Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2011

302 - Άγιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης «Μετά λύπης υπερβαλλούσης διήλθον πάσας τας ημέρας της ζωής μου»


Ο πατέρας του Κοινοβιακού Μοναχισμού στο Άγιο Όρος, ο ιδρυτής της Ιεράς Μονής Μεγίστης Λαύρας, Άγιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης, λίγους μήνες προ του τραγικού του θανάτου άφησε να του ξεφύγει από τη γραφίδα η εξομολογητική φράση: «Μετά λύπης υπερβαλλούσης διήλθον πάσας τας ημέρας της ζωής μου».


Τι ήταν αυτό που προξένησε τη λύπη στον Άγιο Αθανάσιο; Θα το δούμε διαβάζοντας κάποια αποσπάσματα από τη βιογραφία του:

Ανάμεσα στα 964 και 972 η Λαύρα ήταν το μόνο σημαντικό ίδρυμα του Άθω, σε αριθμό μοναχών όπως και σε περιουσία. Και προς αυτήν στρέφονταν οι νέοι μοναχοί, οι επισκέπτες και οι δωρητές. Η συρροή μοναχών και δωρεών της επέτρεψαν να κατασκευάσει σε σύντομο διάστημα ένα λιμάνι, το ξενοδοχείο, το νοσοκομείο και μόλους. Η Λαύρα παρουσίαζε αυτόν τον καιρό περισσότερο το θέαμα ενός απέραντου εργοταξίου παρά ενός μοναστηριού στην Αθωνική έρημο. Μπορεί κανείς εύκολα να φανταστεί ότι οι μοναχοί της Λαύρας ξεπέρασαν γρήγορα τους ογδόντα, αριθμό που είχε ορίσει ο Νικηφόρος (Φωκάς, αυτοκράτορας του Βυζαντίου) το 964, και πώς, όταν ο Αθανάσιος στο τυπικό του ανεβάζει το όριο στους εκατόν είκοσι, δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να νομιμοποιεί μια κατάσταση που ήδη υπήρχε.

Για τις οικοδομές του ο Αθανάσιος είχε ανάγκη από εκτάσεις, και είναι αναμφίβολο πως τα εδάφη, που από τον Αντιάθω ως το ακρωτήριο των Αποθηκών όριζαν τον Λαυριωτικό χώρο στα 972-975, δεν συμπεριλαμβάνονται στα όρια του κελλιού που ο Πρώτος είχε παραχωρήσει στον Αθανάσιο στα 959-960. Του τα παραχώρησαν αργότερα, και μάλλον τμηματικά, και νιώθοντας υποχρεωμένοι, είτε επειδή ο Αθανάσιος πέτυχε την αύξηση της βασιλικής επιχορήγησης για τον Άθω και την ανακαίνιση της Εκκλησίας των Καρεών, είτε γιατί ήξεραν ότι είχε την υποστήριξη της ανωτάτης αρχής.


Αν όμως αυξάνει η αδελφότητα και η φήμη της Λαύρας, μεγαλώνει παράλληλα και η ζηλοφθονία. Έτσι μετά το θάνατο του Νικηφόρου (10 Δκεμβρίου 969) και την ανάρρηση στην εξουσία του Ιωάννη Τσιμισκή (969-976), οι κατήγοροι του Αθανασίου συντηρητικοί και απλοί άνθρωποι, ζητούν την επέμβαση του αυτοκράτορα, ώστε να σταματήσει η ανέγερση «οικοδομών πολυτελών και περιβόλων και ναών και επινείων».

Και όλοι σχεδόν οι μοναχοί του Άθω είχαν λόγους να εχθρεύονται τον Αθανάσιο: μερικοί εξαιτίας οικονομικών συμφερόντων, άλλοι λόγω της επιρροής του με λίγα λόγια, κατηγορούσαν τον Αθανάσιο ότι υπέσκαπτε τα θεμέλια του αθωνικού τρόπου άσκησης. Ο βιογράφος, σε έναν κατάλογο, όπου κατονομάζει τα παράπονα των Αθωνιτών εναντίον του Αθανασίου, αναγράφει όλες τις δραστηριότητές του: «οικοδομάς ανεγείροντα πολυτελείς και περιβόλους και ναούς και επίνεια και καταγωγάς υδάτων επινοούντα (αρδευτικά έργα) και ζεύγη βοών και ημιόνων ωνούμενον», αλλά και ότι «έσπειρεν αγρούς και εφύτευσεν αμπελώνας».

Οι κατηγορίες μεταβιβάζονται στο νέο βασιλιά Ιωάννη Τσιμισκή που οργισμένος καλεί τον Πατέρα να παρουσιαστεί «ως τάχιστα» στη βασιλεύουσα. Σε όλους υπάρχει η βεβαιότητα πως ο αυτοκράτορας θα φερθεί με κάθε σκληρότητα προς τον αββά του προκατόχου του Νικηφόρου. Όμως συμβαίνει το αντίθετο: ο Αθανάσιος, «ο τέως επαχθέστατος» στον Τσιμισκή, γίνεται «ο πάντα προσφιλέστατος». Του δίνει μεγάλες δωρεές ενώ αυξάνει και την ετήσια επιχορήγηση, το σολέμνιο, προς την Λαύρα από 224 νομίσματα σε 244. Τότε οι κατήγοροι του, καλοπροαίρετοι, οπωσδήποτε, ζητούν συγγνώμη, και «δεξιάς δούναι και λαβείν αξιούσι».

Λίγα χρόνια μετά, άλλοι πειρασμοί επεγείρονται: μερικοί ηγούμενοι μικρών μονών «φιλαρχίας έρωτι κρατηθέντες», ξεκινούν προς συνάντηση του αυτοκράτορα Βασιλείου Β΄ Βουλγαροκτόνου (976-1025), που βρίσκονταν τότε στη Μακεδονία, με σκοπό να κατηγορήσουν τον Αθανάσιο. Όμως πέφτουν, κατά παραχώρηση Θεού, στα χέρια των Τούρκων, οι οποίοι «γυμνούς παντελώς αφήκαν».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου