέλαβαν την Ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρας οι δε Πατέρες επειδή δεν μπορούσαν να τους τρέφουν και να τους μισθοδοτούν δραπέτευσαν, εγκαταλείποντας τα πάντα σ' αυτούς. Τότε οι στρατιώτες αφήρεσαν τη μολύβδινη στέγη, κατέκαυσαν τα πατώματα και μετέβησαν σε άλλες Μονές για να διατραφούν. Η Ιερά Σύναξη έκλεισε τη Μονή για 2-3 χρόνια

...Ο Καπετάν Καλόγερος Σαμουήλ, στο θρυλικό Κούγκι, ήταν ο Δανιήλ ο Ιβηρίτης

...Το πρώτο παλληκάρι που πήδηξε μέσα στο Παλαμήδι και έγινε η αρχή της καταλήψεως ήταν ο Παχώμιος εξ Αθω

...Το στρατό του Εμμανουήλ Παπά αποτελούσαν 3.000 άνδρες από τους οποίους οι 1.000 περίπου ήταν Αγιορείτες μοναχοί

...Στα Αγιορειτικά μετόχια της Χαλκιδικής συνελήφθησαν 100 μοναχοί που μαζί με άλλους 300 προκρίτους κλπ κλείσθηκαν στα μπουντρούμια του Τουρκικού Διοικητηρίου στη Θεσσαλονίκη. Όλοι οι μοναχοί σφάχθηκαν από τους Τούρκους. Δραπέτευσε μόνο ο Γερμανός Σταυρονικητιανός

...Με την κήρυξη της Επανάστασης στη Χαλκιδική, συνελήφθη ο Χασεκής (αστυνόμος) Χαλήλ μπέης με τους άντρες του στις Καρυές και φυλακίσθηκε στην Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου

...Οι μοναχοί της Χιλιανδαρίου έκρυψαν τα ιερά κειμήλια και τα ιερά σκεύη της Μονής, κατά την Ελληνική Εξέγερση του 1821, μέσα στα φυλλώματα του κυπαρισιού που βρίσκεται δίπλα στη φιάλη και ονομάζεται του Αγίου Σάββα

...Μετά το πνίξιμο σε αίμα της Επανάστασης στη Χαλκιδική μεγάλος αριθμός Αγιορειτών εγκατέλειψε το Αγιον Όρος με αποτέλεσμα οι μοναχοί που απέμειναν να είναι λιγότεροι από 1000

...Στις 13 Ιουλίου με έγγραφό της η Ιερά Κοινότητα ζητά από τις 20 Μονές να στείλει η καθεμιά από 450 οκάδες ψωμί στον Ελληνικό Στρατό που βρίσκονταν στη Βίγλα

...Οι σχέσεις του Αγίου Όρους με τους Οθωμανούς κατακτητές δεν είναι τίποτα άλλο, παρά μία ατελείωτη καταγραφή διαφόρων οικονομικών καταπιέσεων με ιδιαίτερα επαχθείς φορολογίες. Το χαράτσι στην αρχή ήταν 130.000 άσπρα ετησίως, δηλαδή 2.166 γρόσια, ποσό τεράστιο για την εποχή εκείνη. Στην συνέχεια αυξήθηκε σε 200.000 άσπρα ετησίως, δηλαδή 3.300 γρόσια. Το 1808 το σύνολο της φορολογίας ήταν 35.108 γρόσια. Εδώ, βέβαια, δεν συμπεριλαμβάνονται οι έκτακτες εισφορές και οι δωροδοκίες, που ήταν πολύ βαρύτερες από τις τακτικές καταβολές

...Ο Ρήγας Φεραίος σε ηλικία 23 ετών πήγε στο Αγιο Όρος, όπου φιλοξενήθηκε από τον ηγουμένο της Μονής Βατοπεδίου, Κοσμά με τον οποίο και ανέπτυξε στενή φιλία

960 - Το 'Αγιον 'Ορος και η Επανάσταση του 1821 (3)




959 - Το 'Αγιον 'Ορος και η Επανάσταση του 1821 (2)


Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821 ΚΑΙ Η ΜΟΝΗ ΕΣΦΙΓΜΕΝΟΥ

Κατά την ελληνική επανάσταση η Μονή Εσφιγμένου, καθώς βρισκόταν πλησιέστερα από τις άλλες Μονές στα σύνορα του Αγίου Όρους, υπέφερε πολλά από τους Τούρκους που εισέβαλαν εξαγριωμένοι στο Όρος.
Το Άγιον Όρος θεωρήθηκε (ατυχώς όπως αποδείχτηκε) ως το καταλληλότερο ορμητήριο για την εξέγερση της Μακεδονίας, όχι μόνο γιατί η χερσόνησος ήταν φυσικά οχυρή, αλλ' ακόμη γιατί οι 3.000 ή κατά άλλους 10.000 περίπου άνδρες, που μόναζαν στα 20 μοναστήρια και στα 300 ή 500 περίπου κελλιά, σκήτες, καθίσματα και ησυχαστήρια θα μπορούσαν να αποτελέσουν αξιόλογη στρατιά. Το έδαφος παρουσιαζόταν ώριμο για την εξέγερση, γιατί δυο χρόνια τώρα οι μοναχοί είχαν υποφέρει πολλά από τις αυθαιρεσίες και αργυρολογίες του Τούρκου διοικητή και επειδή ορισμένοι φαίνεται ότι είχαν μυηθεί στη Φιλική Εταιρία. Στην πραγματικότητα όμως ούτε η κατάλληλη προετοιμασία είχε γίνει ούτε και οι επαναστατικές ιδέες συμβιβάζονταν με τον ιδεολογικό κόσμο των μοναχών και με το αγιορείτικο καθεστώς.
Ο Εμμανουήλ Παπάς αποβιβάσθηκε στη Μονή Εσφιγμένου τον Μάϊο του 1821, όπου τον υποδέχθηκε με μεγάλο ενθουσιασμό, ο ηγούμενος της Μονής Εσφιγμένου Ευθύμιος, ο οποίος ήταν προ πολλού μυημένος στη Φιλική Εταιρεία. Την επομένη της αφίξεως του Εμμανουήλ Παπά στο Άγιον Όρος, προσκλήθηκαν σε γενική συνέλευση στη μονή Εσφιγμένου όλοι οι ηγούμενοι και οι προϊστάμενοι των είκοσι μοναστηριών που υπήρχαν τότε και περίπου πεντακοσίων εξαρτημάτων (που αριθμούσαν συνολικά δέκα χιλιάδες, περίπου, μοναχούς), οι οποίοι με μεγάλη προθυμία και συγκίνηση ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση του Εμμανουήλ Παπά και ευλογήσαντες το έργο της επαναστάσεως και του αρχηγού της, άρχισαν υπό άκρα μυστικότητα να υλοποιούν τις δοθείσες προς αυτούς εντολές προς επιτυχία του Αγώνος.
Ο Μητροπολίτης Μαρωνείας Κωνστάντιος, ως άλλος Παλαιών Πατρών Γερμανός, ακολουθούμενος από αρκετούς Θρακιώτες πολεμιστές, τέλεσε στη Μονή του Εσφιγμένου πανηγυρική Θεία Λειτουργία και ευλόγησε τα όπλα των επαναστατών.
Στις 2 Ιουνίου οι δυνάμεις προέλασαν προς την Θεσσαλονίκη αλλά στην ουσία επρόκειτο για ένα "ρέμπελο ασκέρι" που δεν μπορούσε να προχωρήσει χωρίς ενισχύσεις, πολεμοφόδια και το κυριότερο, ηγεσία. Γι' αυτό και η επανάσταση στη Χαλκιδική συρρικνώθηκε γρήγορα και οι επαναστάτες πέρασαν τεσσερισήμισι μήνες αποκλεισμένοι στις δυο χερσονήσους. Ήταν η εποχή που ο Δημήτριος Υψηλάντης ονόμασε τον Παπά "πληρεξούσιο αρχηγό και διοικητή των στρατιωτικών δυνάμεων του Αγίου Όρους της Κασσάνδρας και της Θεσσαλονίκης". Αλλά το επαναστατικό κίνημα του Εμμανουήλ Παπά σύντομα έφτασε στο τέλος του.
Ο Εμμ. Παπάς υπήρξε η ψυχή της επανάστασης και αγωνίσθηκε σθεναρά χωρίς ουσιαστική βοήθεια. Επικεφαλής συνολικής δύναμης 2.500 ανδρών μαζί με τους τοπικούς αρχηγούς Χάμψα και Κοτζιόγλου διέτρεχε τη Χαλκιδική από το Άγιον Όρος μέχρι την Κασσάνδρα ενθουσιάζοντας το λαό, παρακινώντας τον στην Επανάσταση και πολεμώντας. Οι ανάγκες του αγώνα σε έμψυχο υλικό και πολεμοφόδια ήταν πολλές, όπως φαίνεται και από το ακόλουθο γράμμα των αγιορειτικών μονών προς αυτόν.
     «Ευγενέστατε αρχηγέ και υπερασπιστά της Μακεδονίας κύριε κύριε Εμμανουήλ, την υμετέραν αυτής θεοφρούρητον ευγένειαν από ψυχής ευχόμενοι,εν Κυρίω προσαγορεύομεν
     Διαφυλλάτοι αυτήν Κύριος ο Θεός άνοσον, υγιά και ανωτέραν πάσης καιρικής περιστάσεως. ημείς και προλαβόντες, ευγενέστατε άρχων, την εγράψαμεν εξιστορήσαντες άπαντα τα διατρέξαντα δυστυχήματα των πέριξ χωρίων και τούτου του αγιωνύμου τόπου τα ήδη εξεκολουθούντα δεινά και επικίνδυνα, τα οποία (ο μη γένοιτο) επαπειλούσι την παντελή ερήμωσιν τούτου ημών του Αγίου Τόπου.
 Δια τούτο και επίτηδες απεστείλαμεν προ ημερών δύο πατέρας εκ των ενταύθα προς τε την ευγένειάν σας με γράμματα της Κοινότητος και πρός τον τιμιώτατον κύριον Ιωάννην Χριστοδούλου (ον και ολοψύχως ευχόμεθα), ιδεάσαντες και τον πανοσιολογιώτατον κύριον χαρτοφύλακα κυρ Νικηφόρον Ιβηρίτην, δια να συνδράμη και τας εξαιτήσεις μας. Ήδη δε και αύθις τυχόντες οκαζίων τον επίτηδες παρά του Καπετάν Ρήγα αποστελλόμενον καπετάν Στέριον λεγόμενον με γράμματα προς την ευγένειάν του, δια να αποκομίση ιμνάτι εις τους Βίγλας του Αγίου Όρους το από άντικρυ του Ολύμπου ελθόν και αριθμούμενον έως ανθρώπους πεντακόσιους με συμφωνίας λουφέδων. Διό και ημείς παρακαλούμεν όσον τάχιστα να προφθάση αυτή η δύναμις, δια να εξοστρακίσωμεν, τη βοηθεία της Κυρίας ημών Θεοτόκου, τους εχθρούς μας βαρβάρους, οπού μας φοβερίζουν καθημερινώς με την άφιξίν των και μελετώσιν τον τέλειον αφανισμόν και εξολόθρευσιν όλων των καλογήρων εκάστης τάξεως και πάντων των εν τω Όρει ευρισκομένων ορθοδόξων με θάνατον. Και αν αυτό το ιμνάτι δεν ήθελεν ευρεθή εδώ εις Κασσάνδραν, θέλητε προσπαθήσει να ειδοποιήσητε άντικρυ εις τον Όλυμπον δια να μας προφθάσωσι με τους ιδίους αυτούς σταλέντας, ή με άλλους, αν αυτοί εμίσευσαν, οπού ηθέλατε διορίσει εκ της νήσου, δια να μη γίνη τις αργοπορία και υποπέσωμεν εις κινδύνους ανιάτους.
Και ταύτα μεν εν τοσούτω ευχετικώς τε και ικετευτικώς· είησαν δε τα έτη αυτής υγιεινά και σωτήρια.
αωκα' Ιουνίου κε'.
Της υμετέρας περιποθήτου υμίν ευγενείας
Προς Κύριον διάπυροι ευχέται άπαντες οι εν τη κοινή συνάξει
Προϊστάμενοι.
     «Από Όλυμπον παρακαλούμεν, με οίον τρόπον δυνηθήτε, να μας προφθάσητε μπαρούτι και μένομεν χρεώσται δια την τιμήν τούτου, αποκρινόμενοι προς τον διακομίσαντα ενταύθα προς ημάς το ειρημένον μπαρούτι.
     «Περιμένομεν εισέτι το καΐκι, οπού εστείλαμεν δι' εύρεσιν μπαρουτίου, και κατ' αυτάς ερχόμενον, οπού σήμερον αύριον το προσμένομεν, θέλομε σας προφθάση και αμέσως, καθώς θέλητε μας ειδοποιήσει.
 «Μούτλακ σας παρακαλούμεν να μας παρηγορήση με τζιπχανέν, δια να προφθάσωμεν και τους πεντακοσίους, οπού περιμένομεν εκ των αυτόθι, και άλλους πολλούς μας αρματολούς, οπού στέκονται αργοί, με το να μην έχουν φυσέκια».
Δυστυχώς η βοήθεια που περίμενε ο Παπάς από τους οπλαρχηγούς του Ολύμπου και από τη νότια Ελλάδα δεν ήλθε, ενω ο ίδιος δαπάνησε όλα τα χρήματα που είχε στη διάθεσή του. Το ότι ο Σουλτάνος διόρισε διοικητή της Θεσσαλονίκης το Μεχμέτ Αβδούλ, άνθρωπο καταπληκτικής στρατιωτικής σταδιοδρομίας, επιτάχυνε το τέλος της Επανάστασης. Η άμεση γενική επίθεση κατά των επαναστατών με μεγάλη στρατιωτική δύναμη επέφερε την πτώση της Κασάνδρας και την υποταγή της χερσονήσσου του Λογγού (Σιθωνίας) και ολόκληρης της Χαλκιδικής. Απέμεινε ο Άθως. Η πολιτική του Αβδούλ τον έκανε να μην εκστρατεύσει αμέσως εναντίον του Αγίου Όρους, αλλά να προτείνει στους μοναχούς να συνθηκολογήσουν, πραγμα που το δέχθηκαν. Απελευθέρωσαν τον Χασεκή Χαλήλ Βέη, Τούρκο διοικητή του Όρους (Καϊμακάμη) και αυτός εξέδωσε αμέσως την ακόλουθη διαταγή προς τους μοναχούς της Μονής Εσφιγμένου, όπου είχε καταφύγει ο αρχηγός της Επανάστασης Εμμανουήλ Παπάς.
«Προς τους Πατέρας της Μονής Εσφιγμένου, διαταγή.
(Τ. Σ.).
Εν είδει μουρασελέ σας γράφεται το παρόν εμού του Χασεκή Χαλήλ Βέη, Ζαπίτου του Αγίου Όρους·
Προς εσάς άπαντας τους καλογήρους του μοναστηρίου Εσφιγμένου γνωστόν έστιν υμίν, ότι σήμερον επ' εδώ τοις Καρυαίς έφυγεν ο λεγόμενος Άρχοντας μετά του επαράτου και οπαδού του Νικηφόρου και ήλθον αυτού τους οποίους να τους πιάσηται και να μας τους στείλετε ομού και τον ηγούμενόν σας. Αν όμως και παρακούσητε εις τα γραφόμενά μου και δεν τους πιάσητε να μας τους στείλετε, ύστερον θέλετε μείνει αναπολόγητοι και εις το Δουβλέτι και εις εμένα. Προσέξατε καλώς να μη προφασισθήτε ακαίρως προφάσεις και ματαιολογίας, διότι εγώ κάνω το χρέος μου ως καλοθελητής του τόπου και του μοναστηρίου σας· όθεν και σεις δεν πρέπει να θελήσητε του αφανισμόν σας. Ούτω ποιήσατε εξ αποφάσεως και να μοί αποκριθήται εις τα γραφόμενά μου με τον ίδιον κομιστήν.
     1821 Νοεμβρίου 9, ημέρα Τετάρτη»
.

