Σάββατο 12 Μαΐου 2012

1245 - Αναζητώντας το «Κάθισμα» Ιωάννου Προδρόμου στις νοτιανατολικές υπώρειες του Άθωνος


του Β.Π. Καραγιάννη
εφημερίδα ΑΥΓΗ, 29/08/2010

Προηγούμενος
Βασίλειος Λαυριώτης
Το κιόσκι έξω της κυρίας, ιστορικής και γενεθλίου του Όρους μονής, Μεγίστης Λαύρας, αποσυνάγωγο σχεδόν κι ανεπιθύμητο για τους μέσα και μόνιμα οικούντες, κείται έναντι ακριβώς, αν και κάπως μακρινή, της νήσου Λήμνου, που φαίνεται σαφώς με καιρό ανέφελο αλλά και τη νύχτα κατάστικτη με άστρα πολλών αστέρων. Εκεί μαζεύονται χαρμάνηδες οι καπνιστές οι οποίοι προσκυνούν, μετά τα λείψανα τα σεπτά, τα άγιά τους πάθη τα καυτά, ίνα ξεχαρμανιάσουν· δεν αντέχουν τις σιωπηρές επιτιμήσεις των καλογερικών σκιών και τη βλοσυρή υπόδειξη του άρχοντα αρχοντάρη, προηγούμενου Βασιλείου Λαυριώτη, εξομολόγου δεινού, παρηγορητού λίαν, μέχρι και συγγραφέα λιγνού βιβλίου (σε ευθεία αντίθεση με τα σωματικά του μέτρα) με τον τίτλο: «Το αγίασμα του οσίου Αθανασίου του Αθωνίτου».
Φτάσαμε εκεί βαδίζοντας το αρχαίο μονοπάτι, γεμάτο αγκάθια κι εγκατάλειψη, ξεκινώντας από το μικρό, ήμερο λιμανάκι, μισή ώρα ανηφόρα, που σκαρφαλώνει σε μερικά σημεία σχεδόν παράλληλα με τον εξωτερικό τοίχο της μεγαλομονής, αφού υπερπηδήσαμε κάποιους αύλακες με ηγιασμένα απόβλητα. Κερασιές προς το άγριο και γέρικες συκιές, αλλ’ ανώριμες εισέτι. Τσιμπολογούμε από το τίποτά τους. Ένας Ρουμάνος ιεροκαλόγερος -ποιος ξέρει τι αξίωμα έφερε, καθότι, παρά τα κοινά μαύρα, εν τούτοις είναι δυσανάγνωστη η ιεραρχία της ρουμανικής ορθοδοξίας-, σκυμμένος σε κόλλες χαρτιού και άλλοτε από στήθους, ξεναγούσε ομάδα ομοεθνών του. Δίπλα τους τρώμε τυρί κι αυγά Λευκοπηγής, ελιές και ψωμί Μικραγιαννανιτών ομού με κοζανίτικο κεφτεδάκι αλλά απ’ αυτά που επιτρέπονται στο Όρος! Ο ξεναγός περιεβόμβιζε τα ωτία μας σαν τη μύγα στο τυρί ή τη μονόχορδη ανάγνωση των κατεβατών στις Ώρες ή το Μεσονυκτικό.

Τέλος πάντων...
Η παρέα, όμως, που έτρωγε καθισμένη στο περβάζι του τοίχου, μετά τον εσπερινό, ήταν γνωστή ορισμένως. Μόλις είχαν κατεβεί από την κορυφή του Άθω, αρνήθηκαν την κρύα μακαρονάδα μετά τόνου που είχε η Τράπεζα κι αρκέστηκαν στο τυρί, ντομάτα, ρακί, ελιές· μέχρι και γλυκό κουταλιού, που το τρώγαν με μαχαίρι, είχαν. Ορειβάτες δεινότατοι, έκαναν την άνοδο και κάθοδο αυθημερόν σε 11 ώρες ανδρείοι, και δίκαια απολάμβαναν το θαυμασμό χωρίς βέβαια καμιά έπαρση και ακκισμούς.
Μια ένδον φωνή μου ζήτησε να βρω το κάθισμα του Ι. Προδρόμου. «Έστι δε Κάθισμα μικρόν κελλίον εκτός της μονής μετά μικρής περιοχής όπου οικούν 1-3 πρόσωπα, σιτίζονται απ’ αυτή αποτελούντα μέλη της αδελφότητας· τηρούν ίδιον δωμάτιον εντός της, όπως προσέρχονται κατά τας ακολουθίας των επισήμων ημερών καθ’ ας τελούνται αγρυπνίαι κ.λπ.»
Ρώτησες τον πορτάρη πού είναι αυτό και σ’ απάντησε δια της σιωπής. Όμως αντ’ αυτού απάντησε εις εκ της τετραμελούς συνοδείας των ορειβατών:
-Δεν έχουν το κάθισμα του Προδρόμου, μόνο το χέρι Του υπάρχει κι αυτό προσκυνήσαμε!
Φυσικά ο δαίμονας, που εδώ με ιδιαίτερη ηδονή σουβλίζει τους ευάλωτους, σου επέτρεψε να προχωρήσεις το πράγμα, λίγο όμως.
- Όχι, απλά δεν το είδες όταν προσκυνούσαμε τα λείψανα, γιατί σ’ αυτό πάνω πατούσε ο μοναχός λειψανοξεναγός!