Οι 19 λοιπές Αγιορείτικες Μονές απέστειλαν υπό αυτές τις συνθήκες την εξής επιστολή πρός τους Εσφιγμενίτες πατέρες:
    
«Εις την πανοσιότητά σας άγιοι πατέρες του ιερού Κοινοβίου Εσφιγμένου.
     Χθες ο ενδοξώτατος ημών Χασεκή αγάς μας σας έγραψε μουσαρελέν, δια να πιάσητε ενέχερον τον Άρχοντα και τους λοιπούς, καθώς και ο ίδιος σας έγραψε. Λοιπόν σας γράφομε και ημείς οι των είκοσι Ιερών μοναστηρίων Προϊστάμενοι, οι εν τη ιερά συνάξει, να κάμητε το ίδιον, ομοφώνως δηλαδή, να μας τους φέρητε ενταύθα αναμφιβόλως, και τους ζητούμεν από εσάς αφεύκτως· και ιδού οπού στέλλομεν επίτηδες ανθρώπους δια να τους πάρουν. Και όσοι ακολουθούν τον Άρχοντα από τους εντοπίους Πατέρες, να αφήσουν τον Άρχοντα και επιστρέψουν εις τα κελλία των ειδέ και φανούν παρήκοοι, θέλουν υποπέσει εις οργήν μεγάλην, και θέλει χάσουν και τα οσπήτιά των. Ομοίως και όσοι κοσμικοί ευρίσκονται με αυτόν, όλοι να τον αφήσουν, διότι και αυτοί και όσοι άλλοι πιασθούν, έχουν να παιδεύωνται. Ταύτα προς είδησίν σας και μένομεν. αωκα΄ Νοεμβρίου ια΄
Άπαντες οι εν τη Κοινή Συνάξει των δεκαεννέα Ιερών μοναστηρίων του Αγίου Όρους Προϊστάμενοι».
Όμως με τον ίδιο κομιστή του γράμματος διεμήνυσαν κρυφά στον Ηγούμενο του Εσφιγμένου και στον Άρχοντα Εμμανουήλ Παπά να φύγουν γρήγορα από το Όρος για να σωθούν.
Πολλοί ιστορικοί μη γνωρίζοντας αυτή τη λεπτομέρεια ρίχνουν άδικα το λίθο του αναθέματος στους Αγιορείτες και στην Ιερά Κοινότητα. Οι τότε πατέρες έπραξαν το ίδιο που έκανε και ο Άγιος Γρηγόριος ο Ε΄ για να αποφύγει μεγαλύτερο κακό. Αφόρισε με γράμμα τους αρχηγούς και συμμετέχοντες στην Επανάσταση για τα μάτια των Τούρκων, ενώ αμέσως έλυσε τον αφορισμό και έστειλε προφορικά την ευλογία του στους αγωνιστές.
Ο Εμμανουήλ Παπάς ακολούθησε τη συμβουλή της Ιεράς Κοινότητας και εγκατέλειψε την Μονή Εσφιγμένου, μπήκε σ΄ ένα καράβι και πήρε την κατεύθυνση προς Ύδρα, έχοντας μαζί του το μικρό του γιο Γιαννάκη καθώς και το προσωπικό του αρχείο. Όμως οι μέχρι τότε κακουχίες, η κούραση αλλά και η απογοήτευση είχαν φθείρει την υγεία του Σερραίου επαναστάτη, με αποτέλεσμα να πάθει καρδιακή προσβολή και να πεθάνει πριν το καράβι φθάσει στην Ύδρα, στην οποία και θάφτηκε το σώμα του στις 5 Δεκεμβρίου του 1821 με τιμές στρατηγού.
Άλλη μεγάλη μορφή του αγώνα, ο οπλαρχηγός Νικοτσάρας με άλλους 50 επαναστάτες βρήκαν επίσης καταφύγιο στη μονή Εσφιγμένου. Από κει επέστρεψαν κατά τα τέλη Ιουλίου στη Σκιάθο και τη Σκόπελο, σήκωσαν την Ελληνική σημαία στα καράβια που συγκεντρώθηκαν και άρχισαν τις επιθέσεις. 

Πηγή: Ιστοσελίδα Ιεράς Μονής Εσφιγμένου

958 - Το 'Αγιον 'Ορος και η Επανάσταση του 1821 (1)


.......Το μήνυμα της Επανάστασης του 1821 βρίσκει τον Αθω να δονείται από ενθουσιασμό. Η ατμόσφαιρα είναι ηλεκτρισμένη και τα πνεύματα εξημμένα. Η διάδοση της συγκλονιστικής είδησης του απαγχονισμού του Εθνομάρτυρα Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄ (10 Απριλίου 1821), της τραγικής εκείνης μορφής της τόσο συνδεδεμένης με το Αγιον Όρος. Η αναγγελία της Επανάστασης στο Μωριά και η μόνιμη τούρκικη τυραννία, είναι ισχυρά εναύσματα για ν ανάψουν μεγάλη πυρκαγιά.
Στον πυρετό της Επανάστασης οι Μονές παραχωρούν στους επαναστάτες τα κανόνια τους, πυρομαχικά και τρόφιμα, ενώ μετατρέπουν τα χαλκιάδικα σε οπλουργεία.
Η Ιερά Κοινότητα συντονίζει τις ενέργειες όλες, κι αυτή συγκεντρώνει τα χρήματα του αγώνα. Ταυτόχρονα καλεί τον Εμμανουήλ Παπά, που βρίσκεται από το Μάρτιο του ιδίου έτους στη Μονή Εσφιγμένου να παραλάβει τα τρόφιμα και τα πολεμοφόδια.
Ήταν πολύ εντυπωσιακός ο ξεσηκωμός εκείνος και δεν επέτρεπε αμφιταλαντεύσεις. Ένα θούριο ποίημα Αγιορείτη υμνογράφου, ψάλλει εναντίον του «αιμοβόρου τυράννου Σουλτάν χασάπη» και προσανατολίζει τις συνειδήσεις των επαναστατών στην ένδοξη Ιστορία τους:
Ναι, ω πατριώται μου, ας ορκισθώμεν
ή να νικήσωμεν ή να χαθώμεν
θάνατος ο ένδοξος ειν ίδιον ημών.
Γενναίοι οπλίται, μαζί πολεμείτε
τους τυράννους φωνείτε: σηκτίριν μπουρτά!
Ας επαναλάβωμεν κάθε φροντίδα
να ελευθερώσωμεν φίλην πατρίδα
ναι να ανακτήσωμεν την γην την πατρικήν
............................................

Αλλά και η Ιερά Κοινότητα, χωρίς ποιητική έξαρση, όπως ο παραπάνω στιχουργός, με ανυποχώρητη όμως σταθερότητα, έγραφε προς όλους τους μοναχούς:
«Να στεκώμεθα δια το καλόν του Κοινού μας έως θανάτου κατά χρέος... μάχου υπέρ Πατρίδος και Πίστεως».
Κι οι αντιπρόσωποι των Μονών μεταβαίνουν στα πεδία των μαχών και εμψυχώνουν τους μαχητές τους «εν όπλοις αδελφούς Κελλιώτας και άλλους» «ποτέ μεν με λόγους αδρούς και δραστηρίους, ποτέ δε δι υποσχέσεων μεγάλων εκκλησιαστικών βραβείων, ποτέ δε δια δόσεως ...», «δια να πολεμούν όλοι με περισσότερον θάρρος και θερμότερον ενθουσιασμόν, και επομένως να καταβληθή ο εχθρός».
Επιστρατεύει έναν ασκητή «επιστήμονα κατασκαφής χανδακίων», «μαστόρι τογραματζί» που εργαζόταν στον Αλή Πασά και στέλνει στη Βίγλα να επιστατήσει στη διάνοιξη τάφρων.
Άλλος πάλι, ο Διονύσιος Πύρρος ο φαρμακοποιός, επιστρατεύεται για την κατασκευή πυρίτιδας.
Επίσης επιστρατεύονται τοπζίδες, δραγουμάνοι, ράφτες, κανονιέροι.
Προσευχές διαβάζονται στους ναούς και κινούν σε συμπάθεια τη Μητέρα του Θεού: «Αφάνισον, Δέσποινα, τας εν τω μέσω ημών μνησικακίας, και χάρισαι ημίν αγάπην, ειρήνην, ομόνοιαν ... (οι τύραννοι) δια την μεγάλην αυτών απανθρωπίαν, εισίν άνθρωποι άσπλαγχνοι και λύκοι αχόρταστοι. Ελευθέρωσον ημάς τα τέκνα σου νυν, Δέσποινα, ελευθέρωσον εκ των χειρών των Αγαρηνών και λύτρωσαι ημάς ταχέως εκ της πικράς και πολυχρονίου αιχμαλωσίας ...».
Ο Εμμανουήλ Παπάς, ο αγνός εκείνος και ανιδιοτελής πατριώτης, μετά την επίσημη ανακήρυξή του σε αρχιστράτηγο του αγώνα, κατά την τελετή που έγινε στο Πρωτάτο, μεταβαίνει στον Πολύγυρο, όπου κηρύσσει την Επανάσταση, στα επαναστατημένα ήδη χωριά της Χαλκιδικής. Ο στρατός αποτελείται από 3.900 πολεμιστές. Από αυτούς οι 1.000 τουλάχιστον είναι Αγιορείτες μοναχοί.
Δύο Μονές, η Εσφιγμένου και η Χιλιανδαρίου γίνονται τα προκεχωρημένα φυλάκια.
Η Εσφιγμένου, έχοντας ηγούμενο τον Ευθύμιο, ιδιαίτερο γραμματέα του Αγίου Γρηγορίου του Ε΄, Φιλικό και στενό συνεργάτη του Εμμ. Παπά, δίνεται ολόκληρη, με όλους τους μοναχούς της, στην Επανάσταση.
Εντός του Όρους, «με θέλημα του Άρχοντος (του Εμμ. Παπά) και των Πατέρων του Όρους, εψηφίσθη ο κυρ Νικηφόρος (ο Ιβηρήτης) διοικητής και κριτής..., να κρίνη δηλαδή και να διορθώνη τον καθένα με φόβον Θεού και διάκρισιν πολλήν, ως επίσταται». Οι μέχρι χτες ταπεινωμένοι και εξουθενωμένοι ραγιάδες ορθώνονται απέναντι του τύραννου. Ένας ποταμός από γυμνά, κάτισχνα κορμιά, με φλογερές όμως καρδιές, ξεκινά ογκούμενος από την Κουμίτσα, περνά την Ιερισσό, το Χολομώντα, τη Γαλάτιστα, τα Βασιλικά, κυνηγώντας με ορμή τους πτοημένους Τούρκους, που βρίσκουν προστασία στα τείχη της Θεσσαλονίκης: «όλα τα χωρία μας ευρίσκονται εις τα όπλα και κινούνται εναντίον του κοινού εχθρού του γένους και της πίστεως με μεγάλην θαρραλεότητα και ορμήν, ώστε οπού οι μουσουλμάνοι κυριεύονται από άκραν δειλίαν. Αναχωρούν αγεληδόν από τα χωρία των και δραπετεύουν με φόβον μεγάλον ...» Και σ' όλες τις μάχες βρίσκεται παρών ο επίσκοπος Ιερισσού Ιγνάτιος ο Αγιορείτης που «συναγωνίζεται» με τους πολεμιστές, εμψυχώνοντάς τους. Τα χωριά των τούρκων γίνονται στάχτη: «έκαψαν και πολλά χωρία των αγαρηνών οι εδικοί μας ...» (πρόκριτοι Καλαμαριάς προς Εμ. Παπά, 2 Ιουνίου 1821) και οι επαναστάτες θριαμβεύουν: «είμεθα γυμνοί καθ' όλα. Προχωρούμεν όμως, καίτοι αδύνατοι από τζιπχανέ (= εφόδια), θριαμβευτικώς ... Το στράτευμά μας, έως αυτήν την ώραν, επλησίασεν τριών ωρών μακρόθεν της Θνίκης» ( Ιω. Χ΄χρήστου προς Εμ. Παπά, 6 Ιουν.). Όλα βαίνουν καλώς: «εν ενί λόγω τρέχουν, Θεού συναιρομένου, τα πράγματα αισίως και κατά ρουν ...» ( Γεδεών μον. και Δ. Νικολάου προς Εμ. Παπά, 3 Ιουν.) Όμως όσοι συντονίζουν την Επανάσταση αρχίζουν ν' ανησυχούν: «η ορμή των Ελλήνων είναι ακράτητος ... πλην ... η έλλειψις της μπαρούτης είναι το μόνον μέσον να εμποδίση και την ορμήν ταύτην» (Εμ. Παπάς προς Σπετσιώτες, 12 Ιουν.), ενώ οι ανάγκες αυξάνουν: « ...και ο τόπος έμεινεν ενταύθα εις μεγαλωτάτην ένδειαν από τα ανγκαία, ανθρώπους, δηλονότι, μπαρούτι, βόλια κ.α., κοντά εις τα οποία ολιγοστεύει και η ζωοτροφία μας. ήδη ευρισκόμεθα εις μεγαλώτατον και προφανή κίνδυνον ...» ( Ιερά Κοινότης προς Σπετσιώτες, 14 Ιουν.).
Οι Τούρκοι κατά τις επόμενες μέρες θ' αντιληφθούν και θα πληροφορηθούν ότι πυρίτιδα υπάρχει λιγοστή στο στρατόπεδο των Ελλήνων: «μπαρούτι, το οποίον είναι πολλά σπάνιον και σχεδόν ελλειπές διόλου» (Ιερά Κοινότης προς Εμ. Παπά, 24 Ιουν.). Έτσι οι όροι αντιστρέφονται. Οι αμυνόμενοι αρχίζουν να γίνονται οι επιτιθέμενοι: «...των ασεβών, των ελθόντων μέχρι Κομίτζης και καθ' εκάστην με μέγα θράσος και αφοβίαν εφορμούντων. Επειδή κατέκαυσαν όλα τα χωρία και μετόχια, ομού με τους καρπούς ... και τα μέγιστα απελπισθέντες (οι επαναστάτες) ήρξαντο κατά μέρος δραπετεύειν ...» (Ιερά Κοινότης προς Εμ. Παπά, 24 Ιουν.). Οι υπερασπιστές, όσοι δεν πτοούνται - μοναχοί και λαϊκοί - «στέκονται αργοί, με το να μη έχουν φυσήκια» (Ιερά Κοινότης προς Παπά, 26 Ιουν.). Οι εχθροί πυρπολούν και την Ιερισσό, το τελευταίο προπύργιο της ηπειρωτικής Χαλκιδικής, πριν να εφορμήσουν στις Χερσονήσους: «...οι εχθροί μας ανεχώρησαν από Ερισόν, καίοντες διόλου το χωρίον» (πλοίαρχος Αθ. Μαργαρίτης προς Παπά, 13 Ιουλ. 1821). Οι δύο όμως Χερσόνησοι παραμένουν ελεύθερες: «Κατά το παρόν καταπολεμούμεν τους εχθρούς εκ των δύο χερσονήσων, της τε Κασσάνδρας και του Αγίου Όρους, ερχομένους καθ' εκάστην καθ' ημών με ωμότητα και θηριωδίαν ...» ( Παπάς προς Λ. Κουντουριώτη, 4 Αυγ.). Στα στρατόπεδα δεν είναι μόνο η έλλειψη των πυρομαχικών πιεστική, αλλά και των τροφίμων. Όμως πιο τραγικό είναι η διχόνοια που εγείρεται μεταξύ των δύο αρχηγών: του Εμ. Παπά και του Ρήγα Μάνθου. Οι δύο άντρες έρχονται σε ρήξη κατά το τέλος Ιουλίου με άγνωστη έκβαση. Αλλά και όλες μαζί οι νίκες των επαναστατών έμελλε να υπερκεραστούν από μια και μόνο ήττα, εκείνη της 15 Σεπτ., στην αμυντική γραμμή της Κασσάνδρας.