Ήμαρτον!
Αλλά εδώ είναι μεγίστη η Λαύρα, δεν είναι παίξε - γέλασε. Αυτή ως παλαιότερη, γεραρότερη, σοβαρότερη, ιστορικότερη τηρεί την πάτρια φιλοξενία και δεν ματζιριάζει, όπως κάτι άλλες νεογιάπικες μονές, που σου βγάζουν το τηλεφωνικό και ψυχικό λάδι ώσπου κι αν σε φιλοξενήσουν. Κουράζονται σίγουρα να υπηρετούν τα στίφη των τουριστών, αλλά τι να γίνει; Κι αυτοί σήμερα απλοί, περαστικοί ενοικιαστές της χιλιόχρονης γης και ιστορίας είναι, δεν μπορούν να ισχυριστούν δικαιώματα αποκλειστικής, μοναχικής χρήσης και πνευματικής απόλαυσης. Το Όρος είναι χρήσιμο, έστω και για μια ψευδαίσθηση πνευματικού, ολιγοήμερου καταφυγίου, για κοσμικούς δικαίους και αδίκους, χωρίς τσαλίμια, μήπως και εχθρικές διαθέσεις.
***
π. Σπυρίδων
Μικραγιαννανίτης
Ημέρα Σάββατο όλα τα μόλις προηγούμενα συμβάντα, αλλά εμάς πρωί Παρασκευής μας προσάραξε η γρήγορη Αγία-Άννα στον ομώνυμό της αρσανά. Μας περίμεναν ο Δικαίος Σπυρίδων της Μικρής Αγίας Άννας, φωλιάς που μας καλεί και μας περιθάλπει χρόνια τώρα, ως σχολάζοντα κοσμικά στρουθία, και ο αξιότιμος κύριος Καστάνης (έγραψα το όνομα του στην Παράκληση υπέρ υγείας του), μουλάρι καθαγιασμένο, ήσυχο, υπάκουο, λογικό, αγόγγυστο, το οποίο για μια ακόμα φορά μας πήρε στο σαμάρι του. Ο σεβάσμιος πνευματικά αλλά ευσταλής σωματικά Δικαίος το χούγιαζε περιπατών κι ανηφορίζων της ζωής και της μετανοίας του τις σκάλες. «Και τον έπαινον αυτού εξαγγελεί...», μου έρχεται στα χείλη από τη Σοφία Σειράχ.
Σε κάθε δέντρο με καρφωμένο πάνω του ξύλινο σταυρό που συναντάμε, κάνουμε το σταυρό μας. Στη μονήρη μου πεζή επιστροφή φιλώ κάπως το ταπεινό σύμβολο. Δύο βελανιδιές δε αγαπημένες, σε όρθια διάπραξη έρωτα, εντελώς ανθρώπινοι κορμοί.
***
Προς το αυτό μεσημέρι στη Σκήτη.
- Χαίρετε, αδελφοί!
«Ο πρώτος λόγος του Χριστού στις Μυροφόρες ήταν το «Χαίρετε». Η χαρά χαρακτηρίζει τη ζωή των αληθινών Χριστιανών. Το «Χαίρετε» είναι ο καλύτερος και ωραιότερος χαιρετισμός, για παντού και πάντοτε», γράφει ο γέρων Μωυσής που λείπει αυτές τις μέρες από την Καλύβη του στην εν τω κόσμω διακονία του.
Τράπεζα κατάφορτη: βιβλία, εικόνες, τραπέζια, καρέκλες, ενθυμήσεις, τηλέφωνα, θυμίαμα, ευλάβεια και καλοσύνη ανεπιτήδευτη· οι φωτογραφίες του Γεράσιμου Μικραγιαννανίτη και του πατρός Διονυσίου και οι δυο με ελαφρά σηκωμένο το χέρι στη θέση του «Χαίρετε», που παραπέμπει στο αναστάσιμο «Χαίρετε». Έναντί τους ο πατήρ Μητροφάνης· και οι τρεις ν’ αποτελούν τη συνοδεία στο επέκεινα των Μικραγιαννανιτών, πρέσβεις τώρα στο υπερπέραν και δεόμενοι όσο μπορούν κι αυτοί υπέρ ημών και υμών, με μια προτίμηση φυσικά στους συντρόφους τους και σε δεύτερο επίπεδο στους προσκυνητές της Σκήτης· από εκεί και πέρα για όλο τον κόσμο των καλοκάγαθων ανθρώπων, που στο κάτω κάτω με καλή πίστη εισβάλλουν, γίνονται βάρος στην Χερσόνησο και κοντεύουν να τη βουλιάξουν εν παντί καιρώ.
Εδώ παράγονταν ιερές ακολουθίες, χιλιάδες, από τον μέγα Γεράσιμο και παραπέρα παράγεται το ζαλιστικό για τους θνητούς, μεθυστικό στους αγίους, θυμίαμα με πρώτη ύλη πλέον τον Βοζβελία, φυτό και δέντρο εισαγωγής. Το μυρίζεις ήδη, καθώς μπαίνεις στο εργοτάξιο. Κυτία, πακέτα με λυρικές και νοσταλγικές ονομασίες· διαβάζεις: Αγιόκλημα, Τριαντάφυλλο, Γαρδένια, Δειλινό, Γαρύφαλλο, Γιασεμί, Μόσχος, Παπαρούνα κι ένα Άνθος της Ερήμου σε θέλγει ιδιαίτερα που το παίρνεις όχι γιατί σε συγκινεί ως αίσθηση μύτης αλλά ως έκφραση με τα σημαινόμενα της. «Τα άνθη της ερήμου», λόγοι Γερόντων της αυχμηράς ερήμου, είναι τα διαμάντια της αποφθεγματικής λιτογραφίας.
Το συνταγμένο χάος του Μοναστηριού και το αγαπητικό της Σκήτης! Εκεί είσαι ανώνυμος, ξένος, πιστός, γνωστός, που σε φιλοξενούν εξ υποχρεώσεως υπηρεσιακής και φορές ελαφρογογγύζοντες· εδώ πρόσωπο όπως σ’ αναγνωρίζει ο Θεός, με το μικρό όνομα, που γράφεις στο χαρτάκι της παράκλησης και αραδιάζεις τα πρόσωπα που συνήθως έχεις και στην προσευχή σου, για μια περιπλέον υπόμνηση - ποιος ξέρει άλλωστε στην τελεολογία τι υπάρχει και τι δεν υπάρχει; Τι α-φύσικα, δηλονότι αιώνια, και τι δεν είναι παρά μόνον μια στιγμή στο φυσικό διηνεκές.

Αλλά ας μη χάνομαι άλλο!
«Αρχή καθάρσεως, ησυχία» γράφει ο Μέγας Βασίλειος από τη δική του έρημο κι όχι την φερώνυμή του στο Όρος, η οποία κείται κι ανθοφορεί πνευματικά με γύρωθέν της τα Κατουνάκια, Κερασιά, Σταυρό, τη μικρή και μεγάλη Αγία Άννα κ.λπ. ηγιασμένα τοπωνύμια.

1 σχόλιο:

  1. Εξαίρετον γραπτόν από τον ΒΠΚ, ποιητή και αισθαντικό λόγιο εκ Λευκοπηγής Κοζάνης

    ανπ

    ΑπάντησηΔιαγραφή