Στο μεταξύ ο τούρκικος στρατός, ανοργάνωτος και ηττοπαθής, ενισχύεται κατά την προέλασή του με νέες δυνάμεις. Κατά το τέλος Ιουλίου, παύεται ο Μπαϊράμ πασάς και τοποθετείται ο βαλής Θεσσαλονίκης Μεχμέτ Εμίν Αβδουλάχ πασά ή Αβδούλ Ρομπούτ (το δεύτερο όνομα του έδωσε αφορμή να μετονομασθεί, με την αλλαγή κάποιων γρμμάτων, σε Εμπού Λουμπούτ=Ροπαλοφόρος).
Η τούρκικη επέλαση είναι σαρωτική. Στις 27 Οκτωβρίου (παλαιό ημερολόγιο) οι Τούρκοι εισέρχονται στον Πολύγυρο. Το τι επακολούθησε δεν περιγράφεται: διαδραματίστηκαν τέτοιες «σκηνές φρικτής ακολασίας και απανθρωπίας, που για δεκάδες χρόνια έμειναν ζωηρά χαραγμένες στη μνήμη των αυτοπτών μαρτύρων». Τρεις μέρες μετά ( 30 Οκτωβ.) διασπάται το αμυντικό τείχος της Κασσάνδρας και η χερσόνησος εκείνη παραδίνεται στις φλόγες. Οι χριστιανοί έχουν καταφύγει έντρομοι στον Άθω, στον μόνο τόπο που δεν πάτησαν μέχρι εκείνη τη στιγμή οι Τούρκοι. Οι ώρες είναι πολύ κρίσιμες και οι πολλαπλές μέριμνες της Ιεράς Κοινότητος επαυξάνουν την αγωνία της, να διαφυλάξει την ακεραιότητα του Τόπου και των 7.000 γυναικοπαίδων από τη Χαλκιδική και τα γύρω νησιά που βρίσκονται εδώ από την έναρξη της Επανάστασης. Μια επιστολή της Ιεράς Κοινότητος προς τους Υδραίους (29 Ιουνίου) διεκτραγωδεί τις δραματικές εκείνες ώρες των όσων «ανδρών, γυναικών και παιδίων υπομαζίων», που έφθασαν «έως τους πρόποδας του κυρίου και δυσβάτου Άθωνος, ζητούντες με παθητικάς φωνάς και ελεεινοτάτην κατάστασιν,άρτον ...» Ο εχθρός βρίσκεται προ των πυλών και το σβύσιμο της χιλιόχρονης μοναχοπολιτείας επίκειται. Έτσι, με την κλιση της πλάστιγγας υπέρ των Τούρκων, αρχίζει και η στροφή των Αγιορειτών προς τη διαλλαγή. Λοιπόν πρώτα ελευθερώνεται ο ζαπίτης του Όρους, ο οποίος ετηρείτο καθ' όλο το διάστημα των επιχειρήσων, στη Μονή Κουτλουμουσίου. Ο ζαπίτης, άνθρωπος περιοριμένης διανοητικότητας και ανίδεος της εξέλιξης των πραγμάτων συντάσσει αμέσως γράμμα, καθ' υπαγόρευση βέβαια, προς τη Μονή Εσφιγμένου (9 Νοεμβ.): να του στείλουν αμέσως δέσμιους «τον λεγόμενον Άρχοντα (τον Παπά δηλαδή) μετά του επαράτου και οπαδού του Νικηφόρου, τους οποίους να τους πιάσητε και να μου τους στείλετε, ομού και τον ηγούμενόν σας ...» Μια επιτροπή από δώδεκα μοναχούς στέλνεται στον Λουμπούτ (11 Δεκ.), που είχε στρατωνίσει στο χωριό Άγιος Μάμας, της επιτροπής είχε προηγηθεί 8μελής αντιπροσωπία. Η «προσκύνησις» φαίνεται να ήταν η μόνη λύση. Έχει δε το ελαφρυντικό ότι έγινε μετά τη μάχη της Κασσάνδρας και σκηνοθετήθηκε έτσι ώστε να θεωρηθούν ένοχοι μόνο ο Εμ. Παπάς, ο Νικηφόρος Ιβηρίτης και ο Ευθύμιος Εσφιγμενίτης. Ο πασάς, πιστεύοντας ότι το Όρος είναι καλά οχυρωμένο, αμφέβαλλε για την ειλικρίνεια των προθέσεων της αγιορείτικης αντιπροσωπίας. Τελικά, αφού διαπίστωσε την αλήθεια, αναφώνησε: «Εύγε σας καλογέροι, οπού προφθάσατε και με προσκυνήσατε ...!»
Ο Λουμπούτ ήταν πολύ πονηρός και κέρδιζε περισσότερα με την τακτική της αλεπούς: έπρεπε πρώτα να γίνει κυρίαρχος της Χερσονήσου, κι ύστερα ήξερε ... Έτσι, σύμφωνα με περιγραφή του Δοσίθεου: «Εφαίνετο εις όλους γλυκύς, ήμερος, και όλος γεμάτος καλωσύνην. Το πρόσωπόν του έδειχνε εις τους ανθρώπους παντοίαν ευφροσύνην και χαράν, και έλεγε προς τους καλογήρους οπού τον επροσκύνησαν, ότι διόλου ας μη υποπτεύωνται, μήτε να φοβώνται και λυπούνται, καθότι τρεις ημέρας , και όχι περισσότερον, οι άνθρωποί του θέλουν σταθεί εις το Όρος ...». Οι όροι που θέτει ο Τούρκος είναι επαχθέστατοι: 3.000 πουγγιά (από το λατινικό pugio, 1 πουγγί=500 γρόσια) δηλαδή 1.500.000 γρόσια πολεμική αποζημίωση. Το τι αντιπροσωπεύει αυτό το ποσό φαίνεται αν συγκριθεί με τα 12.000 γρόσια μηνιαίο ναύλο μιας γολέτας «καλά αρματωμένης με κανόνια και λοιπά λιανά άρματα, και με ναύτας στρατιώτας πεντήκοντα», να περισκοπεί τη Χερσόνησο «νύκτα τε και ημέραν». Για την ασφαλή λήψη της αποζημίωσης ο Εμίν ζητά και δέκα έγκριτους Αγιορείτες μαζί με τις συνοδίες τους, ως ομήρους στην Κωνσταντινούπολη, ενώ 100 μοναχούς, τους «μετοχιάριους» έχουν μεταφέρει στη Θεσσαλονίκη. Επίσης ζητά να του παραδοθεί ο Εμ. Παπάς, ο οποίος κρυβόταν στο Όρος και το κρησφύγετό του γνώριζαν λίγοι. Το έργο της προδοσίας ο τούρκος αναθέτει στον Εσφιγμενίτη αρχιμ. Κύριλλο. Ο Κύριλλος συναντά τον Παπά και του αποκαλύπτει το σχέδιο του Λουμπούτ, κι έτσι οι δυό τους αναχωρούν από το Όρος με πλοίο, όμως ο ήρωας της Επανάστασης, «από τις αγνότερες και ηρωικότερες μορφές του Αγώνος» πεθαίνει κατά το ταξίδι «εξ αποπληξίας». Ασφαλώς οι όροι θα ήταν σκληρότεροι αν η Ιερά Κοινότης δεν είχε τη σύνεση να ασφαλίσει τον καϊμακάμη του Όρους μαζί με τους υπαλλήλους του στη Μονή Κουτλουμουσίου, καθόλο το διάστημα των πολεμικών επιχειρήσεων. Στο μεταξύ οι βάρβαροι ξεσπούν με εκδικητική μανία στον ανδρισμό της φυλής μας. Κάποιες φράσεις από ένα έγγραφο της Ιεράς Κοινότητος (1 Μαρτίου 1822) είναι εν προκειμένω αποκαλυπτικές: οι τούρκοι οργώνουν το Όρος «ζητώντας άρματα και παιδιά ..., περπατούν εις τα κελλιά από σπίτι σε σπίτι γυρεύοντας παιδιά ...» και, γι' αυτό το λόγο, οργανώνουν «τευτήσι» (αιφνίδιες έρευνες) στα σκηνώματα του Όρους.
Ο Λουμπούτ, μετά την ανέλπιστη εκείνη νίκη και την ολοκληρωτική επικράτησή του στη Χαλκιδική προάγεται σε βεζύρη και στρατάρχη, ενώ ο σουλτάνος, με γράμμα του προς αυτόν, εκφράζει την ευαρέσκειά του, στέλνοντας του δώρο «μίαν χρυσοποίκιλτον ερραμμένην στολήν εκ μηλωτής ερμίνας, χάρμα των οφθαλμών, ως και μίαν σπάθην με αδαμαντοκόλλητον λαβήν». Για την είσπραξη της αποζημίωσης ορίζεται ως εισπράκτορας ο άρχοντας στη Θεσσαλονίκη Βασματζής Σπανδωνής, κι αργότερα ο γιος του Κωστάκης. Ο γιος δεν ήταν του ηθικού αναστήματος του πατέρα του. Το αρχικό ποσό των 3.000 πουγγιών, πριν περάσει χρόνος, βρίσκεται αυξημένο κατά 10%. Για τη γρήγορη και αποτελεσματική είσπραξη της αποζημίωσης, οι τούρκοι βασανίζουν τους όμηρους: «έδειραν όλους ανηλεώς και κατ' εξοχήν τον κυρ Σπανδωνήν .... και ευρίσκεται ημιθανής». Μέχρι αυτή τη στιγμή πέθαναν και δύο μοναχοί, από τα μαρτύρια. Τα μοναστήρια, για να μπορέσουν να ξοφλήσουν το βαρύ τίμημα, πουλούν ό,τι έχουν ή πέφτουν στα δίχτυα εβραίων και τούρκων τοκογλύφων. Η ερήμωση του Όρους και της λοιπής Χαλκιδικής είναι τραγικά και αξιοθρήνητη: «Τι παιδείαι, τι τυραννίαι είναι εις τα λοιπά μοναστήρια, δεν ημπορούμεν να σας παραστήσωμεν. Είναι σχεδόν απερίγραπτα...». Κι αλλού: «υπεμείναμεν πύργους, φυλακάς, δεσμά, άλυσες, κρεμάλες κατακέφαλα ...κανείς δεν μας ελυπήθη ...». Ο αριθμός των μοναχών από «2.980 ονόματα», τον Αύγουστο του 1821, μειώθηκε σε λίγους μήνες, κατά δύο τρίτα. Όλοι οι μοναχοί «δεν συμποσούνται ούτε εις χιλίους ...άλλοι μεν τρέφονται εκ των ψιχίων των ταγινίων (ελλ. ταγή> τουρκ. Tayin = μερίδα, σιτηρέσιο) των στρατευμάτων, και άλλοι με χόρτα μόνον ...». Είναι «μεγάλη η συμφορά και παντελής ο αφανισμός των εν αυτώ (Αγίω Όρει) ενασκούντων δυστυχισμένων πατέρων», αλλά και των μονών, οι οποίες έφθασαν «εις τέλειον γονατισμόν». Οι τούρκοι συνεχίζουν να «παιδεύουν, να τυραννούν τους ανθρώπους» και η Ιερά Κοινότης να προκαλεί το μαρτύριο: «αν είναι του βασιλέως να μας χαλάση, ας μας χαλάση μίαν ώρα πρωτύτερα ...». Σ' άλλο γράμμα της η Ιερά Κοινότης γράφει στον Εμίν: «κόπιασε μόνος εις τα μοναστήρια, και ό,τι εύρης πάρετα. Ημείς είμεθα ευχαριστημένοι να μας αφήσης με το υποκάμισο...» Ο Άθως στενάζει, χωρίς να βρίσκει διαφυγή. Από την ημέρα της συνθηκολόγησης (15 Δεκ. 1821) βρίσκονται εγκατεστημένοι στο Όρος 3.000 τούρκοι οπλίτες. Στη Λαύρα μόνο εγκαθίστανται 372 καθώς και 61 άλογα. Όλοι αυτοί, απάνθρωποι και υπάνθρωποι, με το γνωστό αγέρωχο ύφος του βάρβαρου νικητή, τρέφονται από τις Μονές και υπηρετούνται από τους μοναχούς καθόλο το διάστημα των 100 μηνών που μένουν εδώ.
Οι μοναχοί, όπως πληροφορεί επιστολή της 27-2-1825, «καθημερινώς σχεδόν αγγάριαις και ξύλα κουβαλούσιν εις τους ώμους». Άλλοι σκόρπισαν «ένθεν κακείθεν», άλλοι «ανηλεώς εξ αυτών εθανατώθησαν δια ποικίλων βασάνων και άλλοι κουλοί και μυσιροί έμειναν». Εδώ «ούτε γη σπείρεται, ούτε αμπελώνες καλλιεργούνται ούτε άλλο τι χρήσιμον εργόχειρον δουλεύεται». «από μεν το εν μέρος τα αδιάκοπα μηνιαία των στρατιωτών, από δε το άλλο αι καταδρομαί των κατηραμένων ληστών, οίτινες επροξένησαν τα μεγαλείτερα κακά δι' ημάς και έφερον εν ενί λόγω την παντελή ερήμωσιν του Τόπου».
Σ' άλλο γράμμα, του δικαίου της Αγίας Άννης, σημειώνεται με παραστατικότητα: «Οι εναπολειφθέντες απεκάμαμεν ...μίαν σπιθαμήν αι γλώσσαι μας έξω κρεμασμέναι ωσάν τους ψωριασμένους σκύλους. Αγγαρίαις εις 25 νεφέρια (στρατώνες) οπού δεν προφθάνομεν να τους υπηρετώμεν ... Εις τρεις μήνας μόνο λογαριαζόμεθα να εξοδεύθη λάδι μόνον έως τριακοσίας οκάδας, αφήνομεν τα λοιπά».
Το διοικητικό κέντρο του στρατεύματος βρίσκεται στη Μονή Βατοπεδίου. Επικεφαλής είναι ο σερασκέρης Μουράτ αγάς που διορίστηκε από τον ίδιο τον Λουμπούτ. Ο Μουράτ, σκληρός και βάρβαρος, ξεσπά ακόμα και στα κτίσματα. Συχνά ηγείται των βανδάλων ομόθρησκών του που καταστρέφουν καθετί Χριστιανικό. Η μανία τους είναι ακόρεστη: «αι άγιαι εικόνες εκεντήθησαν, οι οφθαλμοί των αγίων των εν τοις τοίχοις ιστορημένων εξωρύχθησαν, τα ιερά σκεύη και κειμήλια ηρπάγησαν, μοναχοί εφονεύθησαν και άλλα δεινά απερίγραπτα συνέβησαν δακρύων άξια ...». Οι κακίες τους «δεν γράφονται όλαι καταλεπτώς. Μήτε αυτούς τους θείους ναούς αφήκαν οι ασεβείς, χωρίς να τους βεβηλώσουν και να τους μολύνουν, διαφθείροντες τας ιστορίας των (τις αγιογραφίες τους)».
Ο αγάς βέβαια αντέγραφε τον πασά, που έδινε υποσχέσεις πως θα τηρηθούν κάποιοι στοιχειώδεις όροι ανθρωπιάς προς τους ηττημένους, και όλο γινόταν πιο θηριώδης. Για τον Εμίν έγραψαν οι προϊστάμενοι της Βατοπεδίου: Μέχρι χθες «επολιτεύετο η αλωπεκή, σήμερον επαρρησιάσθη η λεοντή». Συνεχώς, χωρίς αιτία, ανατρέπει τα συμφωνημένα και αυξάνει το ποσό της αποζημίωσης. Χρησιμοποιεί την κλασική μέθοδο των βασανιστηρίων για ν' αποσπάσει το τυχόν μυστικό, που αφορά την απόκρυψη των κειμηλίων της μονής: «Την Δευτέραν στέλλει καβάσην και σηκώνει τον καθένα με ποδοκόπι (η «ποδοκάκη» των αρχαίων, λέγεται και «μποκαγιάς» και «τουμπρούκι» και «ξύλον» χοντρόν-χοντρόν». Η φυλακή, ο πύργος του Πρωτάτου, είναι γεμάτη: «Από χθες (14 Μαρτίου 1822) έβαλαν εις τον πύργον κελλιώτας και μοναστηριακούς και σήμερον ετοίμασε (ο Εμίν) ξύλα και άλλα παιδευτήρια δια αύριον». Επίσης ζητά και παίρνει το λάδι απ' όλα τα σηνώματα του Όρους «ως 50 χιλιάδες οκάδες». Επίσης μολύβι του ίδιου βάρους καθώς και τα χαλκά και αργυρά σκεύη. Αρπάζει ακόμα, κι όλη την παραγωγή των λεπτόκαρων. Και πάντοτε, με ακόρεστη πλεονεξία, αρπάζει. Έχει μεγάλη προτίμηση στο γιδίσιο κρέας: «θέλει κάθε ημέραν από ένα κατσίκι»! Από την άλλη ο Μουράτ κάποια στιγμή ζητά από τις Μονές Βατοπεδίου και Ζωγράφου 12 κατσίκια. Κι οι μοναχοί, χωρίς να εκπέσουν της αξιοπρέπειας συνιστούν: Να δώσουμε ό,τι ζητούν «κατά την δύναμή μας. Να ελπίζωμεν εις το θείον έλεος, και δεν θέλει μας αφήσει. Ας τα δίδωμεν ... έως να έλθη ο μέγας αγανακτισμός και η ποινή του αγίου Θεού εις την κεφαλήν του».
Και ο «αγανακτισμός» ήρθε. Οι δύο αξιωματούχοι κατά τα μέσα του 1824 πέφτουν στη σουλτανική δυσμένεια, δημεύεται η περιουσία τους και καταντούν ζητιάνοι .
Όλοι οι αγάδες είναι ίδιοι. Ένας αγάς, κάθε λόξα «οπού του προήρχετο από την υποχονδρίαν του, δεν ελείψαμεν να φέρωμεν ιατρόν και να τον βαστάζωμεν επί πολλάς ημέρας δια να τον περιθάλπη και να τον παρηγορή και να τον ιατρεύη με έξοδά μας ...και να τον ευχαριστούμεν με φιλοδωρίας αδράς προς ευχαρίστησίν του με όλην μας την πτωχίαν και δυστυχίαν ...», γράφει η Σύναξη. Κι άλλος: «κακοποιεί αναιτίως και καταζημιοί αδίκως τον τυχόντα αθώον και άπταιστον μηδόλως θέλων να ηξεύρει νόμον και δικαιοσύνην ...καταχαρπαλαδίζει τον καθ' ένα μετά θυμού και οργής χωρίς νισάφι ... θέλει τον χρόνον δεκαπέντε - είκοσι πουγγεία ...πολλούς δούλους και πολλά έξοδα δια μεγαλοπρέπειάν του, οπού ημείς καθημερούσιον αποθνήσκομεν εις τας φυλακάς ...αυτός θέλει μουτπάκια (=μαγειρέματα) και τραπέζια πλουσιώτατα με δέκα και δεκαπέντε σαχάνια (=πιάτα) εις καιρόν οπού ημείς ψωμί δεν έχομεν να φάγωμεν ...».
Αλλά η αποζημίωση δεν είναι δυνατόν να αποπληρωθεί. Η Ιερά Κοινότης με μια «αναφοράν ολοσφράγιστον» (27 Μαρτίου 1823) ζητά απ' το Πατριαρχείο να μεσιτεύσει για την έκδοση δύο φιρμανίων «του μεν προς πώλησιν των εν Μολδοβλαχία και αλλαχού κτημάτων, του δε προς αναβολήν της πληρωμής των 1.000 πουγγίων» που έπρεπε να πληρωθούν αμέσως. Λίγο πριν, η Μονή Χιλιανδαρίου, στην απόγνωσή της ενεχυριάζει το Τίμιο Ξύλο του Σταυρού, για να δεχτεί τη μομφή του Σπανδωνή: «Εντροπή, πατέρες, αφήσατε τον Χριστόν να περιφέρηται εις τας χείρας των θεοκτόνων!». Και η δραματική απολογία των χτυπημένων από τις συμφορές Χιλιανδαρινών (Ιανουάριος 1823): «ψωμί δεν έχομεν, τα βάρη ανυπόφορα, έλεος από κανένα μέρος δεν γίνεται εις ημάς. Δεν έχομεν νουν εις το κεφάλι μας, εχάθημεν παντελώς, ηφανίσθημεν διόλου. Εξεγυμνώθημεν πανταχόθεν και ελπίς ουδεμία ...»!
Κι ο αριθμός των μοναχών συρρικνώνεται. Το Φεβρουάριο 1824 «γενομένης ακριβούς καταγραφής των κατοίκων με γηραλαίους, σακατεμένους, κολούς, στραβούς και ζητούλους, μετά βίας ευρέθησαν ψυχαί εν τοις σώμασιν αναπνέουσαι, μόλις υπέρ τας επτακοσίας, με γυμνά και πεινασμένα σώματα και ταλαιπωρημένα», ενώ το 1826 αριθμούνται 590: στη Μονή Σιμωνόπετρας βρίσκεται ένας μοναχός. Στην Παύλου, κανένας. Συνέπεια αυτού: οι θεσμοί όλοι σχεδόν βρίσκονται αθετημένοι. Αλλά και ο αριθμός των κρατουμένων συρρικνώνεται. Επιστολή των Εσφιγμενιτών προς την Μονή Βατοπεδίου αναφέρει (Μάρτης 1823) ότι αρκετοί κρατούμενοι πέθαναν από τα δεινά, ενώ τους λοιπούς «εκόλλησε μία ασθένεια νοσωδεστάτη από την πολυκαιρίαν, και εν αυτώ ακολουθεί και θάνατος». Οι φυλακισμένοι μοναχοί στη Θεσσαλονίκη, «όντες τον αριθμόν όλοι ογδοήκοντα και δύο» πέθαναν, αφού «κάθε ημέραν τους εράβδιζεν ο τύραννος χωρίς λύπην εις τους πόδας».
Σ' όλα τα μαρτύρια των Αγιορειτών συντελούσαν και οι εβραίοι: «... τους αγώνας και τα μαρτύρια και όλας τας μηχανάς των ασεβών, τους κρεμαστήρας όλους εκείνους, τους καθ' εκάστην ραβδισμούς, τους πολλούς εμπαιγμούς, τα μύρια αναγελάσματα εξ Αγαρηνών και Ιουδαίων ...».
Όσο περνά ο καιρός, τόσο και οι συνέπειες από την εγκατάσταση των τούρκων στα σκηνώματα αυξάνουν την ερήμωση. Το μόνο πολύτιμο που έμεινε στις Μονές είναι οι μολυβένιες πλάκες στις σκεπές των ναών, τις οποίες κρατούν οι μοναχοί στις θέσεις τους με κάθε θυσία. Χαρατζής (= φοροεισπράκτορας) που στέλνεται από την Πύλη για τη λήψη του ετήσιου φόρου στάθηκε αδύνατο να συγκεντρώσει το μουκατεσά (=καθυστερημένα χρέη) που έφτανε τις 17.945 γρόσια. Έτσι υποχρεώνει τους Αγιορείτες «να δανεισθώσιν από σαράφην με διάφορον αδρόν σαραφικόν» 12.000 γρόσια, ώστε να συμπληρωθεί το ποσό. Αυτά πληροφορεί σε γράμμα του (16 Αυγούστου 1828) ο πατρ. Αγαθάγγελος.
Τέλος στις 13 Απριλίου του 1830, την Κυριακή του Θωμά, τα δεινά του Άθω παίρνουν τέλος. Ο τουρκικός στρατός αποχωρεί και σιγά σιγά θ' αρχίσει ν' αποκαθίσταται η τάξη. Την 1 Ιουνίου του ιδίου έτους αρχίζει και η λειτουργία της Επιστασίας. Το τίμημα σε ζωές, κτίρια και κειμήλια ήταν αδρότατο. Όμως όλ' αυτά ωφέλησαν την Ελληνική Επανάσταση. Δεν ήταν μόνο η 9χρονη καθυστέρηση πολλών Τούρκων οπλιτών μακριά από τις εστίες πολέμου στη Ν. Ελλάδα, αλλά και η εξάμηνη καθυστέρηση 10.000 άλλων κατά το 1821 στη Χαλκιδική. Κι όλα αυτά τα καλά οφείλονται στους Αγιορείτες, σύμφωνα και με τη φράση του θηριώδη εκείνου σερασκέρη Μουράτ, προς αυτούς: «αυτή η αποστασία έγινε από σας τους καλογήρους ...»
Οι μοναχοί, όσοι έμειναν κατά το διάστημα εκείνο στο Όρος, κυριολεκτικά «εθανατομάχησαν  και υπέφεραν εν άκρα υπομονή και γενναιότητι τοσαύτας βασάνους επί δεκαετίαν εν τω ιερώ αυτώ τόπω, και με θυσίαν της ζωής των διετήρησαν τα ιερά σκηνώματα ...» όπως αναφέρει σε έγγραφό του ο πατρ. Κωνστάντιος 1830). Αυτοί οι μοναχοί είναι οι πιο ηρωικοί άντρες σ'; όλη την Ιστορία  του Αγίου Όρους. Οι φόροι που πλήρωνε το Όρος ετησίως έφταναν τις 20.000 γρόσια. Το ποσό αυτό κατά την περίοδο που εξετάζουμε, υπερτετραπλασιάστηκε, φτάνοντας τις 89.000 . Εκτός από την πάγια εισφορά των 200.000 γρ.
Η εξέγερση θα είχε, οπωσδήποτε, άλλη έκβαση, αν βρισκόταν ένας καλός πολέμαρχος στη Χαλκιδική  του τύπου Ανδρούτσου, Κολοκοτρώνη, Μακρυγιάννη. Επίσης και μεταξύ των Αγιορειτών, αν βρισκόταν ένας μοναχός με πολεμική φλόγα, αλλά και ανάλογη αγιότητα, του ύψους του Πατροκοσμά, αλλιώς θα εξελίσσονταν όλα.  Γενικά οι Αγιορείτες θα μπορούσαν να βοηθήσουν περισσότερο. Ίσως να μη συνειδητοποίησαν βαθιά πως «όλα τα ιερά μοναστήρια, η δόξα, η ησυχία, η ζωή σας, τα πάντα κρέμανται από την σωτηρίαν του Γένους..», όπως επέστελλε  προς αυτούς ο Δημήτριος Υψηλάντης  και συνέχιζε με την προτροπή: «και αυτούς τους χρυσούς και αργυρούς κόσμους των ιερών εικόνων πρέπει να τους μεταχειρισθείτε κατά των ασεβεστάτων εικονομάχων ... Δείξατε, λοιπόν, τον ιερόν ζήλον σας, γενναίοι στρατιώται του Χριστού ...!»  Αλλά και σ' άλλη επιστολή του (12 Ιουλίου) ο γενναίος στρατηγός εκφράζει την ευχή, και το Άγιο Όρος «να αγωνισθή γενναίως και με σώματα και με χρήματα. Όχι μόνον δια την ατομικήν του σωτηρίαν, αλλά και, ει δυνατόν, δι' όλην την ελευθερίαν του γένους, από το οποίον έλαβε την ύπαρξίν του και την δόξαν του, και χωρίς τούτου δεν ημπορεί να σωθεί ...» Τα αυτά περίπου λόγια θα χρησιμοποιήσει, λίγα χρόνια μετά, και ο Δημ. Τσάμης Καρατάσσος. Υπήρξαν στην Ιστορία κρίσιμες ώρες, κατά τις οποίες η Εκκλησία χρησιμοποίησε πολύτιμα σκεύη της για το γενικό καλό. Η επιστολή του Αγίου Διονυσίου, που είδαμε σε προηγούμενο κεφάλαιο προτρέπει σε τέτοιες πράξεις.
 Η παραπάνω αυστηρή κρίση δεν συμφωνεί ποσώς με το λόγο του Παπαρρηγόπουλου ότι οι μονές του Αγίου Όρους  «ούτε προθυμίαν ούτε καρτερίαν ικανήν έδειξαν», διότι ο λόγος εκφράζει πρόχειρη εκτίμηση. Εξάλλου «αν τούτο ούτως είχε δεν θα ετιμωρούντο  (οι Αγιορείτες) πικρώς, ως αυτός ούτος (ο Παπαρρηγόπουλος) λέγει, αλλά μάλιστα θα ημείβοντο γενναίως». Θα ήταν ουσιαστική η βοήθεια του Όρους, αν αυτό συνέτρεχε με πυρίτιδα. Όμως τέτοια δεν υπήρχε.Μαρτυρούν οι επιστολές της Ιεράς Κοινότητος προς Ύδρα, Σπέτσες, Σκόπελο, Τρίκερι  και Δημήτριο Υψηλάντη με τις οποίες ζητούσε απεγνωσμένα πυρίτιδα, για να εφοδιάσει το στράτευμα. Μέχρι τη Μάλτα ζήτησε πυρίτιδα.  Το Όρος προμήθευε τους πολεμιστές με ό,τι είχε. Μολύβι μόνο έστειλε με μιας  6,5 τόννους, πού οι τόννοι τα ζυμωμένα ψωμιά, τα λοιπά τρόφιμα, το κρέας, τα ενδύματα.. Δεν πρέπει όμως να λησμονιέται ότι των μοναχών έργο δεν είναι ο πόλεμος, αλλά η προσευχή. Γι' αυτό και οι Υδραίοι έγραφαν  (18 Ιουλίου 1821)  «...Ενισχύσατε, θείοι πατέρες, τους πλησίον σας χριστιανούς. Συναγωνισθήτε οι δυνάμενοι υπέρ της ελευθερίας και της πίστεως, οι δε λοιποί παρακαλείτε τον Κύριον των δυνάμεων υπέρ των αγωνιζομένων εις τον παρόντα ιερόν πόλεμον..» «Παρακαλείτε, θείοι Πατέρες, τον Ύψιστον   Θεόν, να ενισχύση το γένος των Χριστιανών δια να καταστρέψη την θαλάσσιον δύναμιν του απίστου, και τότε είσθε βέβαιοι, ότι όλον το γένος μένει ελεύθερον».
Μένει να εξετάσουμε την υποδοχή που είχαν τα ιερά κειμήλια, και οι μοναχοί που τα συνόδευαν, στην ελεύθερη Ελλάδα. Τα κειμήλια βρίσκονται ασφαλώς φυλαγμένα, μακριά από τους τούρκους, στην Ύδρα, στον Πόρο, σε άλλα νησιά, καθώς και στη Μ. του Μεγάλου Σπηλαίου. Η Βουλή, σε επανειλημμένες  συνελεύσεις, εξετάζει  «αν πρέπει  να μετακομισθώσι και αυτοί οι φέροντες αυτά μοναχοί» και, επίσης «να διορισθώσιν οι κατά τόπους αρχηγοί και έφοροι  να βάλωσιν εις πράξιν τον αυτόν διορισμόν». Στο μεταξύ οι Αγιορείτες υποβάλλουν αίτηση στη Βουλή  (16 Μαρτίου 1822) να τους δοθεί  ένα κτήμα που να καλλιεργούν για τις ανάγκες τους.  Το αίτημα γίνεται δεκτό «με την συμφωνίαν ρητώς», μετά την απελευθέρωση, «να επιστρέφεται ο τόπος εις το Γένος». Το υποδεικνυόμενο «οθωμανικόν κτήμα ποτέ», που είχε και πύργο, έκειτο  στην επαρχία  Τροιζηνίας «αντικρύ  της νήσου Πόρου». Η γη όλη γύρω και το αμπέλι ήταν από καιρό εγκαταλειμμένα και χέρσα. Η νέα πολυμιγής  αγιορειτική αδελφότητα  των 20 Μονών του Άθω, συνολικά 40 μοναχοί, είναι κάτοχος και δύο «καλών πλοίων», που της χρησιμεύουν για ψάρεμα αλλά και μεταφορές.  Η συμφωνία αυτή είναι συμφέρουσα: οι πατέρες «θέλουν προσφέρει  καθημερινά γονυκλισίας εις Θεόν  υπέρ ενισχύσεως του φιλοχρίστου στρατού». Επίσης  με την εργατικότητα, τη φιλάδελφη διάθεση και τον ανυστερόβουλο  πατριωτισμό τους θα γίνονται και πρακτικώς «χρήσιμοι εις την πατρίδα».  Η Μ. Εσφιγμένου, της οποίας το σύνολο σχεδόν της αδελφότητος με επικεφαλής  τον Ευθύμιο μετέβη στην ελεύθερη Ελλάδα, φεύγοντας την εκδικητική μανία της τουρκιάς, πρέπει να έχει  ξεχωριστό κτήμα, και τούτο «δια τας πιστάς εκδουλεύσεις της» προς το Έθνος.
 Για τα κειμήλια το μινιστέριον  της θρησκείας (μινίστρος ο Ανδρούσης Ιωσήφ) «έστειλεν άνθρωπον πιστόν  και άξιον  εις νήσον  Πόρον μετά των Αγιορειτών, ...όστις κατέγραψεν  όλα τα ιερά κειμήλια και σκεύη». Ο σπουδαίος και όσιος ιεράρχης ρίχνει δειλά τη γνώμη, «επειδή το έθνος έχει τώρα παρά ποτέ την μεγίστην ανάγκην και δείται χρημάτων ... και δεν υπάρχουν άλλοθεν  δανεισταί, κρίνω συμφέρον και αναγκαίον  και όσιον το να εξαργυρωθώσιν εκ των ιερών σκευών μερικά» «περιττά ιερά», «άχρηστα σκεύη», έναντι «εθνικών ομολογιών»  που θα εκδοθούν από τη βουλή. Αποφασίζεται «να στείλει η Διοίκησις  ανθρώπους  γνωστούς, οι οποίοι με ακριβή κατάλογον να τα παραλάβωσι και να τα φέρωσιν εδώ (Κόρινθο) και έπειτα η Διοίκησις  φροντίζει  περί της ασφαλείας αυτών και του πρέποντος». Αλλά βλέπουμε, και πολύ αργότερα, να διατηρείται από τους ηρωικούς  εκείνους άνδρες ο ίδιος σεβασμός προς τα ιερά αντικείμενα.  Έτσι μετά την κορύφωση του Αγώνα, αυξήθηκαν οι ανάγκες και προτείνεται στο Βουλευτικό (πρόεδρος ο Βρεσθένης Θεοδώρητος) «να γένη σκέψις  να βαλθώσιν εις υποθήκην και να ληφθώσι  χρήματα, τα οποία να χρησιμεύσωσι  δια τας κατά γην και θάλασσαν  εκστρατείας του έθνους».
Πηγή: Δωροθέου Μοναχού, ΤΟ ΑΓΙΟ ΟΡΟΣ   Μύηση στην Ιστορία του και τη Ζωή του, εκδ. ΤΕΡΤΙΟΣ, Κατερίνη